Κωνσταντίνος Κούσιος, θολές φωτιές πού καίγονται χωρίς να σε φωτίσουν

❇︎

Κομμάτια έγινε η γης
κομμάτια και ο κόσμος

κομμάτια έχω μέσα μου
κομμάτια καταθέτω

*

Γραφή
αρρωστημένη κόρη της σιωπής
υποκατάστατο της παρουσίας

*

Μολυβένια μοναξιά
στ’ άσπρο χαρτί
άνθος
το μεδούλι σου

*

Ήρθαν πτηνά
και φάγανε
ελπιδοφόρους σπόρους
κι έμεινε άδεια
η ψυχή
και λόγος δεν βλασταίνει

αχ και να `ρχόσουν
μάγισσα
μ’ έρωτα να ποτίσεις
τα ξεραμένα σωθικά
σημεία ν’ αναστήσεις

*

Πρόσωπα σκιαγμένα
θολές φωτιές
πού καίγονται
χωρίς να σε φωτίσουν

*

Τις ει
δώσε σημάδι
η νύχτα
θέλει φως

*

Το σώμα
μια πληγή γεμάτη θάνατο
κι ο πόνος της ψυχής
μολύβι

*

Τώρα τελευταία όταν κλείνω τα μάτια βρίσκομαι μπροστά σε μια φαρδιά πόρτα, ντυμένη μ ένα σκληρό, ακατέργαστο μαύρο και μια κάθετη σχισμή, λεπτή σα ξυράφι, να υποδηλώνει τα δυο φύλλα. Νιώθω τη βεβαιότητα ότι είσαι πίσω απ αυτή τη πόρτα, μα δε μπορώ να την ανοίξω, της λείπει κλειδί και πόμολο. Θα θελα να ξερα μια μαγική λέξη αλλά το δέντρο της μαγείας μαράθηκε, στέκεται κει σα κούτσουρο στο χώμα, χωρίς καρπούς τα σκελετωμένα κλαδιά του. Άρχισε να μου μιλάς, καλή μου, το ίδιο θα κάνω κι εγώ μπας και μπερδευτεί κανα σουσάμι στα λόγια μας κι ανοίξει η πόρτα διάπλατα.
Μου λεγες για τους δύσκολους καιρούς
που ζούμε και θα ζούμε
για τα διλήμματα λεγες
π αλύπητα μας βασανίζουν
Μίλαγες για τον άνθρωπο και
για τη κοινωνία
φορές φορές γλυκά
και άλλες οργισμένη
Κοίταζες γύρω σου
κι αστράφτανε τα μάτια σου
κι άλλοτε πάλι δάκρυζαν
τα συμπονετικά σου μάτια
Έβλεπες έναν που μεστά και
με φωνή στεντόρεια
επρέσβευε αντίσταση και
ζούσε υποταγή
Άλλονε ξεδιάντροπα
με του τυράννου τάλαντα
ζωή ν απολαμβάνει
και το σκυμμένο γέροντα
στους κάδους να γυρεύει
κανένα ξεροκόμματο ψωμί
για να χορτάσει
Το φόβο έβλεπες εδώ
και την οργή πιο πέρα
μα πάντρεμα δεν έβλεπες
γιατί η μοναξιά
βούλιαζε τις ψυχές τους
Έψαχνες για το φάρμακο
αντίδοτο να δώσεις
μα ξάφνου εγώ σε έχασα
και να που εδώ σε βρίσκω
Μίλα καλή μου μίλα μου
μη βρούμε το σουσάμι

*

©Κωνσταντίνος Κούσιος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

❇︎