Πάνος Νιαβής, Παλιά Λαμπρή απ’ την κλειδαρότρυπα της μνήμης

ιντε πασιά μ’ σήκω να πας  να σκαρίσεις τα πρόβατα και να γυρίσεις να φάμε και τσουγκρίσουμε, και  σου έχω κρατήσει το γερότερο αυγό, να μας σπάσεις όλους μας, φέτος, είπε η μάννα στο δεκάχρονο γιο της, τάχαμου συνωμοτικά, που ήταν ακόμη τσολιασμένος στο πάτωμα. Αφού νωρίτερα έτρεχαν μες τη   νύχτα, μισή ώρα δρόμο, να πάνε να φέρουν το άγιο φως στο σπίτι, να ευλογήσουν τα ζωντανά να τα  γλιτώσει απ’ την  παρμάρα[*] που είχε πέσει στο χωριό κείνη τη χρονιά του 1966.

Σηκώθηκε το δεκάχρονο παιδί, ένιψε βιαστικά τα μούτρα του με νερό απ’ το μαστραπά στην αυλή και έφυγε βολίδα να πάει τα πρόβατα για σκάρο και να γυρίσει να φάει, αφού σήμερα θα αρταινόταν μετά από μια μακρά νηστεία που την ακολουθούσε πιστά η μάννα, παρά τις επιφυλάξεις του πατέρα, για να γλιτώσει ο άγιος τα πρόβατα από την παρμάρα, μπας και σταμάταγε το κακό να κυλάνε τα ζώα τους ψόφια στην πλαγιά για να φάνε τα ζ’λάπια το ένα μετά το άλλο.

Κίνησε το κοπάδι για το σκάρο, ο ήλιος ψηλά στις κορυφογραμμές έριχνε τις ακτίνες του στην απέναντι πλαγιά, σχηματίζοντας πάνω του μια πολύχρωμη γέφυρα φωτός.

Καθώς τα αργοκίνητα πρόβατα πήγαιναν για βοσκή θυμήθηκε την επιμονή του δάσκαλού του τις προηγούμενες μέρες να μάθουν όλα τα παιδιά τις τρεις στροφές από το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού, «Ο Λάμπρος», και ειδικά το απόσπασμα του ποιήματος:

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσᾶτο ἀστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπενοῦσε
τ᾿ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ ῾κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ᾿ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μὲς τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα·
«γλυκειὰ ἡ ζωή κι᾿ ὁ θάνατος μαυρίλα».

Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι, καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε·
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε· Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι.

Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσήμι, λάμπει τὸ χρυσάφι,
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ᾿ τ᾿ ἁγιοκέρι,
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ Χριστιανοὶ στὸ χέρι.

Ανέβηκε σε ένα μεγάλο κοτρόνι μες τη ρεματιά και χωρίς την ντροπή των συμμαθητών και την κρίση της κρανιάς του δασκάλου ένοιωσε τη φαντασία του να μεταμορφώνει το κοπάδι σε σιωπηλούς ακροατές και πίστεψε πως ήταν ευτυχισμένος με ένα τέτοιο λαμπρό φως πάνωθέ του και γύρω του και με τα λόγια του ποιήματος εσωτερική του παρηγοριά!

Σαν τέλεψε την απαγγελία, πως του ‘ρθε έκοψε κάτι μωβ και κίτρινα ανθάκια που δειλά -δειλά είχαν φυτρώσει μες τις πέτρες της ρεματιάς κι αφού όρμωσε τα πρόβατα να πάνε για βοσκή στο βουνό γύρισε τρεχάλα πίσω στο σπίτι τους, έδωσε τα ανθάκια στη μάνα του βουβά, εκείνη τον πήρε αγκαλιά και έβαλε να φάνε και να αρτυθεί όλη η μεγάλη φαμίλια οχτώ άτομα, γύρω από το χαμηλό σοφρά .

Το γερό αυγό της μάννας τους έσπασε όλους στην οικογένεια κείνο το πρωί του Απρίλη στα 1966 τη χρονιά.

Για μέρες μετά, ξεθαρρεμένος από την σιωπηλή αποδοχή των προβάτων απήγγειλε μεγαλόφωνα την «Μέρα της Λαμπρής» του Σολωμού ξανά και ξανά, και να φανταστείτε πως τον είχε εντυπωσιάσει πιότερο κι από το κατόρθωμα του Πάνου απ’ τη «Δραμάλα», που ανήμερα του Πάσχα , μετά την δεύτερη ανάσταση, στην πλατεία του χωριού, είχε στηθεί γλέντι με όργανα απ’ τα παιδιά που θα έφευγαν για φαντάροι. Χόρεψαν τα σόγια με την αράδα τους, βάζοντας μπροστά τα κορίτσια που είχαν έτοιμα για παντρειά! Και την ώρα που χόρευε μια ρούσα που την είχε χαλέψει με προξενιό ο Πάνος και δεν του την έδωκε ο πατέρας της, εκείνος έπιασε με τα δόντια μεθυσμένος το τραπέζι και μπήκε στο χορό ενώ φώναξε το Βασιλαρά από το Σέλο να σηκωθεί και του παίζει το σκοπό με το βιολί κατά βήμα όπως χόρευε με το τραπέζι στο στόμα.

Πέρασαν τα χρόνια κείνα τα παιδιά μεγάλωσαν και σκόρπισαν σαν τα παιδιά του λαγού. Κείνος ο Πάνος δεν σταμάτησε ποτέ να πίνει για τη ρούσα που την πάντρεψε με τον άλλον ο πατέρας της και σύντομα μετακόμισε στο νεκροταφείο. Ο άλλος σαν ανεβαίνει στο χωριό περνώντας απ’ τα μνήματα κι αν είναι μέρες πασχαλινές ανάβει τα κεριά σε όλους τους πεθαμένους και λέει με τον καθένα δυο κουβέντες, φτάνοντας στον Πάνο του θυμίζει το χορό με το τραπέζι στα δόντια και κάνοντάς του πλάκα, του λέει, πως η Λαμπρή του Σολωμού ήταν καλύτερη απ’ τα μάτια της ρούσας…

________
[*]Παρμάρα : ασθένεια των ζώων μολύνονταν τα πόδια τους και ψοφούσαν

*

©Πάνος Νιαβής

φωτο: Στράτος Φουντούλης