Αντρέας Πολυκάρπου, Από τα νυχτοπούλια λίγο πριν χαράξει

Για σένα

Κλείνεις τα μάτια.
Με τα σκελετωμένα,
έτσι όπως απέμειναν, χέρια
σφραγίζεις τ’ αυτιά.
Την τελευταία αυτή ώρα
που σου απέμεινε
τα βήματα μην ακούσεις του ψυχοπομπού.
Δεν λάθεψες.
Όχι ψυχή μου,
για σένα θα χτυπήσει η καμπάνα.
Αργά, μακρόσυρτα σαν το φτερούγισμα
από τα νυχτοπούλια λίγο πριν χαράξει.

Στον τελευταίο της ζωής
τον αποχαιρετισμό
βγες στο παράθυρο.
Για σένα
δεν θα ανατείλει ξανά ο ήλιος.
Μάταια οι μέρες θα περνάνε.
Εσύ γι’ αλλού τώρα ταξιδεύεις.
Σε πέλαγα ακύμαντα
και σε θάλασσες απάνεμες.
Στο στερνό του Θανάτου πυροφάνι
όλη σου η ζωή θα χωρέσει
σε ένα καλόπρωρο σκαρί.

Τι σκληρός που είναι ο ήλιος.
Τι απάνθρωπο το κάρπισμα της φύσης.
Στην ακολουθία της ζωής
θα στριμωχτείς ψυχή μου
σε μια σκαμμένη γη.

*

Πήρες τα καλοκαίρια

Πήρες μαζί σου τα καλοκαίρια.
Τα βράχια και το αρμυρό κύμα.
Τον καψωμένο του Αυγούστου τον ήλιο
και τις λακκούβες στην άμμο.
Κρύφτηκες κυρτωμένος και μόνος
πίσω από το τελευταίο λιόγερμα.
Της λήθης δεν μου πρόσφεραν νερό.
Θυμάμαι την πλάτη να γυρνάς
σε όλα των παιδικών μου γέλιων
τα ξεβαμμένα πια καλοκαίρια.
Στη χωμάτινη κατηφόρα
ακολουθώ τα βήματά σου.
Τα γυμνά σου πόδια
αντηχούν στα βραχώδη όρη της μνήμης.
Βραχνή μια φωνή
μου ψιθυρίζει παιδικά νανουρίσματα.
Μα εγώ δεν κοιμάμαι πια.
Στη θάλασσα του θανάτου
αφήνομαι – κουφάρι φαγωμένο-
να πλαγιάσω ανάμεσα στα φύκια.
Μην μου κλείνεις τα μάτια.
Με θαλασσινά μίλα μου παραμύθια.
Κι εγώ με ξεφούσκωτους
του ποδηλάτου τροχούς
θα τρέχω και πάλι
στην κατηφόρα με τα λιόδεντρα.
Στο λευκό ξωκλήσι σπείρανε σταυρούς
κι ένα κοιμητήρι άνθισε στην ψυχή μου.

Μην πάρεις μαζί σου
όλα τα καλοκαίρια.
Κρατώ τον ήλιο
και την αρμύρα της θάλασσας.
Άσε μου τη θάλασσα, τα καλοκαίρια.
Είναι ό, τι μου έχει απομείνει.

*

Οι προσευχές της θάλασσας

Με προσευχές ετοιμοθάνατων
μου μιλάει πάντα η θάλασσα.
Ακούω τις λέξεις
τις θλιμμένες δοξασίες του νερού
με τα ράμφη τους
να τρυγάνε οι γλάροι.
Άγια φυλακτά και εικονίσματα
δεμένα στις γλώσσες
αυτών που ακροβατούν
στον αρμυρό ιδρώτα
των ηδονισμένων σωμάτων.
Σε δυο ηφαιστειακών σωμάτων τη λάβα
πυροβατεί ο Θάνατος
γιομάτος κάψα
τις ώρες της μεσημβρίας.

Στις ξασπρισμένες πλαγιές
με τους απόκρημνους βράχους,
τους ταριχευμένους από αλάτι
άπλωσα το δέρμα μου.
Υγρό ακόμα από το σάλιο σου.
Τις ερεθισμένες σμίλεψα
στο κομποσκοίνι ρώγες σου.
Ιέρεια του θανάτου
κάθε που προσεύχομαι
παχύρευστο γάλα στάζει
από τον εξαρθρωμένο καρπό μου.
Γυμνός από σάρκα
-ίδιο του θανάτου σκέλεθρο-
θυσίασα τον ήλιο.
Ναυάγιο στον αμφιβληστροειδή
των βρύων των πράσινων ματιών σου.

Πάντα η θάλασσα
θα ψιθυρίζει προσευχές.
Τα παραμύθια αυτών
που με ανοιχτά πανιά
ταξίδεψαν στην Αχερουσία.

*
Ο ©Αντρέας Πολυκάρπου γεννήθηκε στην Κύπρο το 1984 και από το 2004 ζει στην Αθήνα, δίπλα στη θάλασσα. Ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, ενώ γράφει ποίηση και θέατρο. Ποιήματα και θεατρικά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Ισπανικά και στα Γαλλικά. Αγαπά τη θάλασσα και τις γάτες ενώ ακόμα προσπαθεί να καταλάβει τον άνθρωπο…

φωτο: Στράτος Φουντούλης