
Το μαγαζί που είχα φτιάξει κάποτε δεκαοχτώ χρόνων. Εκτός από το φως, το νερό και κατ’ ονομα που του είχα δώσει, δεν έχει πια τίποτε άλλο δικό μου. Σαν παιδί που μεγάλωσε, απομακρύνθηκε από το γονιό του, μπλέχτηκε με ξένους ανθρώπους κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.
Ευτυχώς, οι παλιοί φίλοι έγιναν εστιάτορες και ξενοδόχοι. Έφτασα έγκαιρα, για τα εγκαίνια της «Μερσίνας», του ξενοδοχείου που έφτιαξε ο Γιωργάκης Ταυλάριος στις Μυρτιές, απέναντι από το άλλο, του Μιχάλη του Μαύρου. Κάτω από ένα μεγάλο ευκάλυπτο διαθέτει ίσως το καλύτερο μπαρ του νησιού και δίπλα μια πισίνα, για να πέφτεις κάθε τόσο και να δροσίζεσαι.
Λίγο προτού αναχωρήσει το πλοίο, άκουσα τη μεταλλική φωνή του Παναγιώτη του Νευρικού και μετά από ώρα είδα και τον ίδιο να κυκλοφορεί ανάμεσα στους επιβάτες. Έγερνε αφύσικα από τη μια πάντα, ώστε να μπορεί να σηκώνει το βαρύ καλάθι με τα μπισκότα και τ’ αμυγδαλωτά. Φαινόταν κουρασμένος και σαν να τον ενδιέφερε κάτι που δεν ενδιέφερε κανέναν από τους ταξιδιώτες. Βιαστικός, σταμάτησε για λίγο μπροστά μου χωρίς να με γνωρίσει ή χωρίς να νοιάζεται που με αναγνώρισε. Κι όμως κάποτε έλειψε να σκοτωθούμε.
Ήταν η πρώτη χρονιά μου στο νησί και κάπως καθυστερημένα έμαθα για το πανηγύρι του Σταυρού, που γινόταν σ’ ένα κοντινό χωριό.
Πήρα, λοιπόν, τα δυο τσουβάλια με τα ψωμάκια που είχα προμηθευτεί για τη μέρα, λουκάνικα και μία χύτρα κι έστησα με τη γυναίκα μου μία φουφού δίπλα από τη φωτογραφημένη τροχοκαντίνα του Παναγιώτη. Ξεφώνιζα ότι μαζί με τα σάντουιτς έχει και μια μπίρα τζάμπα. Οι πελάτες το διασκέδαζαν, όμως ο Παναγιώτης βγήκε από τα ρούχα του και κουβάλησε την αστυνομία.
― Πού είναι, ρε ψεύτη, η μπίρα; Αφού δεν εχει μπίρες!…
― Έλα αύριο στο μαγαζί μου να την πιεις, του λέω.
Πραγματικά, την επαύριο ήρθε και ήπιαμε παρέα όλες εκείνες τις μπίρες που αμέλησαν νά ‘ρθουν να πιουν οι χτεσινοί μουστερήδες.
*
[Αντώνης Σουρούνης, Υπ’ όψιν της Λίτσας, διηγήματα, εκδόσεις Καστανιώτη, 1992
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.