Ιωάννης Ψάρρας, τέσσερα ποιήματα

Αρχείο 30/10/2014

fav-3

Από “Το τρία του ενός”, ποιήματα 2002

1.
Θλίβομαι
Θνητού θεού θαρρείς θύμα
Εγώ
Που σιώπησα σιωπές σιαγόνων σιγής
Που ασπάσθηκα ασπάλαξ άσπιλον άσπρο
Τα ιμάτιά μου να διασκορπίζω και
Να επανέρχονται ατόφια
Εγώ,τώρα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννης Ψάρρας, τέσσερα ποιήματα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Επετειακά [2014]

Αρχείο 28.10.2014

fav-3

Σ΄αυτό το σπίτι εκτυλίχθηκαν οι έρωτές σου. Μετά, εν έτει 1922 ο χαμός σου απ΄αρρώστια ανεξιχνίαστη. Μετά το σπίτι έκλεισε. Σκέπασαν τα πράγματα με πανιά. Αυτά τα ίδια θ΄ανάβουν νύχτες ολόκληρες στις κορυφές. Σκεύη, καναπέδες, το μεγάλο, σκαλιστό τραπέζι που σε κράτησε τρία μερόνυχτα. Όλα σκεπάστηκαν, σαν να χιόνισε μες στο σπίτι για τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Θα σε θυμάμαι εκεί μες στην ησυχία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Επετειακά [2014]»

Πέτρος Κυρίμης, Η μοναξιά στη φωνή [2014]

Αρχείο 27.10.14

fav-3

Εκεί στο Πασαλιμάνι ο πρώτος φίλος που «έβγαλε» αμάξι ήτανε ο Φάνης.
Η μάνα του είχε το μικρό ξενοδοχείο «Βερσαλίες» δίπλα στο καφέ «Φοντάνα.»

Στο μικρό αυτό ξενοδοχείο οι πελάτες έμπαιναν και έβγαιναν όπως σε σταθμό τρένων. Όταν τα απογεύματα τον άφηνε στο πόδι της και τύχαινε κάνα καλό ζευγάρι, έβγαινε στο μπαλκονάκι και μας έκανε νοήματα να πάμε απάνω. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Η μοναξιά στη φωνή [2014]»

Πέτρος Κυρίμης, Η μοναξιά στη φωνή

Αρχείο 27/10/2014

fav-3

Εκεί στο Πασαλιμάνι ο πρώτος φίλος που «έβγαλε» αμάξι ήτανε ο Φάνης.

Η μάνα του είχε το μικρό ξενοδοχείο «Βερσαλίες» δίπλα στο καφέ «Φοντάνα.»

Στο μικρό αυτό ξενοδοχείο οι πελάτες έμπαιναν και έβγαιναν όπως σε σταθμό τρένων. Όταν τα απογεύματα τον άφηνε στο πόδι της και τύχαινε κάνα καλό ζευγάρι, έβγαινε στο μπαλκονάκι και μας έκανε νοήματα να πάμε απάνω. Όλες οι πόρτες είχανε κρυφές τρύπες που έβλεπες κατ ευθείαν στο κρεβάτι. Αυτό βέβαια το γνώριζα μόνο εγώ και ο άλλος «κολλητός» ο Θέμης, που ένα απόγευμα καθώς τον είχε βγάλει και τον έπαιζε σκυμμένος μπροστά σε μια πόρτα, πάνω σε έναν παροξυσμό καύλας με Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Η μοναξιά στη φωνή»

Θ. Π. Ζαφειρίου, Οι σκιές μας δεν βρίσκουν πια τους τοίχους

Αρχείο 26/10/2014

fav-3

Απόβαρο

Τα βιβλία που διάβασα
σελίδες λευκές
άλλες ζωές
δεν έχει αντιγράψει η ζωή μου,
Κάποτε θα τους επιστρέψω
τις λίγες δανεικές
λέξεις που συντηρούνε τα χαρτιά μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θ. Π. Ζαφειρίου, Οι σκιές μας δεν βρίσκουν πια τους τοίχους»

Λία Μεγάλου – Σεφεριάδη, “από τη σαρκοφάγο ενός πεντάχρονου παιδιού”

Αρχείο 24/10/2014

Στη ρευστή οροφή του κόσμου

Ανέβαινε η ψυχή
ανάμεσα σε γνώριμα τοπία σκουριά
ανάμεσα σε καταιωνισμούς αιμάτων
με ψήγματα σιδήρου και χρυσού
με υδρατμούς και πίσσες –

ανέβαινε η ψυχή
ανάμεσα σε άγνωστα τοπία δόξης
άνεμος έπνεε βαθύς ο πόθος
αποκαλύπτοντας
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λία Μεγάλου – Σεφεριάδη, “από τη σαρκοφάγο ενός πεντάχρονου παιδιού”»

Λουκάς Λιάκος, “αν η υπόσχεση είναι ειρήνη που δανειζόμαστε” -ποίηση [2014]

Αρχείο 22/10/2014

fav-3

I
τα ‘χω ξεχάσει όλα
τους αργούς ελαιώνες
το κύκλο του χειμώνα

οι εξορμήσεις στον ήλιο

όλα είναι μια κίτρινη φωνή
ένα θηρίο τόπος Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λουκάς Λιάκος, “αν η υπόσχεση είναι ειρήνη που δανειζόμαστε” -ποίηση [2014]»

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα [2014]

Αρχείο 22.10.2014

Εκδόσεις Το Ροδακιό, Οκτώβριος 2014 – νουβέλα, σελ 136, τιμή: 12 €, ISBN 978–960–8372–69–6

«Το πλοίο έριχνε άγκυρα, ξημέρωνε, το νησί αχνόφεγγε. Δε διέκρινα καλά τις γραμμές του τοπίου, μάλλον δεν τις αναγνώριζα, σαν πιο χτισμένη μου φαινόταν η πόλη, πιο εκτεταμένος ο ιστός της. Ακόμα και το φόντο πίσω και πάνω από τα όριά της, τις μαλακές πλαγιές του Δίκαιου, περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα. Οι μόνες πραγματικά γνώριμες ήταν οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών κατά μήκος του βραχίονα του παλιού λιμανιού και που καταλήγουν στη σύγχρονη αποβάθρα, εδώ που αγκυροβολούσαμε. Άλλωστε εντυπωμένη σαφή εικόνα του νησιού απὸ καράβι δεν είχα, μου άρκεσε μια γρήγορη ματιά κι έσκυψα να κατέβω τα σκαλιά για το αμπάρι, πίεζαν οι υπόλοιποι οδηγοί, έπρεπε να βιαστούμε να φέρουμε μπροστά τα αυτοκίνητά μας, — ο χρόνος που συνήθως μένει ανοιχτή η μπουκαπόρτα σε κάθε λιμάνι για την αποβίβαση επιβατών και οχημάτων είναι περιορισμένος.»

Έτσι ξεκινάει η νουβέλα του Αντώνη Νικολή Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Ένα ονειρόδραμα φτιαγμένο από φθορά, σωματικά υλικά, λόγια του τόπου, ξερόχορτα, λεπτομέρειες, μυρωδιά, οσμές, και ηδονή στο ξετύλιγμα των λέξεων. Θα μπορούσες να το πεις ξερολιθιά για τη σοφία της συναρμογής αν δεν ήταν βουτηγμένο στην υγρασία της εφηβείας και στην υπόκωφη σήψη της ωριμότητας.

Ένα παιχνίδι με το χρόνο όπως μας τον δίδαξαν τα μεγάλα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα και οι ποιητές του αλλά ιλιγγιωδώς μεταφερμένο σε μικρή κλίμακα, και συγκεκριμένα με ενέσεις εντοπιότητας —και ποιος δεν οσφραίνεται το νησί στις περιγραφές, όποιο νησί, κι ας είναι η Κως— και αρθρώσεις πανθεϊσμού ή πανηδονισμού. Ένα πεζό με ένταση χωρίς έκταση, που συνιστά κανόνα για τα ελληνικά γράμματα του 21ου αιώνα.

*

Ο Αντώνης Νικολής (1960-) είναι συγγραφέας, μυθιστοριογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα είναι το τρίτο βιβλίο του (προηγήθηκαν Το Σκοτεινό Νησί, 2008, νουβέλα επίσης, και το μυθιστόρημα Διονυσία, 2012). Από τις αρχές του 2013 δημοσιεύει άρθρα του στην ηλεκτρονική Φωνή της Αθήνας (Athens Voice).

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα [2014]»