Ολυμπία Θεοδοσίου, δύο ποιήματα

Αθήνα

Πόλη σβηστή η Αθήνα
τις πρώτες ώρες της αυγής.
Άνθρωποι κρυμμένοι στις τερατόμορφες γωνιές της
κάθονται και ξεδιαλέγουν την πραμάτεια,
που σαν λάφυρο κατέκτησαν την προηγούμενη νύχτα.
Με τον κίνδυνο ακόμα να κυλά
στις άκρες των ματιών τους,
προσπαθούν να ακούσουν
τον ήχο από τα κέρματα του παλιατζή,
και κάπως έτσι βρέχει μια πρόσκαιρη Ανάσταση.
Το φως στον θρόνο κάθεται,
άνθρωποι βγαίνουν στον θόρυβο της σκονισμένης πόλης,
μια θέση αναζητούν στην αρένα της σαρκοβόρου επιβίωσης,
όχι για να γίνουν θεοί
αλλά για να νιώσουν ξανά μια αναπνοή.
Τρέχουν, λαχανιάζουν, χλευασμό υπομένουν
τοίχοι βουβοί τους ζώνουν.
Μουδιασμένοι έξω από το σπίτι φτάνουν,
το χέρι στην τσέπη βάζουν
ένας κόμπος τους πνίγει.
Περνούν το κατώφλι
η παρηγοριά βρίσκεται στην πλαστική σακούλα
που φέρουν στο χέρι,
μοσχοβολάει ανθρωπιά,
ούτε και σήμερα τα παιδιά
θα σκαλίσουν την πληγή της πείνας.
Η νύχτα έρχεται ξανά,
άνθρωποι ακολουθούν τα γνωστά σοκάκια
πριν το φορτηγό μαζέψει
τους δικούς τους πολύτιμους θησαυρούς.
Πόσο κοστίζει μια θέση στη ζωή;

*

Χρονική οξείδωση

Η μνήμη του εκθέματος
στροβιλίζεται
σε κορεσμένο χώμα.
Στα μάτια του δύο κέρματα
ψαλιδίζουν τη ζωή
και ο άνθρωπος
έσχατος βαρκάρης
κάθε ωριαίας σκηνής,
οραματίζεται
ένα ανοιχτό παράθυρο
στον εσώκλειστο χρόνο.

*

©Ολυμπία Θεοδοσίου

φωτο: Στράτος Φουντούλης