από το βιβλίο των ιστοριών
του καλοκαιριού
Η Καπελού τριγυρίζει μονάχη στους δρόμους της πόλης. Θυμίζει εκείνη την φριχτή ηρωίδα όταν ούρλιαζε για μια πολιτεία, δώστε μου μια πολιτεία έλεγε και ήταν απεγνωσμένη, αφοσιωμένη σε ένα τρομερό δράμα. Μα η Καπελού δεν νοιάζεται για τίποτε. Και μες σε δυο δάχτυλα κρασί μπορεί να χωρέσει τον καλύτερο εαυτό της, κάπως ραγισμένο πια μα με έκδηλη την ξεχωριστή χάρη και μια ανείπωτη καλοσύνη που έκανε πάντα για εκείνη τη διαφορά. Όλα αυτά συνθέτουν την γοητεία της Καπελού που έχει τόσους φίλους όσα και τα φύλλα των δέντρων αυτής της πολιτείας.
Μα είναι Αύγουστος και η μοναξιά αρχίζει να σφίγγει τα πάντα γύρω. Λίγο ακόμη και η κρατημένη της ανάσα θα ξοδευτεί μες στην τραγωδία της ζωής της. Οι ήχοι του καλοκαιριού την θυμώνουν. Για παράδειγμα, ο νους της πονά από εκείνον τον επίμονο βόμβο των τζιτζικιών που τραγουδούν και η Καπελού θέλει να κόψει όλα τα δέντρα, να μην αφήσει ούτε ένα όρθιο, η Καπελού που τριγυρνά με το τσεκούρι και ένα παράταιρο χαμόγελο. Η Καπελού δεν είναι δυστυχισμένη και όταν μεθά η καρδιά της γαληνεύει και μπορεί να γίνει ευγενική και γλυκιά και σχεδόν καλόκαρδη. Μα τις περισσότερες φορές, η σιωπή που φτερουγίζει μέσα της σε συνδυασμό με την έλλειψη του ποτού την κάνουν να μισεί όλους τους φίλους της. Και είναι τότε που οι περισσότεροι σαν την ξεχωρίσουν με το χαρακτηριστικό της καπέλο, τύπου ιπποδρομιών στρίβουν γρήγορα σε μια άλλη οδό. Και ας κάνουν λίγη περισσότερη ώρα, ο καθένας δικαιούται να αργήσει σε ένα ραντεβού και άλλωστε, αν ήξερε το ταίρι σας τι σημαίνει μια θυμωμένη Καπελού, θα προσευχόσαστε στον Άγιο Αυγουστίνο που η αγάπη σας ξέφυγε από τα νύχια της.
Έχει σταθεί έξω από την ταβέρνα. Κάτι λιγοστές παρέες την περιφρονούν και περνούν την ωραία πύλη με την κληματαριά δίχως ντροπή και συγκίνηση. Οι κύριοι καθώς πρέπει μα ελαφριά σπορτίφ και οι κυρίες με πάνινα παπούτσια και αέρινα φορέματα. Αν ποτέ φυσήξει στην ζωή μας ένας γενναίος άνεμος όλα τα φουστάνια της πολιτείας θα κυματίσουν όπως μεσίστιες σημαίες χωρών που κατακτήθηκαν. Άμα νυχτώσει θα πιάσει εδώ έξω το τραγούδι, λέει κάποιος άλλος, έξω από τον κύκλο αυτής της ιστορίας. Και τότε κάποιος θαμώνας θα της πει, έλα μέσα, εσύ Καπελού, έλα να μας πεις δυο τραγουδάκια και το κρασί σου κερασμένο.
1939. Λίγο πριν τον πόλεμο. Η Έλεν μοιάζει με ένα πολύ μοντέρνο κορίτσι. Ακούει μουσική στην πλάκα, χορεύει με ανοιχτά παράθυρα, σπουδάζει και βγαίνει με ανάμεικτες παρέες. Ατέλειωτες βόλτες κατά μήκος του ποταμού και πάλι κλεφτά φιλιά με αγόρια που δυσκολεύεται να θυμηθεί. Έχει την όψη εκείνης που ξέρει τι γυρεύει, που γνωρίζει σε βάθος τα χαρίσματα και τις δυνάμεις της τις πνευματικές μα από όλες τις πλευρές της απομένει φωτισμένη μαρκίζα, εκείνη που μιλά για ομορφιά. Νιώθει κανείς μεθυσμένα τα χελιδόνια μες στην καρδιά του, νύχτες καλοκαιρινές ξυπνούν με μια απόκρισή της. Στο ραδιόφωνο μια έκτακτη είδηση. Πόλεμος, κυριαρχήσετε, οι δύσκολες στιγμές που έρχονται, το διάγγελμα του θάρρους, το σκυθρωπό πρόσωπο του πατέρα. Και η τελική του δήλωση, πρώτα τους Εβραίους. Η Έλεν είναι ένα πολύ μοντέρνο κορίτσι και τώρα όλοι της οι φίλοι φεύγουν με παγωμένα αντίο στα χείλη τους, ήσυχοι, βέβαιοι, σίγουροι πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Φαντάσου. Τώρα πια Έλεν δεν έχει σημασία που είσαι όμορφη. Το πιο πικρό τραγούδι θα ΄ναι το ξόδεμα σου Έλεν, το ξόδεμα της πικρής γενιάς του Λένιγκραντ.
Και έπειτα ταξίδια με το τραίνο σε αχανείς πεδιάδες, στρατιώτες και άγρια λυκόσκυλα και εξοντωτικοί προβολείς. Ταπεινωμένη μες στην παγωνιά, ανάμεσα σε άλλες και γύρω τα παιδιά να πέφτουν σαν λαβωμένα πουλιά. Και να μην βγαίνει καμιά κραυγή από το στόμα της, με την φωνή της χαμένη για πάντα στα βάθη του κορμιού της. Και άλλωστε τι θα μπορούσες να πεις για όλα αυτά Έλεν; Για τα γκέτο που συνθλίβονται, για τις ατέλειωτες λίστες του θανάτου, τα δικαστήρια του δρόμου; Τίποτε Έλενη, μόνο μια από ένστικτο προσήλωση στην ζωή, όπως όταν κανείς γεύεται το σκοτάδι και στην άκρη μιας σήραγγας διακρίνει αχνό το φως, κάτι δισταχτικό και ηρωικό, σαν ολομόναχη ελπίδα. Η Εργασία Σώζει , αποθήκες από τούβλο και λάσπη και ο άνεμος που σφυρίζει μες στους θαλάμους. Εκεί μέσα η νύχτα ήταν αλλιώτικη, βαριά και ανυπόφορη. Όλοι βάζαμε κόντρα για να την κρατήσουμε μακριά μας και όμως αρκούσαν τα αναφιλητά για να χάσουμε την ψυχραιμία μας. Αρκούσαν οι φωνές των στρατιωτών που μας ξυπνούσαν λίγο πριν τις πέντε. Αν κάποιος αργούσε τον πυροβολούσαν με ψυχραιμία και ίσως με μια διάθεση κόπωσης, αυτό θυμάται. Ήταν στο σπασμένο γυαλί που κοιτάχτηκε. Είχαν περάσει χρόνια που έπαιζε αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι. Το πρόσωπό της ήταν σκαμμένο και στο βάθος δεν υπήρχε σχεδόν τίποτε απ΄εκείνο το κορίτσι.
Δουλειά σε ένα ραφτάδικο. Όλοι γυρεύουν κάποιον στα μηνύματα του Ερυθρού Σταυρού. Οι χήρες πουλούσαν ότι είχαν και δεν είχαν από κοστούμια και παντελόνια και οι μεταποιήσεις είχαν μεταβληθεί σε ένα πρώτης τάξεως σπορ. Το μαγαζάκι ήταν πάντα γεμάτο. Η Έλενη δουλεύει την μηχανή και δεν αλλάζει κουβέντα με κανέναν. Το παράξενο είναι πως φοράει ακόμη το κίτρινο άστρο της. Κάθε τόσο το αγγίζει και έπειτα συνεχίζει την δουλειά της. Μένει πάντα ως αργά και δουλεύει επάνω στο μεράκι της. Λατρεύει τα καπέλα και είναι το μόνο που έχει κατορθώσει να σώσει από το ΄39. Όλα τα άλλα γκρεμίστηκαν και οι δεκαετίες περνούν τόσο γρήγορα και η ιστορία δεν πρόκειται ποτέ να σου επιστρέψει Έλεν, τα χρόνια της αθωότητας που σου στέρησε. Ήταν σε μια Αποκριά που καθώς άφηνε πίσω της το ραφτάδικο δυο ντυμένοι Γερμανοί της φράξανε τον δρόμο. Και η Έλενη δεν μπόρεσε, δεν το ήθελε μα δεν μπόρεσε να μην ουρλιάξει. Την πήραν οι τραυματιοφορείς καθώς οι άλλοι προσπαθούσαν να αλαφρώσουν τη θέση τους. Κανείς δεν την ξανάδε και τα πράγματα του σπιτιού της τα πετάξανε στον δρόμο. Είπαν πως χάλασε ο νους της και θα λείψει για καιρό, ίσως για πάντα. Και κούνησαν το κεφάλι κάπως αμήχανα και με μια ιδέα ανακούφισης που δεν γύρεψε η μοίρα το ίδιο και από εκείνους.
Και η Καπελού που τραγουδά και η φωνή της σπάει και όλοι γελούν με τα παράταιρα της ρούχα που θυμίζουν παλιάτσο. Και είναι τα λόγια της κουβέντες γλυκές από χείλη πικρά. Και η Καπελού χτυπάει ρυθμικά το ντέφι της και οι θαμώνες περνούν χορεύοντας όπως στα φιλμ. Ο καθένας έχει τον χρόνο του για ένα ευτυχισμένο κάδρο και όλοι περνούν χαρούμενοι εμπρός από την Καπελού που σωριάζεται χάμω. Οι χορευτές γελούν μαζί της, την βρίζουν, κάποιος λέει δώστε της να πιει και δρόμο. Οι άλλοι την ραντίζουν με κρασί και σκίζουν ακόμη περισσότερο τα ρούχα του παλιάτσου και την σκεπάζουν με τα γκιγκάν τραπεζομάντιλα για να κάνουν χάζι μαζί της. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Και η Καπελού δεν είναι πια μια ζωγραφιά, δεν είναι το άγαλμα και το ανάγλυφο. Μονάχα το συντρίμμι ενός σπουδαίου μεγαλείου, αυτό μόνο. Τίποτε το ένδοξο δεν υπάρχει για αυτήν, μήτε η υπερηφάνεια που την έκανε να δρασκελίζει αποφασιστικά την λεωφόρο εκείνο το ‘ 39.
Για αυτό σαν τη δείτε να μην στρέψετε το βλέμμα σας. Επειδή η Καπελού προσπαθεί στην έξοδό της να κρατήσει μια αξιοπρέπεια, μιλώντας με όρους σαιξπηρικούς. Μην την περιφρονήσετε και μην σκεφτείτε άσχημα για εκείνη. Δεν είναι πάντα μόνη, έρχονται και στιγμές που έχει πλάι της αγγέλους να την κοιτάζουν με απέραντο θαυμασμό. Και θυμηθείτε, να της πείτε έναν καλό λόγο για το καπέλο της που μοιάζει μυθιστορηματικά στολισμένο. Κάτι όπως, αυτό είναι ένα αληθινό έργο τέχνης. Έλεν.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.