Μονόπρακτο αφιερωμένο
στα κόκκινα κορίτσια
[Έρημη, αυγουστιάτικη πόλη χωρίς γραμμές άμυνας και τροχοφόρα και με κατάκλειστα μαγαζιά. Στους κακόφημους δρόμους τα κόκκινα κορίτσια κάνουν εκείνο που ξέρουν καλύτερα. Φορούν πολύχρωμα φορέματα και είναι βαμμένες έντονα. Γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, τόσο ώστε να περνούν την ώρα τους λέγοντας ιστορίες που ένας θεός ξέρει αν είναι αληθινές. Η Αν είναι καινούρια στους δρόμους και απέραντα όμορφη. Οι φιλενάδες της δεν την συμπαθούν στα αλήθεια και της κάνουν δύσκολη τη ζωή. Και έτσι η Αν στέκει παράμερα και όλο κλαίει επειδή αυτή τη ζωή δεν την φαντάστηκε ποτέ, επειδή αυτή η ζωή είναι επικίνδυνη και μοιάζει τόσο μακρινή από όσα ονειρεύτηκε.
Το φουστάνι της είναι στο χρώμα του κερασιού. Όπως και τα χείλη της. Το δέρμα της λευκό και το άρωμά της φέρνει στο μυαλό ανθισμένες τριανταφυλλιές. Η καρδιά της φαντάζει πληγωμένη και τα μάτια της θλιμμένα, βαμμένα με το σπίρτο. Η μοναδική της φιλενάδα δεν είναι άλλη από την γερασμένη Κάθριν που έχει γευτεί ετούτη τη ζωή με το κουτάλι. Οι δυο τους κρατιούνται η μια από την άλλη και προσπαθούν να αντέξουν το βάρος τούτης της νύχτας. Στέκουν κάτω από τον στύλο του φωτισμού και ένα σύννεφο από πεταλούδες της νύχτας τις συντροφεύει. Τα αυτοκίνητα περνούν αργά, κάποιοι γελούν μαζί τους, κάποιος ρωτά «πόσο πάει;», έπειτα επιταχύνει εξαπολύοντας ακατανόμαστες βρισιές. Μερικά παιδιά που διαβαίνουν εκείνους τους δρόμους, κοιτάζουν τα κορίτσια με έκπληξη και απορία. Ακόμη δεν φαντάζονται πόσο εύκολα η ζωή παίρνει τις ασχημότερες τροπές, δεν θα μπορούσαν να υποψιαστούν πως ετούτος ο κόσμος είναι καμωμένος με ένα σωρό θεϊκές ατέλειες.]
Κάθριν: (καπνίζει και κοιτάζει πέρα τον δρόμο) Ω, εκείνα τα αγόρια! Τι όμορφα Θεέ μου έτσι που αγνοούν ακόμη τους άγριους έρωτες. Περνούν από εδώ μα ποτέ τους δεν πλησιάζουν. Οι μητέρες τους Αν, οι μητέρες τους δεν θα τα άφηναν ποτέ να δεθούν με ένα κορίτσι σαν εμάς. Σαν εσένα, Αν, μια και εγώ ετοιμάζομαι κιόλας να διαβώ στην άλλη πλευρά.
Αν: (τινάζεται νευρικά) Μην το ξαναπείς αυτό ποτέ Κάθριν! Δεν έχεις λόγο να πεθάνεις. Σε λίγο καιρό ετούτη η ζωή θα πάρει τέλος και για τις δυο μας. Φαντάσου μας, Κάθριν, σε ένα μικρό διαμερισματάκι, να φιλοξενούμε φίλους και να πίνουμε ως το πρωί. Δεν θα ΄ναι όμορφα, Κάθριν; Μπορείς να περιμένεις κάτι τέτοιο; Είναι πολύ για σένα Κάθριν όλο αυτό το όνειρο;
Κάθριν: (γελά και της χαϊδεύει τα μαλλιά) Όχι, είναι υπέροχο στα αλήθεια Αν. Στα παράθυρα θα έχουμε λουλουδάτες κουρτίνες και τον χειμώνα θα κοιτάζουμε τις στάλες της βροχής που πέφτουν στην στέγη του συνεργείου.
Αν: Συνεργείο;
Κάθριν: Ίσως να θυμάμαι ακόμη το πατρικό μου, Αν. Κάθε φορά που έβρεχε η μητέρα κοιμόταν με ένα μπουκάλι τζιν στην αγκαλιά της και εγώ, εγώ κοιτούσα πέρα τα αγόρια του συνεργείου που συνέχιζαν την δουλειά τους κάτω από την παγωμένη βροχή. Τα πρώτα αγόρια που αγάπησα ανήκουν σε εκείνη τη σκηνογραφία, Αν.
Αν: Στο υπόσχομαι Κάθριν, το σπιτάκι μας θα έχει για θέα του την ζωή.
Κάθριν: Ίσως να μην μου αξίζει Αν.
Αν: Ω, πιστεύω πως για σένα αξίζει περισσότερο από κάθε άλλον, εκεί έξω.
Κάθριν: (λυπημένη και κάπως αμήχανη) Κουσούρια, στραβοπατήματα, ατέλειες, τόσα λάθη Αν. Δεν το νομίζω πως μου αξίζει μια καλύτερη ζωή. Μα για σένα Αν, αυτός ο κόσμος σε λερώνει. Και η ζωή στον δρόμο θα κάνει την ομορφιά σου να μοιάζει με κάτι σπασμένο (της χαϊδεύει τα μαλλιά, αγγίζει απαλά), τόσο γρήγορα που θα γείρει, σαν τριαντάφυλλο της πόλης. Για αυτό Αν, βρες ένα καλό παιδί και ξέχασε τα όλα.
[Ένα γυαλιστερό, ακριβό αυτοκίνητο σταματά εμπρός τους. Ένας καθώς πρέπει κύριος, περισσότερο ευγενικός από όσο θα πίστευε κανείς τους χαμογελάει. Γνέφει στην Αν και εκείνη μπαίνει στο αυτοκίνητο. Δίνουν ραντεβού με την Κάθριν σε λίγη ώρα στο ίδιο σημείο. Το αυτοκίνητο απομακρύνεται. Στην σκηνή οι δυο τους τώρα, εκείνος ο άνδρας και η Αν και στην σκηνή ένας έρημος δρόμος και ο ήχος της θάλασσας τριγύρω.)
Αν: (κάπως επιφυλακτική) Ας τελειώνουμε κύριε.
Κύριος: Μα δεν βιαζόμαστε και άλλωστε μπορώ να σε πληρώσω. Είσαι όμορφη. Πώς σε λένε;
Αν: Με λένε Αν και δεν είμαι όμορφη. Ας τελειώνουμε λοιπόν.
Κύριος: Δεν είσαι σαν τα άλλα κορίτσια Αν. Μια καθόλου καθημερινή υπόθεση. Ας κάνουμε κάτι με αυτήν την ομορφιά σου. Παραπάει, σωστά;
Αν: Τι σημαίνει αυτό;
[Ο άνδρας της επιτίθεται, εκείνη τρέχει, ο άνδρας την χτυπάει. Έπειτα εξαφανίζεται. Σε λίγο ξημερώνει, η Αν μοιάζει διαλυμένη, το πρόσωπό της πληγωμένο, το φουστάνι της σκισμένο. Βαδίζει με σπασμένα τακούνια στον κεντρικό δρόμο. Νιώθει πως δεν την κρατάνε τα πόδια της. Πέφτει και πεθαίνει, μονάχη της με το όνομα της Κάθριν στα χείλη της. Πολύ αργότερα, η Κάθριν συντριμμένη ακούει όσα γίνανε από τους ανθρώπους της ασφάλειας.]
Άνθρωπος της ασφάλειας: (καπνίζει και μοιάζει σκεφτικός, ίσως και λίγο διεκπεραιωτικός, όπως αρμόζει σε τέτοιες, συνηθισμένες υποθέσεις) Καμιά σας δεν θα έχει καλό τέλος με τούτη την δουλειά. Στο έχω ξαναπεί Κάθριν, καιρός να αλλάξεις ζωή. Είδες πόσο εύκολα μπορεί να πέσεις θύμα κάποιου παράξενου τύπου με σκοτεινή ψυχή;
Κάθριν: Αυτή η ζωή δεν έχει τέλος, πια για μένα κύριε. Όσο για την Αν, ήταν στα αλήθεια πολύ καλή και αθεράπευτα όμορφη. Απλά δεν πρόλαβε να δραπετεύσει από όλα αυτά. Αυτό είναι όλο, κύριε.
Άνθρωπος της ασφάλειας: Δεν πρόλαβε, ε; (ειρωνικά)
Κάθριν: Όχι, δεν πρόλαβε κύριε. Εξέτισε την αλλόκοτη ποινή της και έπειτα μια στάλα μέλι στο τσεκούρι αρκούσε για να την ξεγελάσει.
Άνθρωπος της ασφάλειας: Μέλι στο τσεκούρι, ε; Καλό και αυτό.
[Η Κάθριν κάτω από το ολομόναχο φως. Μια πεταλούδα ακουμπά πάνω στο χέρι της. Κουνάει τα φτερά της μα δεν φεύγει. Τόπους τόπους έχει το χρώμα του κερασιού.]
Κάθριν: Το ΄ξερα πως θα ξανάρθεις, Αν. Ω, μα είσαι όμορφη πολύ. Γλίτωσες Αν, αυτό είναι όλο.
[Αργά φθάνει το πρωινό με τελευταία σκηνή τον ολομόναχο στύλο και την σκοτωμένη πεταλούδα της νύχτας. Η Κάθριν έχει χαθεί μες στα στενά της πόλης που ξημερώνει. Μεσολάβησε μονάχα για να περάσει ετούτη η νύχτα.]
__________
*Ζυράνα Ζατέλη
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.