Δημήτρης Φύσσας, Αυτά και οι μετακομίσεις -κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Το βιβλίο αυτό αποτελείται από τρία μέρη.

Το πρώτο, με τίτλο «Μια εφικτή ευτυχία», περιέχει δέκα διηγήματα επιστημονικής και/ή πολιτικής φαντασίας.

Το «Εντυπώσεις ενός πνιγμένου» αποτελείται από τέσσερα διηγήματα, καταρχήν «κανονικά».

Το «Αυτά και οι μετακομίσεις», που δίνει και το συνολικό τίτλο, αποτελείται από δεκατρία δυσταξινόμητα/αχαρακτήριστα (πιθανά) διηγήματα, πολλά από τα οποία είναι «μπονσάι», ενώ το τελευταίο δίνει (και ταυτόχρονα εξηγεί) και τον κουφό τίτλο του βιβλίου.

Εννοείται ότι η κατάταξη δεν είναι πάντα ξεκάθαρη: υπάρχουν κομμάτια που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε δύο ή και στα τρία μέρη του βιβλίου.

Διατυπώνεται η ελπίδα ότι το νοήμον αναγνωστικό κοινό, πρώτο, θ’ ανταποκριθεί θετικά στην πολυμορφία των 27 κομματιών και δε θα σιχτιρίσει που δε βγήκαν τρία ξεχωριστά τομίδια. Και δεύτερο, ότι οι παλιομοδίτικοι υπότιτλοι, που αρχίζουν πάντα με το «Όπου…», θα λειτουργήσουν σαν επαρκές αντιστάθμισμα στα συγκαταβατικά μειδιάματα και τ’ απροσδιόριστα ξαφνιάσματα.

***

Από το πρώτο μέρος «Μια εφικτή ευτυχία«:

ΛΗΣΜΟNIA
Όπου ο Αισχύλος ακούει, δίχως να μιλάει

«Συνήθισα τον καθημερινό πόνο, ορισμένη ώρα, σε ορισμένο σημείο του σώματος. Ξέρω τι θα γίνει, δε με νοιάζει διόλου. Ούτε οι αλυσίδες μ’ ενοχλούνε πλέον, ούτε ο καυτός ήλιος, ούτε η βροχή, ούτε το νυχτερινό κρύο. Τίποτα απολύτως. Έχω μεγάλη αντοχή, που μου τη δίνει η ικανοποίηση ότι έπραξα σωστά. Θα έκανα πάλι το ίδιο, ακόμα κι αν ήξερα από πριν τι θα τραβήξω. Η ευγνωμοσύνη των πολλών μού αρκεί. Μπορεί να μην τους βλέπω εδώ πάνω, αλλά το ξέρω, είμαι βέβαιος ότι τη νιώθουνε. Αυτό είναι το καλύτερο βάλσαμο για την ανοιχτή πληγή μου στην κοιλιά.

Γιατί αυτό που είναι καλό για τους πολλούς, αυτό πρέπει να κάνουμε. Αυτό είναι που φέρνει την ανθρωπότητα μπροστά. Τι να το κάνεις τέτοιο σπουδαίο πράγμα, αν είναι ζηλότυπα κρυμμένο και φυλακισμένο, αν το χρησιμοποιούνε μόνο οι Δώδεκα και τα τσιράκια του δικού τους κόσμου;

Αφού λοιπόν μπόρεσες εσύ κι ανέβηκες εδώ πάνω, αφού δε σε πήραν είδηση εννοώ, γράψε αργότερα την ιστορία μου, αν θες. Άκου καλά τι σου λέω και γράψε αυτά που βλέπεις. Όχι, δε γίνεται να με λευτερώσεις. Ο κουτσός έφτιαξε τέτοια δεσμά που κανένας δεν μπορεί όχι να σπάσει, ούτε καν να τα χαλαρώσει. Βλέπεις και τη σκουριά που απλώνεται λίγο λίγο στο δέρμα μου. Βλέπεις την κατάστασή μου, το φεγγάρι δίνει αρκετό φως. Αφού εγώ βλέπω τη φαλάκρα σου, βλέπεις κι εσύ εμένα. Αστειεύομαι βέβαια.

Γράψε λοιπόν πως ο δεσμώτης μπορεί και αστειεύεται. Γράψε πως δεν τον νοιάζει το καθημερινό βάσανο. Γράψε ό,τι βλέπεις, μα μη διεκτραγωδήσεις διόλου την κατάσταση. Ρίξε το βάρος σου στη στάση μου, όχι στην κατάντια του κορμιού. Γράψε για παλικαριά, γι’ αποκοτιά, για θράσος απέναντι στην εξουσία. Γράψε ότι μισώ όλους τους θεούς εν γένει, ότι τίποτα δε σέβομαι πέρα από τον άνθρωπο, ότι όλες οι θρησκείες είναι γεννήματα του φόβου. Μάθε τους να μη δέχονται ούτε θεό ούτε αφέντη. Γράψε πως μόλις προχτές έδιωξα κακήν κακώς το γελοίο τους τον αγγελιαφόρο, το υπηρετάκι που τους μαζεύει τα ψίχουλα, τον τσανακογλείφτη, που μου ήρθε δω με προτάσεις συνδιαλλαγής – να προσκυνήσω, λέει, για να μ’ ελευθερώσουνε. Έφαγε τέτοιο βρισίδι που θα το θυμάται σ’ όλη του τη ζωή.

Ειδικά ο κουτσός μ’ έχει μεγάλο άχτι, γιατί στα δικά του τα χωράφια μπήκα κι έκλεψα τη Μεγάλη Ενέργεια. Μαστόρεψα λίγες μέρες σ’ ένα εργαστήρι και κατάφερα ένα τιτάνιο έργο. Τιθάσευσα τη Μεγάλη Ενέργεια σε μεταλλικές θήκες –απλές συσκευές μάλλον θα πρέπει να τις πω– έγραψα απέξω “Αφαιρέστε την ασφάλεια. Στοχεύστε στο κέντρο. Πιέστε τη λαβή” και τις μοίρασα σε πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολλά και διαφορετικά μέρη της Γης, ώστε να μην μπορούν οι Δώδεκα να τις βρούνε όλες. Όπου άφηνα μια συσκευή, τους δίδασκα και τη χρήση. Είδα ότι οι άνθρωποι τα καταφέρνανε. Όταν με πήρανε είδηση οι Δώδεκα και με πιάσανε, η Μεγάλη Ενέργεια είχε τόσο πολύ διαδοθεί, που δε γινότανε πια να τη μαζέψουνε.

Ο κουτσός δεν είχε σκεφτεί τέτοια εφαρμογή – και σκύλιασε.

Τώρα, ακόμα κι από δω πάνω που είμαι δεμένος, βλέπω τις μικρές μακρινές φωτιές, και ξέρω ότι έκανα το σωστό. Στα σπίτια καίνε τζάκια και μαγεριά, στα χωράφια καίνε τα παλιά σπαρτά, στα σιδεράδικα δουλεύουνε τα μέταλλα. Καμίνια δουλεύουνε, καλούπια χύνονται, βιοτεχνίες καπνίζουνε.

Μη μου πεις ότι δεν άξιζε τον κόπο. Γι’ αυτό είμαι πολύ ευχαριστημένος και δεκάρα δε δίνω για τα βάσανά μου. Και σε σένα, Αισχύλε, αφού έφτασες ώς εδώ, δίνω τώρα τ’ όνομα της συσκευής μου: φλογοβόλο. Ελπίζω να τα καταφέρεις να ξεφύγεις και να γυρίσεις στην αγαπημένη Αθήνα. Αν μπορέσεις, το ξέρω πως θα γράψεις.

Τώρα φύγε. Θέλω να μείνω μόνος μου. Είναι η ώρα του γύπα».