Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η κούρσα

Εργάκι σε μια πράξη
Δίχως λόγο
Από το βιβλίο των πλανόδιων Ιστοριών

Ένας έμπορος από τα τοπικά λουλουδάδικα λέει τα παρακάτω λόγια. Ανάμεσα στο πλήθος που περνά, η φωνή του ξεχωρίζει. Αφηγείται μια ωραία, λαϊκή ιστορία.

ΕΜΠΟΡΟΣ
Η Σάρα είναι ένα υπέροχο κορίτσι. Δουλεύει στο φωτογραφείο του κ. Μακμίλαν, έχει κατάξανθα, ίσια μαλλιά και ένα ζευγάρι πράσινα μάτια. Όλοι οι φοιτητές του τοπικού κολλεγίου της έχουν αφιερώσει κάποιο ποίημα. Εκείνος που θα κερδίσει το χαμόγελο της Σάρας είναι ο πιο τυχερός άνθρωπος στην πόλη μας. 
Η Σάρα φορά ένα καφετί φουστάνι και λευκό, κλειστό πουκάμισο. Προσέχει πολύ την εμφάνισή της και δεν αφήνει να λένε για εκείνη όσα συνηθίζουν οι κυρίες της λέσχης που όλα τα παρατηρούν. Στέκει στην στάση για το εμπορικό κέντρο, εμπρός από τα λουλουδάδικα. Την φυσάει  ο άνεμος και τα μαλλιά της χορεύουν κάπως. Λοιπόν, γίνεται να υπάρχει ομορφότερη από την Σάρα μας; Ο αδερφός της είναι στρατιώτης. Η Σάρα λέει, πως δεν θα αγαπήσει ώσπου να γυρίσει εκείνος. Μας κοιτάζει όλους με περιφρόνηση και αρνείται όλα μας τα δώρα. Εκείνο το απόγευμα, έχει δέσει τα μαλλιά της με μια κίτρινη κορδέλα.  Άραγε, να υπάρχει ομορφότερη από την Σάρα μας εκεί έξω;

Ο Νίκολας δεν μοιάζει με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Διαθέτει ένα όμορφο πρόσωπο που κοκκινίζει πολύ όταν μιλά. Σπρώχνει το καροτσάκι με το οργανάκι του δεμένο σε ένα σχοινί στην πλάτη της καρέκλας. Τριγυρνά την γειτονιά και αν του παραγγείλουνε λέει ένα τραγουδάκι με την υπέροχη φωνή του. Έπειτα, άμα νιώσει πως τον λυπούνται σταματά και απομακρύνεται. Και εκείνος αγαπά την Σάρα μα καθώς λένε, κανείς οφείλει να ξέρει την θέση του σε αυτόν τον κόσμο. Εκείνο το απόγευμα την ξεχωρίζει στην στάση. Φτιάχνει κάπως την χωρίστρα του και σουλουπώνει το πουκάμισό του. Τώρα που κανείς δεν περνά, τώρα είναι η κατάλληλη ώρα. Ο κόσμος αραιώνει και έτσι κανείς δεν θα τον πει αυθάδη, όχι εκείνον. Άμα πέσει ο ήλιος θα έχουν όλα τελειώσει, συλλογίζεται και σπρώχνει το καροτσάκι του στην κατηφοριά ως την στάση. Σταματά εμπρός της και κάνει λίγα νούμερα, από εκείνα που του δίδαξε η καρφωμένη του ζωή.

[ο έμπορος συνεχίζει την δουλειά και έτσι απλά χάνεται από το πλάνο της σκηνής.]

ΣΑΡΑ: [γελά διακριτικά βάζοντας τα χέρια της εμπρός στα χείλη. Τον συμπαθεί, εκείνος το ξέρει και προσπαθεί όλο και περισσότερο]

Μα πώς τα καταφέρνεις; Θα έπρεπε να κάνεις πιο συχνά όλα αυτά τα κόλπα Νίκολας. Μοιάζεις με τους ακροβάτες που δοκιμάζουν παράτολμα νούμερα. Και τα κορίτσια ξέρεις, Νίκολας τα συναρπάζουν κάτι τέτοια.

ΝΙΚΟΛΑΣ: [ιδρωμένος, σουλουπώνει το πουκάμισό του] Κάνουν κάπως ομορφότερη την ζωή μου Σάρα. Αυτό είναι όλο. Δεν αρκεί;

ΣΑΡΑ: [τον κοιτάζει με τρυφερότητα, τώρα δεν γελά] Μα και βέβαια αρκεί. Για πού το ΄βαλες;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Όχι μακριά, υποθέτω

[Γελούν μαζί, εκείνη του χαρίζει το μαντίλι της]

ΝΙΚΟΛΑΣ: [το αγγίζει σαν να μην πιστεύει] Αυτό είναι το καλύτερο δώρο που μου έχουν προσφέρει ποτέ! Ίσως και το μόνο δώρο. Μα, [την κοιτάζει με νόημα], στα αλήθεια άξιζε να περιμένει κανείς όλα αυτά τα χρόνια.

[Γελούν μαζί, εκείνος κάνει μια στροφή και εκείνη τον πλησιάζει. Σοβαρεύουν]

ΝΙΚΟΛΑΣ: Λένε πως δεν σου αρέσει η ζωή στην πόλη μας Σάρα. Πως θέλεις να φύγεις με μια καλή τύχη.

ΣΑΡΑ: [σκύβει προς το μέρος του] Και εσύ τους πιστεύεις; Ω, μα είναι φάρσα Νίκολας και εγώ σπάω την πλάκα μου μαζί τους. Ξέρεις, με αγαπούνε όλοι, μα λένε ψέματα. Τους αρέσει να έχουν ένα όμορφο απόκτημα [κάνει μια στροφή], για να το πνίξουν Νίκολας σε δυο δάχτυλα ουίσκι. Δεν είναι κρίμα Νίκολας, πες μου;

ΝΙΚΟΛΑΣ: Εγώ, μάρτυς μου ο θεός Σάρα, μου αρκεί, θέλω να πω δις Σάρα, ομορφαίνετε τις ζωές μας, αν μου επιτρέπετε.[συλλογίζεται κάτι, πιάνει το οργανάκι του]

ΣΑΡΑ: [κάτι κοιτάζει πέρα στον δρόμο. Δείχνει ανήσυχη] Το λεωφορείο αργεί.

ΝΙΚΟΛΑΣ: Βιάζεσαι Σάρα;

ΣΑΡΑ: [στρίβει το καροτσάκι για να του δείξει] Ο κύριος Άνταμς, αυτός με τα άνθη, έρχεται για μένα. Ναι, ακριβώς όπως το άκουσες. Όλα αυτά τα λουλούδια είναι για μένα. Όμως, ο κύριος Άνταμς μυρίζει εκείνη την φοβερή μυρωδιά των νοσοκομειακών θαλάμων. Βλέπεις Νίκολας, πρόκειται για έναν σπουδαίο ιατρό. Μα τα χρόνια περνούν γρήγορα, έτσι δεν είναι; Θα ήταν καλύτερα αν τον φρόντιζε μια νοσοκόμα, κάποια ομορφούλα δεσποινίς από τους θαλάμους του. Μα όχι, όχι εγώ και ο κύριος Άνταμς θα ήταν μια λυπητερή ιστορία. [γελούν μαζί με το μικρό μυστικό τους] Και το λεωφορείο αργεί νομίζω, ούτε που φαίνεται, ω χάθηκα Νίκολας. [κάνει μια στροφή με το καροτσάκι του και με μια υπόκλιση του κορμού του, της γνέφει]

ΣΑΡΑ: Τέλεια ιδέα! Μα είναι σωστό να σου γίνω φόρτωμα;

[Εκείνος κάνει μια κίνηση προς τα εμπρός, το κορίτσι κάθεται στα πόδια. Το καροτσάκι κυλά στον κατήφορο, ο κύριος Άνταμς τρέχει κρατώντας τον μικρό του κήπο, ο κύριος του ανθοπωλείου γελά με την καρδιά του. Τα άνθη δεν είναι αγορασμένα από εκείνον και τούτη την εποχή αυτά πρέπει κανείς να τα λαμβάνει υπόψη. Προλαβαίνει το καροτσάκι, της φορά στα μαλλιά ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Η κορδέλα της ανεμίζει, γελούν, τώρα το φουστάνι της είναι τσαλακωμένο και ο γιακάς της ανοιχτός. Σωστό σκάνδαλο δηλαδή.]

ΣΑΡΑ: [φωνάζοντας κάπως παραπάνω]Σε ευχαριστώ Νίκολας, είσαι ο ήρωας μου.

ΝΙΚΟΛΑΣ: Και εσύ τα τραγούδια μου, δις Σάρα. Και κάτι παραπάνω.

[κοιτάζονται βαθιά, σταματούν και αγαπιούνται λίγο πριν πέσει το απόγευμα. Και έτσι δεν είμαι αναγκασμένος, μα ούτε και εσείς να γράψετε την λέξη τέλος  σε αυτήν την υπόθεση. Που δεν είναι έργο αλλά ένας ξαφνικός και απερίγραπτος έρωτας.]

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→