Σκηνή από ένα έργο
[Κεντράκι εξοχικό σε ελληνική βουνοκορφή. Τριγύρω καλοκαίρι και η θέα ως κάτω στον κάμπο. Μεταλλικά ψυγεία με γυάλινες προθήκες, για πάντα αδειανές, ένα παλιό ημερολόγιο, ο Εσταυρωμένος και ο γέρος από το μυθιστόρημα του Χέμινγουαιη, πάντα παρών, βιγλάτορας του πόντου. Οι τοίχοι είναι σκασμένοι και τα κουρτινάκια χορεύουν κάθε τόσο από τον άνεμο που φθάνει ξαφνικά και ξεθυμαίνει τα άλικα τα ρόδα. Ο ιδιοκτήτης, γέρος, απόμαχος της ζωής στέκει σε μια ψάθινη καρέκλα. Η Ελλάς θέλει τα σύμβολα της σε πρώτο πλάνο. Δεν μιλά μονάχα γνέφει και σηκώνεται από τη θέση του μονάχα για να σερβίρει πικρό κρασί εκείνο τον γενναίο που πίνει στην άκρη του μαγαζιού. Τα ρούχα εκείνου του ανθρώπου είναι φθαρμένα. Φοράει κάτι σαν τις σημερινές στολές των πυροσβεστών και έχει στην μέση του ζωσμένο το μαχαίρι. Και η καπνιά λερώνει το πρόσωπο και τα χέρια του. Δείχνει γερός και δυνατός σαν δέντρο μα η αλήθεια είναι πως την καρδιά του κάτι καίει, σαν ξερόκλαδα. Κάθε τόσο κάποιος φθάνει στο μαγαζί, λέει κάτι σαν «η φωτιά πέρασε το διάσελο, φωτιά» και τότε εκείνος χτυπάει το χέρι του στο τραπεζάκι του καφενείου. Και αναπηδάνε τα βάζα και το τασάκι και το ποτήρι του πέφτει και γίνεται χίλια κομμάτια. Δίχως να μιλήσει ο καφετζής σηκώνεται και με αργά, σοφά βήματα του φέρνει ένα καινούριο ποτήρι, με το ίδιο, το απαράλλαχτο, πικρό κρασί. Κάθε τόσο καπνοί τους κυκλώνουνε, ο γέρος βήχει, ο άλλος κοιτάζει το κενό με μάτια κατακόκκινα, σαν του λύκου. Εκείνος με την πορφύρα μες στο βλέμμα είναι ο Διγενής και ο γέρος καφετζής, ο θάνατος, που θερίζει τις όμορφες μέρες.]
Διγενής: (κρύβει το πρόσωπό του) Ακούς εκεί! Πάλι μου την έφερε ο γέρο θάνατος. Πήγα μωρέ στα μαρμαρένια αλώνια, μαζί του πολέμησα τρία μερόνυχτα. Τον είχα του χεριού μου και όλα δείχνανε πως τον κόσμο θα λευτέρωνα, μα ήταν τότε που μου΄δωσε την βολή, που την ονομάζουνε χαριστική. Με γονάτισε ο γερό θάνατος και γελούσε που με έβλεπε να δαπανιέμαι, μισός σε τούτο τον κόσμο και ο άλλος στους κάτω κόσμου τα σκαλιά που βγάζουν ως πέρα στη λησμονιά. Έι, γερό θάνατε, τι θαρρείς; Πως με έκανες δικό σου; Μάθε το γέρο θάνατε, και αν είναι το στόμα στυφό και αν το κρασί μου με πικραίνει, εγώ είμαι ο Διγενής. Ξέρω πώς είναι να ζει κανείς στις εσχατιές, τι ψιθυρίζει η νύχτα και τα μυστικά ονόματα των ανέμων που αν κανείς τα ξεστομίσει όλα γίνονται μεμιάς ωραία και ιδανικά. Ξέρω πώς φθάνει η άνοιξη και τι χάλασμα είναι το καλοκαίρι με τ΄ανοιχτό , το καφετί του χρώμα. Ξέρω, και τι δεν ξέρω και όμως ο γέρο θάνατος, ο μπαγαπόντης με έβαλε στο χέρι. Και έτσι κουρασμένος, μου ΄πε πάμε ως το μαγαζί του πεθαμένου να σε φιλέψω ένα κρασί. Πολέμησες γενναία και έχεις την καρδιά του λιονταριού, σου αξίζει. Πουθενά δεν βγάζει τούτη η έχθρα, του ΄πε μιλώντας την φωνή της λογικής. Και έτρεχε η φωτιά και ακούγονταν χλωρές οι φωνές των ανθρώπων, τα κοπάδια τρέχανε ξέφρενα αρματωμένα με φόβο, η αθωότης επέθαινε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. «Η φωτιά πέρασε, καμίνι η ζωή μας», είπε ένας σβέλτος που φάνηκε ως την πόρτα του μαγαζιού και έπειτα αναλήφθηκε στους λαϊκούς ουρανούς με την χάρη μολυβένιου χελιδονιού. Γονάτισα, η προσευχή μανιασμένη με πλημμύριζε και ήταν ο νους μου θολός σαν τα νερά του ποταμού. Μα εγώ μπορούσα να δω τον γέρο θάνατο που μου χαμογελούσε από τους απροσμέτρητους βυθούς, τους λυπημένους. Σαν μεθύσαμε μου ΄πε πως ήρθε πια η ώρα. Και εγώ συμφώνησα και οι δυο μας, με την βροχή που πέφτει λυτρωτική και αρχαία πολύ δώσαμε τα χέρια. Ένας άλλος εισέβαλε στο μαγαζί και συντάραξε την πόρτα. «Η φωτιά έφθασε, χαμένοι πάμε!» και το ΄βαλε στα πόδια. Μα τίποτε δεν μπορούσα να κάνω πια. Ο γέρο θάνατος ξανάπε ήρθε η ώρα και θέρισε την ψυχή μου που έμεινε για πάντα απατηλή και ωραία.
[Ο γέρος καφετζής πλησίασε. Φορούσε γαλάζιο πουκαμισάκι καλοκαιρινό και χοντρά γυαλιά. Ίσως να ήταν ο γέρο θάνατος, επειδή σαν έκλεινε πίσω της την πόρτα ετούτο το έργο, πρόλαβε και είπε, «εκείνη η ώρα ήρθε και δεν παίρνει αναβολή». Αργότερα ακούμπησε την ράχη του επάνω στον χρόνο και αποκοιμήθηκε για πάντα.)
Διγενής: Σαν έρθω ξανά, – το υπόσχομαι εγώ, ο Διγενής – σαν έρθω ξανά με τη φωτιά θα πολεμήσω.
[Η φωτιά τώρα τους κυκλώνει και όλα καίγονται σαν το κεράκι της Λαμπρής. Και όλα φτωχαίνουν και η Ελλάς λιγοστεύει. Και ο γέρος πίσω από τις φλόγες, καπνίζει και γελά και τα ψυγεία λιώνουν και ο αφέτης χρόνος παγώνει και εκείνος. Ω, εκείνος ο γέρος είναι στα σίγουρα ο θάνατος. Ο καφενές του, το μαγαζί των πεθαμένων, είναι το μόνο με αυτήν την θέα. Και έτσι μπορεί κανείς να θαυμάσει την ομορφιά που ξοδεύτηκε και πάει. Ένας μικρός μπαίνει στο μαγαζί. «Καήκαμε μωρέ, καήκαμε!» και χάνεται μαζί με την σιγουριά της ύπαρξής του. Και ο Διγενής που κορφολογάει τις κορυφές και γεφυρώνει τα χάσματα. Από στάχτες η καρδιά του την παίρνει ο άνεμος και τον θάνατο περιγελά. ]
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.