Πάθηση χωρίς προηγούμενο
Πείτε μας για τα γεγονότα.
Α, ναι, βέβαια, τα γεγονότα. Συμβαίνουν πάντα, κανείς μας δεν τα υποψιάζεται ενώ αυτά ευθύς αποκτούν μια μεγάλη βεβαιότητα, πάει να πει δεν αμφισβητούνται. Τα υπόλοιπα παραμένουν μια παλιά, καλή ιστορία. Η μνήμη αναλαμβάνει τη δουλειά, καμιά φορά αναπολούμε, σχεδόν νοσταλγούμε αυτές τις αναμνήσεις, μα στ’αλήθεια κύριε, παλεύουμε με τον χρόνο. Είμαστε ένα κομμάτι ομίχλη, κύριε, αυτό ακριβώς.
Ναι, μα οι αναγνώστες μας θα θέλουν να διαβάσουν όσα συνέβησαν.
Ας είναι, εγώ ότι ήθελα να πω το είπα. Αντίο σας.
Και ο τύπος ξεγλίστρησε μες στο πλήθος που κοιτούσε τον φακό. Στο φόντο το πτώμα της εποχής μας, με επένδυση ωραίων προσόψεων και πολύχρωμων έρκερ, τόσο καταθλιπτικών έτσι που σκάει το χρώμα τριγύρω. Ένας άλλος εμφανίστηκε στη θέση του.
Και επιτέλους, μάθαμε και εμείς τι αφορούν αυτά τα περιβόητα γεγονότα. Κάποιος θα’λεγε πως αυτή εδώ η ανταπόκριση έχει χάσει κιόλας το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μα θα συνεχίσει τ’αφήγημά της, έτσι για να πέσει ηρωικά και αυτή στη λήθη.
Ο δεύτερος τύπος έφτιαξε λίγο τη γραβάτα του, χτένισε τα μαλλιά του, ψέλλισε είμαι έτοιμος και ο δημοσιογράφος επανέλαβε με χαμόγελο οκτώ και τέταρτο, συγκρατημένο μα ευγενικό, πολύ κατάλληλο για το δελτίο ειδήσεων, πολύ κατάλληλο.
Πείτε μας τι συνέβη.
Μάλιστα, να σας πω. Ο κύριος ασθενής εμφανίστηκε στα επείγοντα περί την δευτέραν μεσημβρινήν. Είμαι βέβαιος για αυτό που σας λέω διότι εκείνη την ώρα γευματίζω και πάντα μεταξύ δύο και δυόμισι φροντίζω να μην παραλείπω τη διατροφή μου. Σήμερα η καλή μου με είχε εφοδιάσει με φρούτα, κόκκινες φράουλες, καταπράσινα μήλα, μια ολόκληρη, νεκρή φύση βρισκόταν στο σάκο μου. Οι φωνές αναστάτωσαν ασθενείς, ιατρούς και ειδικευόμενους. Οι νοσηλευτές ο καθένας με ένα καρότσι πρόβαλαν σαν σύνολο χορευτικό. Παντού ένας βόμβος μεταλλικός και το επίμονο ερώτημα, τι συνέβη, τι συνέβη. Όλοι κοιτούσαν στην είσοδο, περίμεναν κάποια εκατόμβη, διαλυμένα κορμιά με δίχως ζωή πια μέσα τους. Δόθηκε εντολή στο νεκροτομείο να διανυκτερεύσει, δόθηκαν τα χέρια, ο υπάλληλος πληρώθηκε, ικανοποιημένος άναψε τα φώτα. Και από κάθε γωνιά της πόλεως τούτης μπορούσες να διαβάσεις Νεκροτομείον με μια πατίνα αρχαιολογίας ή κλέους που δεν διαθέτει καθόλου ο θάνατος.
Η πόρτα επιτέλους άνοιξε, δεν ήταν κανείς, μόνο που ξάφνου από τη γωνιά φάνηκε ένας άνδρας. Θα ‘ταν κοντά στα πενήντα, περπατούσε με δυσκολία, κρατούσε το στομάχι του. “Πυροβολισμός”, “εγκυμοσύνη”, “ερωτική απογοήτευσης, να ειδοποιηθεί ο ψυχολόγος, δεν με απασχολεί αν ερωτοτροπεί στο τρίτο πάτωμα του πάρκινγκ, χρειάζεται να δώσει ετυμηγορία και μπορεί να ξαναφύγει”. Τοποθετήσεις υπήρξαν πολλές, μα το μυστήριο λύθηκε – κατ’ευφημισμόν δηλαδή , καθώς τα πράγματα περιπλέχτηκαν. Θέλω να πω ο κύριος πλησίασε τον γκισέ, η επικεφαλής κυρία Μάρθα – τι καλή κυρία, με χιλιάδες τσιμπιδάκια στα μαλλιά της, ένα έργο της τέχνης σαν να λέμε – τον ρώτησε ευγενικά. “Πώς να σας βοηθήσω, κύριε; Πονάτε;” και ο άλλος αποκρίθηκε δίχως να μιλήσει. Έγνεψε δυο φορές ναι και ένας τραυματιοφορέας πάρκαρε με χάρη το κρεβάτι του πλάι στον άνδρα με την άγνωστη πάθηση. Εκείνος ξάπλωσε και ευθύς κοιμήθηκε και τότε πλησιάσαμε, όπως κανείς προσεγγίζει τ’ άγριο ζώο, για να πει, μέγιστα θαύματα, τα έργα του Θεού. Ροχάλιζε εντυπωσιακά και ο πνευμονολόγος έσκυψε με σοβαρότητα πάνω από το στόμα του. Μα η κυρία Μάρθα είπε, “κοιτάξτε την κοιλιά του” και όλοι κάναμε “α!” και ένας ξεκούμπωσε την πουκαμίσα του ανδρός. Ο οδοντίατρος που δεν δουλεύει δίχως φώτα πλησίασε τον λαμπτήρα στο στομάχι του ασθενούς. Υπήρξε μια σκιά, κάτι σαν ζωγραφιά, κάποιος έτρεξε να φέρει το μηχάνημα των υπερήχων. Ο χειριστής εστίασε στη ζωγραφιά. “Οι ζωγραφιστοί, Ταρκουίνια, της οργή, νομίζω σταφύλια, ταμπούρλο θαρρώ, Θεέ μου πόσοι τίτλοι. Κυρίες και κύριοι, πρόκειται για εξώφυλλα” είπε ο χειριστής και όλοι ξεσπάσαμε σε ένα απολύτως συγχρονισμένο “α!”, μένοντας με τα στόματα ανοικτά, σε μια παρατεταμένη χασμωδία. Στην τσέπη της πουκαμίσας κάποιος πρόσεξε ένα σημείωμα. “Συγχωρήστε μου την απρέπεια του ύπνου, μα μου συμβαίνει δίχως να το θέλω. Το βάρος του στομαχιού μου με έχει υποτάξει και ο ύπνος συνιστά μια κάποια συνέπεια. Δηλαδή, παραμένει αδύνατο να εργαστώ, να ερωτευτώ, να κάνω το οτιδήποτε. Είμαι βιβλιοφάγος, πάσχω βλέπετε από αυτήν την κακιά συνήθεια. Τρώω στα αλήθεια τα βιβλία, αργά αργά να μην στραβοκαταπιώ, φανταστείτε να πάει στραβά ένα ολόκληρο ταμπούρλο, θα’ναι μια καταστροφή. Μα το πράγμα παράγινε, δεν μπορώ να κάνω τίποτε, υπάρχουν ώρες που πονώ φριχτά και άλλες ώρες που μου αρέσει να νιώθω εντός μου αυτούς τους θρυλικούς συντρόφους της ζωής μου. Σας παρακαλώ, αν διαβάζετε αυτό το σημείωμα τρέξτε σε κάποιον, πείτε του να μου αφαιρέσει όλα αυτά τα βιβλία, σπάνια μα κάποτε, όλοι αυτοί οι δρόμοι με τραβάνε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, με κάνουν κομμάτια κύριε. Βοηθήστε έναν καλό άνθρωπο από το βάρος του”.
Μετά από μια μικρή παύση, ένας ιατρός ζήτησε να οδηγήσουν τον ασθενή σε ένα δωμάτιο. Και να τον αφήσουν να πεθάνει με γαλήνη. Δεν μπορούσαν τίποτε να πράξουν, η βιβλιογραφία υπήρξε ελλιπής. Ίσως να την είχε καταβροχθίσει ο κοιμισμένος άνδρας, και αυτήν. Στο βιβλίο εισόδου παρακάλεσε να γραφτεί το εξής. “Κύριος, γύρω στα πενήντα, βιβλιοφάγος, με συμπτώματα άκρατης υπνηλίας, μέσω σημειώματος υπέδειξε την πάθησή του. Ωστόσο αν και καταβλήθηκαν όλα τα ανθρωπίνως δυνατά, συρροή τραυματιοφορέων, χειριστές υπερήχων, νοσηλευτές δεν απέδωσαν. Ο σφυγμός του ασθενούς παρουσίασε επιβράδυνση, δόθηκε οδηγία για μεταφορά του σε κλίνη αναχωρήσεως. Δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση, αφού κοιμόταν. Η περίπτωσης να αποτελέσει προηγούμενο για περιστατικά δριμείας βιβλιοφαγίας”.
Μετά την υπαγόρευση η διεύθυνση διέταξε την αποκατάσταση της λειτουργίας. Οι τραυματιοφορείς θύμωσαν και παράτησαν τα καρότσια τους στην είσοδο, γίνηκε επεισόδιο, απολύθηκαν όλοι συνοπτικώς και επαναπροσελήφθησαν μετά από υπουργική παρέμβαση, την ώρα που ο καθείς αμφέβαλε αν το είδος υφίσταται ακόμη. Και τώρα μαζεύουμε τα βιβλία από τα ράφια να μην απομείνει κάποιο και κυλήσει ο βιβλιοφάγος του μέλλοντος. Δηλαδή διαμορφώθηκε ένα προηγούμενο”.
Και ο τύπος ξεγλίστρησε στο πλήθος και η ανταπόκριση εστάλη. Είχε τον τίτλο, “Οι βλαβερές συνέπειες της βιβλιοφαγίας, ένα περιστατικό”. Τελείωνε, με την αθεράπευτα κλισέ φράση, “Κυρίες και κύριοι, η στήλη σας καλησπερίζει από την φθινοπωρινή έκθεση βιβλίου” που αποκάλυπτε την αφορμή όλων των τρομερών που διαβάσατε.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.