Ορέστης Καρατζόγλου, διπρόσωπο να είναι το άπαν

Ακοίμητα χέρια, αυλακωμένα
ξαίνουν τις ατίθασες παραφυάδες του χρόνου
σπέρνουν τον συριγμό της μνήμης
σε γη που πείσμωσε κι άλλο καρπό δεν δίνει
ανασταίνουν τα σιωπηλά βλέφαρα
των πεφιλημένων
εκτείνονται αμήχανα για να αδράξουν άλλα,
καταπονημένα, μάταια χέρια.

✳︎

Τι θέλετε λοιπόν;
Να ψαρέψετε μια δυο λέξεις;
Να χειρουργήσετε τους φθόγγους;
Να θέσετε τους όρους για τα νέα προσωπεία;
Όσο σπέρνετε μίσος
Εμείς θα θερίζουμε σταυρούς
Όσο λοξά μιλάτε
Εμείς θα ορθωνόμαστε σαν πράξη
Όσο ψέγετε το σκότος
Το φιλί μας θα διαπερνά σαν λόγχη
Γιατί
Οφείλει το χρέος να είναι δυσβάσταχτο
το μαύρο να έχει απόχρωση
διπρόσωπο να είναι το άπαν
Οφείλει το φιλί να είναι του θανάτου

✳︎

Αδημονώ για τη στιγμή που κυοφορεί το τίποτα,
που άλλη στιγμή δεν φέρνει.
Έτσι, στιγμή στιγμή να στίζω το κορμί μου,
στιγματίας: του απείρου νοσταλγός.

✳︎

του θανάτου το λιθάρι
——ατενίζω αποστεωμένος
————-εδώ και ώρα

το βλέμμα με μίσος δεν συνέχεται
——ανάερα απλώνεται το κοίταγμα
————-σα λίμνη ανώδυνη

συμπυκνωμένη η συμπόνοια πώς οργάζεται
——θερίζει το δοχείο του πόνου

✳︎

αρμοί του δήθεν
——επισκιάζουν τη σκέψη
ικέτιδες φράσεις
——γονυπετείς σε μιαρά τεμένη

όπου συνάδει το χθες με το κύριο
τα εγγενή κλονίζουν τον όρθρο
κι ευάλωτα τα ρείθρα
μπρος στο τίποτε

στελέχη δίχως μίσχο
——ξεραίνουν τους θύλακες της μνήμης
σύντονη η μέθη προσκυνά τα επίγεια
——με ορμή διχάζουν
οι έγνοιες
σωρός του δύνασθαι
το άδειο κέλυφος

νωθρό το σούρουπο αντιβουίζει μειλίχια θλίψη
——αντίλογος παλινδρομεί σ᾽ ανάερα βάθη
σαν άνεμος ψειρίζει τη νυσταλέα λήθη
——αντιφεγγίζοντας φλύαρα

σκυφτή φρονίμως αναλογίζεται
——η κάθε μομφή τη δομική της ύβρη
αθλούνται ανάερες οι ρυπαρές αμβλώσεις
ορθώνονται έφιδρες
καθημαγμένες

κλώθοντας των νοσταλγών τη σήψη
διαρκώς πορεύεσθε
κι αδυνατείτε
να δώσετε μορφή στο πέρας
το υφαντό του διάκοσμου αιώνα

*

©Ορέστης Καρατζόγλου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎