Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Επετειακά [2014]

Αρχείο 28.10.2014

fav-3

Σ΄αυτό το σπίτι εκτυλίχθηκαν οι έρωτές σου. Μετά, εν έτει 1922 ο χαμός σου απ΄αρρώστια ανεξιχνίαστη. Μετά το σπίτι έκλεισε. Σκέπασαν τα πράγματα με πανιά. Αυτά τα ίδια θ΄ανάβουν νύχτες ολόκληρες στις κορυφές. Σκεύη, καναπέδες, το μεγάλο, σκαλιστό τραπέζι που σε κράτησε τρία μερόνυχτα. Όλα σκεπάστηκαν, σαν να χιόνισε μες στο σπίτι για τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Θα σε θυμάμαι εκεί μες στην ησυχία.

Αργά το βράδυ γύρισαν στο σπίτι. Είχαν σκοτεινά πρόσωπα, κουρασμένα. Μπήκαν και άναψαν τη φωτιά. Έξω ο καιρός αγρίευε, άκουγαν τον άνεμο που πέρναγε απ΄εκεί, φορτωμένο με τη νύχτα και τους ιππείς της και τις σπασμένες αλυσίδες των ποιημάτων. Άναψαν και τη λάμπα και έστρεψαν τα κεφάλια στα στήθια τους, σαν τα πουλιά. Ακούγονταν κάτι βαριά βήμματα έξω, ήταν το χιόνι πάνω στους ώμους τους. Συμφώνησαν με λίγες κουβέντες. Ως το χάραμα δεν είπαν τίποτε άλλο. Γύριζαν σαν μυσταγωγίες προς τα μέσα τους και θύμισαν τους χαρταετούς όταν τίναζαν τα κορμιά τους και ένας ένας έβγαιναν σ΄ένα θαμπό πρωινό,ανεπανάληπτο, στο τέλος του αιώνα, επιστρέφοντας κοντά της.

Και στις δυο περιπτώσεις η ιστορία τελειώνει με την ηθοποιό απαστράπτουσα, πίσω απ΄ένα πιάνο εποχής, με καθρέφτη και χάλκινα φύλλα να γίνεται κομμάτια στο τέλος της μουσικής.

*
©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία αγνώστου τέλους 19ου αιώνα