
Ο Τζέιμς Μπερν Γουόρσον ήταν υποδηματοποιός και ζούσε στο Λίμινγκτον του Γουόρκσιαα της Αγγλίας. Είχε ένα μικρό κατάστημα σε μία από τις παρόδους που οδηγούσαν στο Γουόρκ. Στους ταπεινούς του κύκλους θεωρούνταν έντιμος άνθρωπος, αν και, όπως και πολλοί άλλοι της τάξης του στις αγγλικές πόλεις, ήταν κάπως εθισμένος στπ ποτό. Όταν έπινε, έβαζε ανόητα στοιχήματα. Σε μία από αυτές τις πολύ συχνές περιπτώσεις, καυχιόταν για τις ικανότητές του στο βάδισμα και το τρέξιμο, και το αποτέλεσμα ήταν ένας αγώνας. Βάζοντας στοίχημα μία χρυσή λίρα, ανέλαβε να πάει τρέχοντας στο Κόβεντρυ και να γυρίσει, μια απόσταση γύρω στα εξηνταπέντε χιλιόμετρα. Αυτό συνέβη την 3η Σεπτεμβρίου του 1873. Ξεκίνησε αμέσως, έχοντας πίσω του να τον ακολουθεί μλια άμαξα στην οποία επέβαινε ο άνθρωπος με τον οποίο είχε βάλει τον στοίχημα ―και του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι― μαζί με τον Μπάρχαμ Γουάις, έμπορο λινών, και τον Χάμερσον Μπερνς, που νομίζω ήταν φωτογράφος.
Για αρκετά χιλιόμετρα ο Γουόρσον πήγαινε πολύ καλά, τρέχοντας με άνεση και χωρίς να δείχνει καμία κούραση, γιατί είχε πραγματικά μεγάλη αντοχή και δεν ήταν αρκετά μεθυσμένος ώστε να έχει χάσει τις δυνάμεις του. Οι τρεις άντρες στην άμαξα τον ακολουθούσαν σε μικρή απόσταση, και κατά διαστήματα τον πείραζαν φιλικά ή τον ενθάρρυναν, ανάλογα με τη διάθεση. Ξαφνικά, ενώ ο Γουόρσον ήταν στη μέση του δρόμου, ούτε δέκα μέτρα μπροστά τους, και είχαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω του, το είδαν να σκοντάφτει. Έπεσε με το κεφάλι μπροστά, έβγαλε μια τρομερή κραυγή και εξαφανίστηκε! Δεν έπεσε στο έδαφος ―χάθηκε πριν το αγγίξει. Δεν ανακαλύφθηκε ποτέ το παραμικρό ίχνος του.
Οι τρεις άντρες, αφού παρέμειναν αναποφάσιστοι για ένα διάστημα σε εκείνο το σημείο, γύρισαν στο Λίμινγκτον, αφηγήθηκαν την εκπληκτική ιστορία τους και αργότερα συνελήφθησαν. Ήταν όμως άνθρωποι με καλή υπόληψη, θεωρουνταν έντιμοι, δεν ήταν μεθυσμένοι την ώρα του περιστατικού και δεν συνέβη ποτέ τίποτα που να διαψεύσει την ένορκη περιγραφή αυτής της απίστευτης περιπέτειάς τους, για την αλήθεια της οποίας, όμως η κοινή γνώμη διχάστηκε σε όλη τη Βρετανία. Αν είχαν κάτι να κρύψουν, ο τρόπος που επέλεξαν να το κάνουν ήταν σίγουρα ένας από τους πιο παράξενους που επιλέχθηκε ποτέ από εχέφρονες ανθρώπους.
*
[από Ambrose Bierce, Παρών σ’ έναν απαγχωνισμό, και άλλες ιστορίες, μτφρ., Γ. Μπαρουξή, εκδόσεις Το Ποντίκι, 2009
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.