Μαρία Πετρίτση, Η δισκογραφία των σκύλων

Χτες άργησα να κοιμηθώ. Η Ουκρανή με τον Αλβανό είχαν όρεξη. Το γλέντησαν μέχρι πρωίας. Στριφογύριζα στο κρεβάτι με τη δισκογραφία των σκύλων να παίζει στο φουλ. Όχι επειδή με ενοχλούσαν οι γείτονες. Από αυτιστική διακριτικότητα, ίσως και λίγη ζήλεια. Απορώ πώς δεν μου έκανε παρατήρηση για το θόρυβο η δεσποινίς Κουλίτσα. Και πώς δεν χτύπησε και σ’ αυτούς, η σεμνότυφη. Μπορεί να μην άντεξε καν τη σκέψη πως θα έπρεπε να τους κοιτάξει στα μάτια. Μου αρέσει που οι γείτονές μου ευχαριστιούνται τον έρωτα. Είναι μια νησίδα φυσιολογικότητας σε μια μικροκοινωνία ανέραστων υποκριτών. Με ενθαρρύνουν.

   Στο Μεσαίωνα των αισθησιακών απολαύσεων που ζούμε, συνήθως δοξάζεται αυτό που καυτηριάζει, καταπονεί και ενοχοποιεί το σώμα και τις λειτουργίες του. Ό, τι μας δονεί και κατορθώνει να μας ταράξει χάρη στις αισθήσεις θεωρείται αμαρτωλό. Όλα όσα προκαλούν ψυχικό ηλεκτροσόκ μέσα από τις εκδηλώσεις της σάρκας φέρνουν ντροπή και περιφρόνηση. Κανένας δεν το ομολογεί ανοιχτά, οι περισσότεροι όμως έτσι σκέφτονται. Ένα βλέμμα αρκεί για να το καταλάβεις.
     Κατά την πατροπαράδοτη ελληνική κοινωνία, ένα μεγάλο μέρος της έστω, ακόμα και σήμερα το σεξ θα όφειλε να γίνεται αφού μπει το στεφάνι. Υπάρχουν μέρη που η παρθενιά θεωρείται προαπαιτούμενο για μια καλή παντρειά. Παρόλα αυτά μου αρέσει η ιδέα του γάμου. Σε αφήνει να νιώσεις όση ανασφάλεια θέλεις μέσα σε μια καταπληκτική ψευδαίσθηση ασφάλειας. Όσο για τη σεμνοτυφία, το ψέμα και τη συμβατική ζωή, σχετίζονται τόσο με το γάμο όσο και με το μη γάμο, όπως επίσης και με την καριέρα, την ευτυχία, το φαγητό και γενικά ο, τιδήποτε.
    Όπως συγχύζεται η δεσποινίς Κουλίτσα από την παρουσία της Ουκρανής στο περιβάλλον μας, έτσι θα δαιμονιζόταν και με τις ερωτικές φωνές της. Μπορεί και να θύμωνε αν καταλάβαινε τι σήμαιναν οι λέξεις της. Να άφριζε από κακία και φθόνο. Αναρωτιέμαι από πότε έχει να την αγγίξει άνθρωπος. Και αν έχει χαϊδευτεί με κάποιον και να γουστάρει πολύ. Πάω στοίχημα πως, ακόμα και αν της έχει συμβεί, θα εμπόδισε τον εαυτό της να το απολαύσει μέχρι τέλους. Η σωματική ηδονή θα την σκότωνε ηθικά. Θα την γέμιζε τύψεις. Η σπουδαιότητα της αφής, και όλα όσα επιφέρει, είναι εγκληματική στον κόσμο των πολιτικά ορθών δυσκοίλιων του είδους της. Εξάλλου η ερωτική σκέψη και δράση οφείλουν να καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικότητας και απορρήτου. Κάτι τέτοια ακούγονται παρωχημένα και υπερβολικά, παρόλα αυτά ο κόσμος τα πιστεύει. Γι’ αυτό θαυμάζω την Ουκρανή που χαίρεται στο κρεβάτι της και δεν ντρέπεται να το φωνάξει. Και ελπίζω αν κάποτε πηδήξω τη Σοφία Αλευροπούλου να την κάνω να ακουστεί σε ολόκληρη την Αθήνα από καύλα κι ευχαρίστηση.
    Παλιά με προβλημάτιζαν αυτές οι σκέψεις. Τώρα κοιτάζω γύρω μου και όλα εξηγούνται. Το σκληροπυρηνικό υπερεγώ που μεθοδικά έχτιζαν οι οικογένειες επί αιώνες αποδίδει καρπούς μέχρι σήμερα παράγοντας υστερικά καταπιεσμένους ανθρώπους οι οποίοι είτε μισούν είτε περιφρονούν το σώμα τους –και κατ’ επέκταση το σώμα των άλλων. Έχω παρατηρήσει πως η θρήσκα του απέναντι τριώροφου κάνει πως δεν βλέπει το ζευγάρι όταν βγαίνει στο δρόμο. Γυρίζει αλλού το κεφάλι. Δεν αντέχει την εικόνα του έρωτα. Και η δεσποινίς Κουλίτσα αποφεύγει να μιλήσει απευθείας στην Ουκρανή. Ό, τι χρειάζεται για την πολυκατοικία το λέει στον Αλβανό, κι αυτό με το ζόρι. Μέσα σε έναν συμβατικό κόσμο, βασισμένο σε απαγορεύεις και ενοχικά συμπλέγματα, καταλήγει να αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να υπάρχει καν το ενδεχόμενο ο παράδεισος να αφορά, έστω και ως ιδέα, τις αισθήσεις και τις εκστάσεις. Και, εκτενέστερα, πώς είναι δυνατόν αυτός ο υποκριτικός κόσμος να είναι έργο Θεού.
    Η υπερβολική αμπελοφιλοσοφία όμως – και δη πρωινή – μου ανοίγει την όρεξη. Ονειρεύομαι κρουασάν σοκολάτα, μπουγάτσα με ζάχαρη άχνη και κανέλα, και τσουρέκι πασχαλινό. Το στομάχι μου βρυχάται. Το στόμα μου γεμίζει σάλια. Είμαι ένα λιμασμένο λιοντάρι που χρειάζεται επειγόντως τροφή. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πριν καν πιω καφέ αρχίζω να καθαρίζω φακές και να κόβω κρεμμύδια. Μόλις βάλω να γίνει το φαγητό φτιάχνω έναν τούρκικο, κάθομαι όρθιος στο παράθυρο και ανάβω τσιγάρο.
    Αναλογίζομαι τη ζωή μου τον τελευταίο καιρό και διαπιστώνω πως αυτή την κατάσταση τη δημιούργησα εγώ ο ίδιος. Από μόνος μου. Ο ρόλος μου είμαι εγώ. Θα τον παίξω όσο πιο πορνογραφικά γίνεται κατακρημνίζοντας τα πρώην στερεότυπά μου στα τρίσβαθα των αναγκών μου. Τα στερεότυπα είναι παγωμένα και πάσχουν από αμνησία. Οι ανάγκες μου μού καίνε το λαιμό και μου είναι αξέχαστες. Δεν είναι μαρτυρικές, ούτε με γδέρνουν. Είναι ευμετάβλητες και κρύβουν μυστικά. Συγκεντρώνουν πολλούς ανθρώπους μαζί σε έναν. Εγώ είμαι πολλοί. Και ο βαθύτατα μοναχικός ένας.
      Με το ένα χέρι πίνω καφέ και με το άλλο καπνίζω. Ακουμπάω στο τζάμι. Είναι δροσερό. Έξω έχει ήλιο. Είμαι μόνο με τις κάλτσες και το σλιπ αλλά δε με νοιάζει μήπως με δούνε. Σήμερα η μπουγάδα της Σοφίας Αλευροπούλου απλώθηκε για μένα. Το σχοινί είναι γεμάτο σουτιέν, βρακάκια και καλσόν. Δεν ήξερα πως τα καλσόν πλένονται στο πλυντήριο, εκτός αν η προκομμένη νοικοκυρά τα έπλυνε στο χέρι. Το μωβ σουτιέν είναι φτιαγμένο από διάφανη δαντέλα. Λίγο πιο κει διακρίνω και το ασορτί κιλοτάκι του, απλωμένο μαζί με τα άλλα. Το μαύρο σουτιέν είναι πιο χοντρό. Από το κόκκινο κρέμονται κάτι κορδελάκια. Ψάχνω να δω πώς είναι το βρακί του σετ, και βλέπω πως πρόκειται για ένα κάπως μεγαλύτερο κορδόνι.
     Φαντάζομαι τη Σοφία Αλευροπούλου να τα φοράει όλα αυτά. Είναι πληθωρική, μπορεί και να την κόβουν λίγο στα μπούτια. Ή να της στριμώχνουν τα βυζιά. Αυτό το κομμάτι ύφασμα δεν φτάνει ούτε για να καλύψει τις ρόγες της. Τι βυζί να κρύψει; Την σκέφτομαι να βολεύει τα υπερτροφικά της στήθη στο κόκκινο σουτιέν-κορδελάκι, μετά σκύβει και να φοράει το ασορτί κορδόνι-βρακί και μου σηκώνεται. Κολλάω ολόκληρος στο τζάμι και νιώθω τη δροσιά του. Σκέφτομαι πως η πορνογραφία είναι απαραίτητο στοιχείο σε μια σωστή σεξουαλική αγωγή. Μετά σβήνω το τσιγάρο, παρατάω στο τραπέζι τον καφέ και τρέχω να ανακατέψω τις φακές που έχουν σχεδόν κολλήσει.
   Κάθομαι στο τραπέζι και βυθίζω το κουτάλι στο μπολ. Σήμερα έκανα μια παραλλαγή της καθημερινής συνταγής: πρόσθεσα λίγο ξύδι. Ανακατεύω το χυλό και εισπνέω τους ατμούς. Τα μάτια μου δακρύζουν. Το σκόρδο μυρίζει έντονα. Τρώω με βουλιμία χτυπώντας το κουτάλι στα τοιχώματα του πορσελάνινου μπολ. Κάνω όσο περισσότερο θόρυβο γίνεται. Θεωρώ πως ο ήχος του κουταλιού πάνω στο πιάτο είναι από τα πιο ηδονικά πράγματα που υπάρχουν. Είναι νόστιμο και τελειώνει αμέσως.
    Μια μύγα με γυροφέρνει. Μπορεί να είναι η ίδια που είχα δει στο σαλόνι εδώ και κάτι μέρες. Μπορεί να μη βγήκε έξω ποτέ. Τη διώχνω και πιάνω το μπολ. Το στραγγίζω στο στόμα μου και μετά σκύβω και γλύφω μια σταγόνα ξύδι που έχει στάξει πάνω στο τραπέζι. Ύστερα το βάζω μαζί με το κουτάλι στο νεροχύτη. Περιμένω μέχρι να γεμίσει με νερό κι έπειτα γεμίζω ένα ποτήρι. Πίνω με θόρυβο, κάθε γουλιά την κατεβάζω επίτηδες με κάμποσο αέρα. Νιώθω πως φούσκωσα απότομα. Η κοιλιά μου μοιάζει με μπαλόνι. Ρεύομαι δυνατά και επιστρέφω στο παράθυρο. Το ρέψιμο είναι μεγάλη καύλα. Η πιο εκτονωτική. Όπως και η Σοφία Αλευροπούλου, που μαζεύει τα ρούχα κι έτσι όπως σκύβει μπορώ να διακρίνω τα βυζιά της που πηγαινοέρχονται. Ολογράφως.
Την κοιτάζω και σκέφτομαι πως θα έκανα το παν για κείνη. Ό, τι χατίρι και να μου ζητούσε αποκλείεται να της το χάλαγα. Θα ήθελα να ήταν μια νυμφομανής πόρνη που να έκανε τα πάντα για τον πελάτη της. Και ο πελάτης της, εγώ δηλαδή, να της χάριζα ό, τι ήθελε για να την ανταμείψω. Λεφτά, ρούχα, σπίτι, αυτοκίνητο, σκύλο, πιστωτική κάρτα. Όλα όσα μπορεί να επιθυμεί μια νυμφομανής πόρνη. Δεν ξέρω τι ακριβώς, δηλαδή, πάντως όχι δεν θα άκουγε από μένα.
    Νιώθω σαν λαβωμένο ελάφι που το πέτυχε η Άρτεμις με τα βέλη της. ‘Η σαν το δράκο που τον κάρφωσε ο Άη Γιώργης ο Καβαλάρης με το δόρυ του και δεν πρόλαβε να του πει πόσο τον είχε ερωτευτεί. Θέλω να προσφέρω τα πάντα στη Σοφία Αλευροπούλου μα δεν ξέρω πώς. Δεν έχει εφευρεθεί ακόμα τρόπος για να κάνεις σπονδές στα φάσματα. Δεν αναρωτιέμαι που δεν θέλησα ποτέ να γνωρίσω κανονικά τη γειτόνισσά μου. Είναι απολύτως φυσιολογικό να θέλω να προστατευτώ από την ενδεχόμενη διάψευση που μου επιφυλάσσει η πεζή πραγματικότητα. Δεν θέλω να ρισκάρω. Αν, για παράδειγμα, η Σοφία Αλευροπούλου δεν αγαπάει τα σκυλιά ή αν δεν έμαθε ποτέ της να μαγειρεύει φακές, η συντριβή μου θα ήταν μοιραία. Από απέναντι, όμως, όλα μεταξύ μας πάνε εξαιρετικά καλά. Μπορούμε να αγαπιόμαστε σαν κινηματογραφικοί ήρωες. Ή σαν δυο χρυσόψαρα που, τρία δευτερόλεπτα αφότου συναντηθούν στη γυάλα τους, ξεχνούν το ένα την ύπαρξη του άλλου και η ζωή τους συνεχίζεται αρμονικά χωρίς μετάνοιες και τύψεις. Μέχρι την επόμενη φορά. Και πάλι. Και πάλι. Ξανά. Ατέρμονα.

*

© Μαρία Πετρίτση (απόσπασμα από αδημοσίευτο κείμενο)
Φωτογραφία: Ειδικά επεξεργασμένη από το περιοδικό, της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα –χωρίς πνευματικά δικαιώματα.

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Ο Δαίμονας

Αμερική.
Καθεδρικός Ναός Αγίου Πατρικίου (Saint Patrick’s Old Cathedral)
Μανχάταν.
Νέα Υόρκη.
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013, 16:45 το απόγευμα.

     O Πατέρας Ιερώνυμος σκούπισε τα χείλη του με ένα καθαρό λευκό μαντήλι, έχοντας τσιμπήσει κάτι πρόχειρο.
    Ήταν ο νεότερος Ιερωμένος που λειτούργησε ποτέ τον Παλιό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πατρικίου τα τελευταία 50 χρόνια.
     Μόλις τριανταενός και είχε έρθει στην μεγαλούπολη από μια μικρή ενορία της Πενσυλβανία πριν από περίπου δύο μήνες.
     Είχε αρχίσει να συνηθίζει την νοοτροπία της Πόλης, την κίνηση , τη φασαρία, το φαγητό και το πιο ήπιο κλίμα , αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε ποιος ήταν κι από που ξεκίνησε γι αυτό και ποτέ δεν παρέλειπε να προσεύχεται για τους κατοίκους του μικρού χωριού με τους οποίους πέρασε τα πρώτα του χρόνια ως ιερέας.
     Σήμερα όμως ήταν αλλιώς.
   ‘Όχι, αυτό δεν ήταν το ίδιο… είχε παρευρεθεί σε δυο εξορκισμούς ως μαθητευόμενος του Πατέρα Νικόλαου, αλλά δεν ήταν ποτέ μόνος του.
     Τα συμπτώματα που παρουσίασαν εκείνοι οι “ξενιστές” ήταν μάλιστα τόσο ήπια που αν και δεν είχε ακόμα εμπεριστατωμένη άποψη για τις εκφάνσεις του καλού και του κακού, είχε αρχίσει να κλίνει προς μια πιο μεταφορική τους έννοια και είχε πειστεί πως οι ξορκιζόμενοι δεν ήταν παρά ψυχικά ασθενείς προσωπικότητες που έχριζαν ψυχιατρικής βοήθειας πριν αρχίσουν και πάλι να κολυμπούν στο ήρεμο λιμάνι της Πίστης.
    Ακούμπησε και τα δύο χέρια του στο χρυσοποίκιλτο τραπεζομάντιλο της Αγίας Τράπεζας κι έσκυψε μπροστά παίρνοντας αργές ανάσες όπως τον είχε μάθει παιδί ακόμα , ο Πατέρας του προκειμένου να αποβάλλει όλο του το stress, ειδικά όταν αισθανόταν χάλια κι έπρεπε παράλληλα να βρίσκεται με κόσμο.
     Είχε κακό προαίσθημα .
   Ίσως ήταν και λίγο άρρωστος σκέφτηκε, ενώ η τελευταία μπουκιά από το φαΐ του απειλούσε ν ανέβει με φόρα, ξανά, στον οισοφάγο του.
    Σε ένα τέταρτο περίπου περίμενε την Margaret Malone, 22 χρονών, φοιτήτρια Νομικής και κάποια από τα μέλη της οικογένειάς της.
  Ο πατέρας της, Vincent Mallone τον είχε προσεγγίσει μετά τη λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής και του εξιστόρησε τα απίστευτα για κάθε ανθρώπινο μυαλό πράγματα που συνέβησαν στη μονάκριβη κόρη του, κι άλλαξαν εδώ κι ένα μήνα τη ζωή ολόκληρης της οικογένειάς του.
    Τα γεγονότα ήταν τόσο ανατριχιαστικά που ο Πατέρας Ιερώνυμος σήκωνε κάθε τόσο το βλέμμα του διασταυρώνοντας το με εκείνο του Vincent σαν να μην πίστευε ότι όλες εκείνες οι αποτρόπαιες τρομακτικές εικόνες έβγαιναν από το στόμα ενός καθημερινού μεσήλικα, οδηγού Λεωφορείου της Γραμμής ,Μανχάταν – Λόνγκ Άιλαντ.
    Τη δυσπιστία (όσο δυστυχώς και το γαλήνιο βραδινό του ύπνο για την εβδομάδα που ακολούθησε) διέλυσαν οι φωτογραφίες polaroid που του έδειξε ο Vincent με δάκρυα κι απόγνωση στα μάτια του καθώς η ολιγόλεπτη συζήτησή τους τελείωνε.
   Δε χρειαζόταν να έχεις μάστερ στην Ορθοπεδική για να καταλάβεις ότι οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της δυστυχισμένης εκείνης δεσποινίδας ήταν λυγισμένες ανάποδα του φυσιολογικού ενώ μ’ ένα γρατζουνισμένο πρόσωπο γεμάτο μώλωπες επεδείκνυε την πρησμένη γλώσσα της στο φακό, με το κεφάλι ανάποδα σ’ ένα σώμα κυρτό σαν …ανθρώπινο …τραπέζι.
    Κατευθύνθηκε προς το μικρό νιπτήρα έξω και αριστερά του Ιερού, άνοιξε τη βρύση κι έκανε να πιει λίγο νερό.
    Κοίταξε το καθαρό κολάρο του και το χλωμό λιπόσαρκο πρόσωπό του στο μικρό καθρέφτη πάνω από το νιπτήρα. Σκούπισε τις στάλες του ιδρώτα από το μέτωπό του κι έβηξε κάνα δυο φορές να καθαρίσει τη φωνή του.
   Κοίταξε το ύψους μέχρι τη μέση του, άγαλμα του Εσταυρωμένου που βρισκόταν στα δεξιά της Αγίας Τράπεζας . Κατασκευασμένο από γύψο και βαμμένο με αχνά παστέλ χρώματα, έδειχνε παλιό καθώς το επιφανειακό γυαλιστερό λούστρο του είχε αρχίζει να κιτρινίζει στο βάρος του χρόνου.
    Με αργό κι αποφασιστικό βήμα ,το πλησίασε, γονάτισε εμπρός του, και ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στ’ άψυχα αγαλμάτινα μάτια χαμήλωσε ταπεινά το κεφάλι του κι άρχισε να προσεύχεται..
    -Κύριε, βοήθησε τον Αμαρτωλό δούλο Σου ..
    -Δώσε μου τη Δύναμη Κύριε, να στείλω το Κακό στο Πυρ το Εξώτερο…
    -Βοήθησε με να απαλλάξω αυτή τη μικρή Χριστιανή από το μιαρό Πνεύμα του Κακού…
    -Στο Όνομά Του Πατρός Και Του Υιού και Του Αγίου Πνεύματος Αμήν…..
    Ακούστηκε ένας θόρυβος ανοίγματος πόρτας μεγεθυμένος από το φυσικό βάθος του Χώρου της Εκκλησίας, κι αμέσως μετά κάποιες ομιλίες. Αυτό όμως που τρόμαξε τον Ιερώνυμο ήταν ένα απόκοσμο γέλιο, ειρωνικές στριγκλιές και χαμόγελα που έσβησαν απότομα καθώς γύρισε να κοιτάξει…
     Σηκώθηκε και βάδισε προς την οικογένεια.
  Τα όσα άκουσε δευτερόλεπτα πριν χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο Υποσυνείδητο του μα τώρα επικρατούσε ξαφνικά τέτοια ησυχία που νόμιζε ότι ήταν της φαντασίας του.
    Ο Βίνσεντ κρατούσε σφιχτά το αριστερό μπράτσο της κόρης του ενώ η γυναίκα του το δεξί , τόσο στενά βαλμένοι δίπλα της που την υποβάσταζαν και κοιτούσαν μια εκείνη και μια τον Πατέρα Ιερώνυμο που πλησίαζε.
    Η κοπέλα με ένα απορημένο ύφος ζύγιζε το παρουσιαστικό του Ιερέα με δυσπιστία, ιδρωμένη με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπό της, ανάσαινε αργά και βαριά με συριγμό. Είχε το κεφάλι της ελαφρά ριγμένο στο πλάι, ενώ τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και υγρά.
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό δερματόδετο βιβλιαράκι και τραβώντας ένα κίτρινο μεταξωτό σελιδοδείκτη το άνοιξε κάπου στη μέση. Κοίταξε τους γονείς και τους είπε «Πλησιάστε, μην την αφήσετε, φέρτε την εδώ στο κέντρο κάτω από τον τρούλο».
     O Βίνσεντ έσφιξε περισσότερο την κόρη του. «Έλα καλή μου , κουράγιο και όλα θα πάνε καλά.»
    Η μικρή τράβηξε το βλέμμα της από τον Πατέρα Ιερώνυμο και μίλησε στον Πατέρα της με βαριά αντρική φωνή και ακαθόριστης προέλευσης προφορά. «Σκατά……..γκλουάρρρρρρρρργκγγγγγγγγγγγγ… όλλλλλλαααααααα… θθθααααααα πάαααααανεεεεεεεε σσσκαααατάαααααααα»
    Το χαιρέκακο γέλιο της διακόπηκε αμέσως και με το βλέμμα της κάρφωσε ξανά τον Παπά ώσπου σφίχτηκε το στομάχι του. «Χέστηκες χέστη? Ακόμα δεν είδες τίποτα καυλιάρη μου Ουαάχαχαχαχαχαχαχαχαχα γκλουάρρρρρρρρργκγγγγγγγγγγγγ (άρχισε να φτύνει βλέννα καταγής) θες να τα δεις όλα πούστη? Ε να λοιπονννννννν»
    (Το κορμί της κύρτωσε από μόνο του προς τα πίσω σαν τεράστια παρένθεση, και με μια απότομη κίνηση τα ρούχα της σκίστηκαν από πάνω ως κάτω σαν να τα πέρασε με βία ένα ¨ ξυράφι) «δε μου είσαι τίποταααααααα δε μου είσαιαιαιαιαιαια τίιιιποοοοοοταααααα δε με τρομάζειςςςςςςςςςςςς, έλα και γάμα με τώρααααααααα γαααα μαααααα μεεεεεεεεεεε» …κι άρχισε να βογκάει δυνατά και να συσπά πάνω κάτω τη λεκάνη της σαν να συνουσιάζεται με τρόπο αισχρό και πρωτόγονο.
     Η μητέρα της έβγαλε ένα λυγμό απόγνωσης που χτύπησε τα αυτιά των υπολοίπων σα ρόπαλο.
   Ο Πατέρας Ιερώνυμος πήρε μια βαθιά ανάσα, τέντωσε το κορμί του κι άρχισε ν απαγγέλλει χαμηλόφωνα αργά και σταθερά «Crux sancta sit mihi lux / Non draco sit mihi dux,Vade retro satana» (Είθε ο Άγιος Σταυρός να είναι το Φως μου / Ας μη με καθοδηγεί ο δράκοντας ,Ύπαγε οπίσω Σατανά)
    Η δαιμονισμένη έσφιξε όλους τους μύες του προσώπου της σε μια γκριμάτσα γεμάτη ρυτίδες και μίσος και φώναξε στον Παπά «αδερφή είσαι ρεεεεεεεε δεν ακούς που σου μιλάωωωωωωωωωωωω?» Ξαφνικά η φωνή της έγινε πιο στεντόρεια μπάσα και πιο δυνατή σα να μιλούσε πια αυτό που τη στοίχειωνε « ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΙ……ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ ΟΧΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ….ΓΑ….ΜΕΝΕ ΒΕΝΕΔΙΚΤΕ…ΜΕ ΕΙΧΕΣ ΔΙΩΞΕΙ ΤΟΤΕ Μ ΑΥΤΟ ΑΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ….ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ ΤΡΑΓΟΠΑΠΑΑΑΑ».
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος συνέχισε σταθερά και με περισσότερη σιγουριά, βλέποντας πως τα λόγια του άρχισαν να φέρνουν κάποιο αποτέλεσμα. «Nunquam suade mihivana,Sunt mala quae libas / Ipse venena bibas» («Μην με ωθείς στον πειρασμό ποτέ με μάταια πράγματα Αυτό που μου προσφέρεις είναι το κακό / Πιες εσύ το δηλητήριο».)
    Με την ανάγνωση της τελευταίας λέξης κι ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι έκαναν με κλειστά μάτια τον Σταυρό τους, η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και κατέρρευσε. Οι γονείς της με τη βοήθεια του Πατέρα Ιερώνυμου την ξάπλωσαν στα στασίδια της πρώτης σειράς. Εκεί ο Παπάς συνέχισε Την Ανάγνωση για αρκετή ώρα ακόμα, αλλά η μόνη αντίδραση από την κοπέλα ήταν κάποιες κινήσεις των βολβών της κάτω από σφαλισμένα βλέφαρα και, που και που, κάποια ήπια ακατάληπτα μουρμουρητά.
    Χωρίς να δύναται να το παρατηρήσει κανείς από τους τρεις τους, ένας ισχνός μαύρος καπνός άρχισε να βγαίνει από τα ρουθούνια της κοπέλας κι άρχισε να στροβιλίζει και να μεγαλώνει. Ήταν τόσο δίπλα της κι όμως κανείς τους δεν είδε το εκτόπλασμα που μόλις ολοκλήρωσε την έξοδό του, πέταξε γρήγορα προς το Ιερό του Ναού.
    Η μητέρα της σκούπισε το μέτωπό της μ ένα μαντήλι και αφού σιγουρεύτηκε ότι αναπνέει πιο ομαλά αυτή τη φορά κοίταξε τον Πατέρα Ιερώνυμο στα μάτια μ ένα βλέμμα όλο προσμονή κι αγωνία. Τον ρώτησε αν τελείωσε και χαμογέλασε λυτρωτικά για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, σαν είδε το καταφατικό νεύμα του
    Το ζευγάρι σκέπασε το κορίτσι με μια κουβέρτα που τους έφερε ο Ιερωμένος και με λίγο νερό κατάφεραν να την κάνουν να σταθεί και πάλι στα πόδια της.
     Η όψη της είχε αλλάξει το πρόσωπό της αν και κατάκοπο από την ταλαιπωρία είχε γαληνέψει ενώ το  βλέμμα της ήταν γεμάτο ευγνωμοσύνη αν και δεν είχε σίγουρα συνειδητοποιήσει ακόμα γιατί.
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος τους πήγε μέχρι την έξοδο ενώ τους συμβούλεψε να πάνε το κορίτσι στο νοσοκομείο για ξεκούραση κι εξετάσεις δήθεν από κατάρρευση λόγω υπερκόπωσης.
    Πήγε τρεκλίζοντας μέχρι το νιπτήρα. Ένα ράκος στο σώμα μα περισσότερο στην ψυχή. Ήταν πολύ γι αυτόν.
    Τρόμαξε με τα χάλια του στον καθρέφτη. Έπρεπε να ηρεμήσει. Να χαλαρώσει και να κοιμηθεί.
Άνοιξε ένα μικρό μπαουλάκι όπου βρισκόταν τα άμφια και κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Έψαξε λίγο με το χέρι του κάτω από τα ρούχα.
    Έβγαλε ένα μικρό μεταλλικό φλασκί με κονιάκ. Το άνοιξε και το ΄φερε στο στόμα του τρέμοντας. Χρειαζόταν δύναμη και ζέστη. Ήπιε μια γουλιά και μετά κι άλλη.. κι άλλη. Έπινε κοιτάζοντας το είδωλό του χωρίς να σκέφτεται, ώσπου το άδειασε.
   Πήρε μερικές βαθιές ανάσες κι ένοιωσε το λυτρωτικό μούδιασμα του αλκοόλ ν’ ανεβαίνει από το στομάχι του σε όλο του το κορμί. Μπήκε ξανά στο Ιερό. Θα προσευχόταν και θα πήγαινε σπίτι για ύπνο. Έναν, δίχως όνειρα, βαθύ ύπνο που τόσο είχε ανάγκη.
   Γονάτισε λίγο ζαλισμένος μπροστά από το άγαλμα του Εσταυρωμένου κι άρχισε να προσεύχεται. Ήθελε να ευχαριστήσει τον Κύριο για τη δύναμη που του έδωσε να λυτρώσει εκείνο το κορίτσι από το Δαίμονα που το στοίχειωνε. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για κάτι μεταφυσικό. Κάτι μεγάλο ακόμα και για κείνον με την τόσο αγνή ψυχή.
   Καθάρισε το λαιμό του κι άρχισε να μουρμουρίζει. «Πάτερ Ημών Ο εν τοις Ουρανοίς, Αγιασθήτω το όνομά Σου, Ελθέτω Η…» Άρχισε να νοιώθει ένα κάψιμο εξωτερικό αυτή τη φορά, να τον χτυπάει στο κεφάλι, προερχόμενο ψηλότερα από τη θέση του. Σήκωσε το κεφάλι μηχανικά ενώ εξίσου μηχανικά συνέχισε να προσεύχεται.
   Είδε το πρόσωπο του Εσταυρωμένου να γυαλίζει έντονα στο χαμηλό φως του Ιερού και …δεν μπορεί… μάλλον θα είναι το κονιάκ και το ότι το ήπιε με μιας… δεν… το άγαλμα ΔΑΚΡΥΖΕ…
   Έσφιξε τα μάτια και την καρδιά του και συνέχισε.. «Σ ευχαριστώ Κύριε που …..» Η ζέστη μεγάλωνε ολοένα σχεδόν τον έκαιγε.. ξανακοίταξε το άγαλμα .Το παλαιωμένο λούστρο μαζί με χρώμα έρεε πια από το πρόσωπο του αγάλματος σβήνοντας τις λεπτομέρειες που είχε επιμεληθεί ο δημιουργός του…. Σα να μην επικοινωνούσαν πια τα μάτια με το μυαλό του, ο Ιερώνυμος ολοκλήρωσε τη φράση του με πιο δυνατή φωνή «Σ ευχαριστώ Κύριε που με Βοήθησες να Εξορκίσω τον Δαίμονα τ… » (τα βλέφαρα του Εσταυρωμένου άνοιξαν ξαφνικά αποκαλύπτοντας φριχτά εβένινα μάτια το αγαλμάτινο κεφάλι στράφηκε προς τον Παπά με ένα ήχο κιμωλίας που τρίβεται σε μαυροπίνακα και μια λευκή ρωγμή εμφανίστηκε στο λαιμό του αποκαλύπτοντας τον υποκείμενο γύψο. Η απάντηση ήταν άμεση και δυνατή, τόσο δυνατή που συντάραξε το Ιερό σαν Κεραυνός εν αιθρία.)
      «ΑΡXΙΔΙΑΑΑΑΑ ΕΞΟΡΚΙΣΕΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»
    Ο Δαίμονας στην υπέρτατη ειρωνεία του, στοίχειωσε το αγαλμάτινο σώμα του Εσταυρωμένου ξέροντας ποιον είχε απέναντί του και πως θα τον έκανε να λυγίσει, μια και καλή.
Ξεκάρφωσε τα χέρια και τα πόδια του απ το Σταυρό και με μια ανάποδη τούμπα άρχισε να κινείται σαν αράχνη ανεβαίνοντας με τα τέσσερα τον τοίχο πάνω από την Αγία Τράπεζα. Και …γελούσε…. γελούσε μ ένα σαρδόνιο γέλιο που ξέσκιζε την καρδιά του Ιερώνυμου…
    Ο Παπάς στυλώθηκε μετά βίας στα πόδια του και πισωπατώντας πιάστηκε από μια καρέκλα που υπήρχε στο Ιερό. Άρπαξε όπως – όπως ένα μικρό γυάλινο σκεύος με Αγιασμό κι έπιασε το ματσάκι με τον βασιλικό που ήταν βουτηγμένο μέσα. Άρχισε να ραίνει προς το μέρος του Δαίμονα φωνάζοντας. « Όχι Αυτόν, Όχι Αυτόν Βλάσφημε… Μιαρό Πλάσμα του Σκότους, τέκνο του Σατανά… Νιώσε τη Φωτιά του… τη Μόνη και Αληθινή»
    Ο Δαίμονας βρισκόταν πια ανάποδα το ταβάνι του Ιερού και τσίριζε σαν λαβωμένο αιλουροειδές από τις σταγόνες του Αγιασμού που τον ακουμπούσαν. Ακριβώς τη στιγμή που ο Ιερώνυμος πίστεψε πως τον νικούσε, άρχισε πάλι να γελά και να σαρκάζει με άθλια δυνατή φωνή «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΠΙΣΤΕΨΕΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ΤΟ ΝΕΡΑΚΙ ΣΟΥ ΜΕ ΚΑΙΕΙ; ΘΕΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΦΩΤΙΑ ΜΑΛΑΚΑ;… ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΩΤΙΑΑΑΑΑ;»
    Κρεμασμένος ακόμα ανάποδα και στα τέσσερα κοίταξε τριγύρω, χαμογέλασε βλάσφημα κι άρχισε να ΦΤΥΝΕΙ… φλέγματα φωτιάς που λαμπάδιαζαν ότι ακουμπούσαν. ΕΦΤΥΝΕ, ΕΚΑΙΓΕ και ΓΕΛΟΥΣΕ.
   Ο Ιερώνυμος οπισθοχώρησε εκτός του Ιερού αλλά το Κτήνος τον ακολουθούσε από την οροφή, ενώ δε σταμάτησε να φτύνει φωτιά πάντοτε αριστερά και δεξιά αλλά ποτέ κατά μέτωπο. Δεν ήθελε να τον σκοτώσει αλλά κάτι χειρότερο… Ήθελε να τον τρομάξει μέχρι Θανάτου…
   Το Ιερό τυλίχτηκε στις φλόγες και τώρα καιγόντουσαν εικόνες στις προθήκες μπροστά του. Τα κεριά στα μανουάλια λύγιζαν και προσκυνούσαν τη δύναμη της φωτιάς που ολοένα ανέβαζε τη θερμοκρασία του χώρου.
    Σε πολύ λίγο χρόνο οι φλόγες είχαν αγκαλιάσει όλο το μπροστινό τμήμα του Ναού και τα βιτρό στα κουφώματα των τοίχων άρχισαν να εκρήγνυνται προς τα έξω.
   Ο Ιερώνυμος νόμιζε ότι βρισκόταν στην Κόλαση. Όλα τα πρόσωπα από τις Αγιογραφίες μπροστά του μαύριζαν και σαν παρωδίες των Αγίων που κάποτε απεικόνιζαν έμοιαζαν με στρατιώτες του Τάγματος του Κακού.
   Πισωπατούσε διαρκώς δίχως να σκέφτεται, παραδομένος στο μένος του Δαίμονα και στη αφόρητη ζέστη της Φωτιάς. Ήταν πια μια ανθρώπινης μορφής – άβουλη μαριονέτα, που κινούνταν αστεία.
   Ξαφνικά…. θόρυβος ακούστηκε από την μπροστινή κεντρική θύρα του Ναού.
   Κάποιοι προσπαθούσαν να τη σπάσουν απ έξω.
  Μια σειρήνα της Πυροσβεστικής άρχισε να τρυπά τον τοίχο του θορύβου που έκαναν οι φλόγες καθώς κατάπιναν αχόρταγα ότι έβρισκαν στο διάβα τους.
  Ο Δαίμονας σε χρόνο μηδέν γνωρίζοντας θαρρείς τι θα επακολουθούσε, έδωσε ένα σάλτο και κατέβηκε στο πάτωμα.
    Προσπέρασε τον Ιερώνυμο και σκαρφάλωσε σε ένα τοίχο.
  Αυτοσταυρώθηκε εκ νέου ανάμεσα σε δύο εικόνες Αγίων και αφού γέλασε κι έκλεισε το μάτι ειρωνικά στον Παπά, έκλεισε τα βλέφαρα, έγειρε το κεφάλι του στο πλάι κι έγινε πάλι ένα… άψυχο άγαλμα.
   Η πόρτα του Ναού άνοιξε με ένα δυνατό κρότο και δυο αστυνομικοί συνοδευόμενοι από τρεις πυροσβέστες μπήκαν με καλυμμένα τα πρόσωπά τους στον προθάλαμο.
    Βρήκαν τον Ιερώνυμο σε άθλια κατάσταση και το ρώτησαν τι συνέβη.
   Ο γείτονας που κάλεσε την Αστυνομία είχε δηλώσει με βεβαιότητα ότι, για όση ώρα βρισκόταν στο μπαλκόνι του την τελευταία μια ώρα, ο Ιερέας ήταν μόνος του στο Ναό.
   Ο Ιερώνυμος δεν άκουγε τις ερωτήσεις των Αστυνομικών παρά μόνο έδειχνε με το δάχτυλο τη φιγούρα του Εσταυρωμένου φωνάζοντας… Αυτό… Αυτός… είναι εκεί… Η ανάσα του μύριζε ένα μείγμα φόβου και αλκοόλ και ο Αστυνομικός που βρισκόταν δίπλα του δεν άργησε να κάνει το συνειρμό.
    Ο Παπάς μέθυσε κι έβαλε φωτιά στο Ναό.
   Του πέρασαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στο περιπολικό. Είχε να δώσει εξηγήσεις για πολλά. Έξω από το Ναό που τώρα πια καιγόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ήταν παρκαρισμένο πρόχειρα το περιπολικό κι ένα Πυροσβεστικό όχημα.
   Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν τον Ιερώνυμο δεμένο πισθάγκωνα στο πίσω μέρος του περιπολικού και ξεκίνησαν για το τμήμα.
   Μέσα οι πυροσβέστες είχαν αρχίσει την πυρόσβεση αλλά ο αγώνας έδειχνε άνισος. Υπήρχαν πια ελάχιστες ελπίδες να σωθεί το οτιδήποτε.
  Ο Ιερώνυμος δεν μίλησε ποτέ από τη στιγμή της σύλληψης ούτε και αντιστάθηκε στους Αστυνομικούς. Τη στιγμή που το περιπολικό ξεκινούσε μονάχα, έστρεψε δακρυσμένος με δυσκολία το κεφάλι του και κοίταξε μηχανικά την μεγάλη πόρτα του Ναού… Και… το Είδε… ήταν σίγουρος πως ΤΟ ΕΙΔΕ…
… το μαύρο εκτόπλασμα που είχε βγει από τα ρουθούνια της κοπέλας (και δεν είχε δει κανείς) μετά τον Εξορκισμό, έβγαινε τώρα έξω από το Ναό και πλέον μπορούσε να το δει, στο φως της φωτιάς, κάτω από το κενό της Θύρας του Ναού …..το είδε να εξαφανίζεται και πάλι μέσα από τη γρίλια της πόρτας του Πυροσβεστικού.
    Νόμισε πως είδε ακόμα μια λάμψη μέσα στο θάλαμο οδήγησης του Πυροσβεστικού οχήματος και τον οδηγό του να τινάζεται σαν νευρόσπαστο για μια στιγμή.
    Μόλις το περιπολικό έστριβε για να χαθεί σε κάποιο δρόμο προς το Τμήμα, ο Ιερώνυμος είδε το Πυροσβεστικό όχημα να ορμά στο αντίθετο ρεύμα αφηνιασμένο με λάστιχα να στριγκλίζουν.

*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Φωτογραφία: J.A.S. Collin de Plancy. Dictionnaire Infernal. Paris : E. Plon, 1863. Page 55.

Editorial: Φιμώθηκε χωρίς ΕΡΤ, η δημόσια πληροφόρηση;

του Στράτου Φουντούλη

Δεν ήταν το κλείσιμο της ΕΡΤ αυτό που θα έπρεπε αληθινά να μας ανησυχήσει περισσότερο, αλλά ο αντιδημοκρατικός, ο αυταρχικός τρόπος με τον οποίο επεβλήθη καταργώντας το ρόλο του κοινοβουλίου. Για αυτή την επαίσχυντη πράξη έπρεπε να ξεσηκωθεί ο κόσμος και όχι (μόνο) για το κλείσιμο ενός αμαρτωλού –γιατί αμαρτωλός ήταν και παραμένει ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός. Ένα μαγαζί που δεν συμπαραστάθηκε ποτέ σε κανέναν, παρά μόνο στην εκάστοτε κυβερνητική εξουσία –αντιθέτως, σήμερα βλέπουμε πλήθος κόσμου –και προς τιμή του– να κατεβαίνει σε απεργίες, συναυλίες κ.α. εκδηλώνοντας την αλληλεγγύη του σε έναν οργανισμό που δεν του συμπαραστάθηκε (σχεδόν) ποτέ –εννοώ του κόσμου, όπου ενώ ταυτόχρονα με τη μεγαλοψυχία του, δείχνει και την απέραντη –ας μου επιτραπεί η έκφραση– απλοϊκότητά του. Από τις οθόνες της ΕΡΤ, κατά καιρούς απολαύσαμε υπέροχες ταινίες, άριστα ντοκιμαντέρ, προσεγμένες παραγωγές, προσέφερε το Τρίτο Πρόγραμμα, αλλά έως εκεί. Και όχι. Με το κλείσιμο της ΕΡΤ, δεν φιμώθηκε η δημόσια πληροφόρηση, υπάρχουν χιλιάδες άλλα έντυπα που την ενημερώνουν – άλλωστε η πληροφόρηση από την ΕΡΤ υπήρξε πάντα της εκάστοτε κυβέρνησης.Αντιθέτως δεν ξεχνάμε το ανεκδιήγητο, άκρως κυβερνητικό Δελτίο των «Ειδήσεών» της με τον αδιάκοπο ρυθμό του λιβανιστηριού της προς τα φαιδρά ή σοβαρά πρόσωπα της εκάστοτε εξουσίας. Αν απαριθμήσουμε τα φυντάνια που κατά καιρούς, φιλοξένησε στη στέγη της η ΕΡΤ, θα χάσουμε τη μπάλα, εδώ θα την χάσουμε αν το κάνουμε για τα τωρινά «αξιοκρατικά» διορισμένα φυντάνια, ονόματα δεν λέω, διότι γράφω επωνύμως –έχω και οικογένεια. Μόνο ο Διακογιάννης ξεχώρισε και όταν απομακρύνθηκε, η εκπομπή που κληροδότησε στους επόμενους, έκανε τα νεύρα των ποδοσφαιρόφιλων ρετάλια από την ερασιτεχνική ακαμψία των παρουσιαστών της. Ποιος γνωρίζει το ποσοστό αυτών που διορίσθηκαν με πραγματικά, αξιοκρατικά κριτήρια; Όποιος περαστικός αναγνώστης το μάθει (με στοιχεία) και μάθει επίσης ότι αυτοί αποτελούν την… πλειοψηφία, τότε να μου στείλει μέηλ και θα δημοσιεύσω τάχιστα κι ευχαρίστως, το πρωτοφανές για τα νεοελληνικά «ήθη κι έθιμα» ευχάριστο γεγονός. Ανυπομονώ. Διαβάζοντας το κατεβατό μου, δεν αποκλείω να υπογραμμίσετε ιδιαιτέρως την ασχετοσύνη μου, την «έλλειψη» κοινωνικής μου ευαισθησίας προς τόσους εργαζόμενους που χάνουν τη δουλειά τους –πριν όμως, θα ήθελα να σκεφτείτε, διαχρονικά τη, κοινωνική ευαισθησία των ανθρώπων της ΕΡΤ: Πότε κατήγγειλαν τους διαχρονικούς παράνομους διορισμούς στους κόλπους της;Πότε κατέβηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τη σήψη, τη διαφθορά, τα «περίεργα» συμβόλαια ημετέρων –Μετά έχετε το ελεύθερο να μου προσάψετε όση κακοήθεια επιθυμείτε. Οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ δεν πρωτοτυπούν, η έλλειψη κοινωνικής ευθύνης είναι κοινή σε όλους τους κλάδους των εργαζομένων της χώρας μας. Είδατε ποτέ την ΑΔΕΔΥ να κατεβαίνει σε απεργία καταγγέλλοντας τη βρομιά και τη δυσωδία, τα λαδώματα, τις υπερτιμολογήσεις, τους παράνομους διορισμούς; Το ίδιο ισχύει και για τους γιατρούς με το παραδοσιακό φακελάκι κ.ο.κ. ξανασκεφτείτε τα όλα αυτά στο σημερινό περιβάλλον των 30% ανέργων του ενεργού πληθυσμού της χώρας, μόνον στον Ιδιωτικό τομέα…

Η ΕΡΤ δεν έπρεπε να κλείσει, όσο αμαρτωλή κι αν ήταν. Υπάρχουν δημοκρατικές, κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Τίποτα δεν εμπόδισε την τριαδική κυβέρνηση να την εξορθολογήσει, να την εξυγιάνει. Το κλείσιμο ενός, έστω και κατ’ επίφαση δημόσιου, ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, δεν επιτρέπεται, ιδιαίτερα σε κράτος δικαίου.

*
©α γ ρ ι μ ο λ ό γ ο ς

Θανάσης Πάνου, Ο Μέγας κοινωνικός δράκος βρυχάται…

Ο μέγας κοινωνικός δράκος έχει επιβληθεί παμπόνηρα και μεθοδικά πλήρως στη θέληση, βρυχάται και υφαίνει την νικητήρια καταγωγή του, σιδηρουργός που πεταλώνει την ελευθερία της βούλησης που στρογγυλεύει τις αρθρώσεις της επανάστασης. Είναι ο μέγας δάσκαλος της θεωρίας της πλήρους περιστροφής, ότι φεύγει – ξαναγυρίζει δεν υπάρχει η εξέλιξη, η δυνατότητα να δραπετεύσεις, γι αυτό σου ψιθυρίζει καθημερινά να απολαμβάνεις το λυντσάρισμα.

     Με την συστολή του ζωτικού σου χώρου , ρουφάει τους ανασασμούς και χαρτογραφεί μια προσομοίωση της πραγματικότητας σε μικροφασματικές διαστάσεις…. Tο αόρατο συρματόπλεγμα μετατρέπεται σε δήμιο της κάθε απόφασης εξόδου γίνεται αυτόχειρας της ίδιας της ελεύθερης εικόνας που εγκλωβίζει στη σπηλιά που την οικεία μετατρέπει.
      Αυτός ο εσωτερικός τρομοκράτης ο αποκλιμακωτής της λογικής και συνήγορος της απομόνωσης,  είναι ο δικός σου δεσμοφύλακας που φύεται από την γέννησή εν σκότη, ρουφώντας από μέσα την κάθε πτήση σου… Η παρουσία του αόρατου καταγραφέα είναι μια τροχιά που σε αφήνει στην ίδια όχθη, χωρίς να κατέχεις τίποτα στο ταξίδι της ακινησίας. Αυλακώνει της ελλείψεις και προσφέρει απλόχερα μάσκες να ζεις όμορφα το μύθο της ύλης και της κωμικής σκιάς της. Ο κοινωνικός δράκος είναι ιδιαίτερα ευφυές ον τρυπώνοντας με την κάθε ανάσα, με την κάθε δρασκελιά, σε αντηχήσεις μέσα σου. Είσαι ο προικισμένος δημιουργός του γι αυτό σαν χορευτής χαίρεσαι την πτώση σου πάντα στον ίδιο τόπο με τον ίδιο απαράλλακτο ρυθμό.
     Υπάρχει όμως μια υπερφυσική, ένα πεδίο δυναμικό σε κάθε ον , που αν αφουγκραστεί, αν πιάσει το αυτί τη δόνηση μιας νότας πνοής αέρινης, το σκέπτεσθαι γεννιέται και από αυτό απορρέει πετώντας η ελευθερία. Είναι το συναπάντημα με τη γη που σου φωνάζει να την ψηλαφίσεις και συλλέκτης της σοφίας της να ξαναβαπτιστείς. Ο κοινωνικός δράκος γεννήθηκε όταν επήλθε αυτή η ρωγμή από το έδαφος που ξυπόλητοι βλαστάναμε. Ο μεγαλύτερος ίσως τίτλος επανάστασης είναι να σε ελευθερώνει καθημερινά από την δική σου φυλακή το κλειδί της γήινης μουσικής, και γυμνός κολυμβητής να ρέεις σε ότι το πνεύμα μας αγγίζει.
*
©Θανάσης Πάνου
φωτογραφία Στράτου Φουντούλη, Αθήνα 2009.

Γιάννης Φαρσάρης -«Η έμπνευση είναι γυναίκα;»

Αρχείο 17/06/2013

Η δουλειά είχε πέσει τελευταία στο μικρό ψιλικατζίδικο. Μάνα και κόρη κάθονταν δίπλα – δίπλα στο ταμείο και κοίταζαν αφηρημένα τη μικρή οθόνη που ήταν βιδωμένη στον απέναντι τοίχο. Δεκαέξι ώρες ημερησίως ζούσαν καθισμένες μελαγχολικά στην ίδια θέση – πήγαιναν σπίτι μόνο για να κοιμηθούν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Φαρσάρης -«Η έμπνευση είναι γυναίκα;»»

Άγγελος Σικελιανός, «Δύο»

*
Πνευματικὸ Ἐμβατήριο

Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό…

Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:

Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου…

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.

Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.

Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.

Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω…
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα…

Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα
δική μου κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη
νὰ ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν,
ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου, νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ
ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα.
Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη
καὶ κράζω σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους.

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.

Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τὶ πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τὶ πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του…
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα…
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι…
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου…
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη…
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης…

Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.

***
Στὴ Μαρία Πολυδούρη

Μὴ στοχαστεῖς πὼς ἦρτα ἀργὰ κοντά σου. Εἶναι κρυφὸς
ὁ δρόμος μου καὶ δὲν τὸν ξέρουν οἱ ἄλλοι.
καὶ χρόνια τώρα, ἀνήξερά Σου, εἶμαι γιὰ Σένα ὁ ἀδερφός,
ὁποὺ Σοῦ σιάζει μυστικὰ τὸ προσκεφάλι…

Κι᾿ ἂν ἀπ᾿ τὴν ὄχτη φαίνεται πὼς ἔρχομαι, ὅπου τὴ νευρὴ
τῶν τόξων μου τανύζω
μὲ πεῖσμα, ἐνάντια στὴν ὀκνιὰ ποὺ μὲ κυκλώνει τὴ μιαρή,
μὰ ἀληθινά, γυρίζω

ἀπὸ τὴν ὄχτην ὅπου ἀνθοῦν οἱ θεῖοι μονάχα ἀσφοδελοὶ
κι᾿ ὅπου σαλεύει μόνο
ὅποια μορφὴ ἀναδύθηκε γιὰ μένα ὡς πλέρια ἀνατολὴ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸν τέλειο πόνο…

Ἐκεῖθεν᾿ ἔρχομαι σ᾿ Ἐσέ, ποὺ ὁ θάνατός μου κ᾿ ἡ ζωὴ
διπλό μου φέγγει ἀστέρι.
μὰ γίνοντ᾿ ἕνα μέσα μου καὶ τὰ τυλίγει μία πνοὴ
σὰ Σοῦ κρατῶ τὸ χέρι,

καὶ συλλογιέμαι πὼς δὲν ἦρτα ἀργὰ κοντά Σου (μὲ τὸ φῶς
ἢ τὸ σκοτάδι ἂν πρόλαβα), τί φτάνω ἀπ᾿ τ᾿ ἀκρογιάλι
αὐτῶν ποὺ μ᾿ ἑτοιμάσανε νὰ Σοῦ ῾μαι ὁ ἄξιος ἀδερφός,
καὶ νά ῾μαι πλάι Σου πάλι…

Γρηγόρης Σακαλής, ποίηση

 
Ο βίος

Ονειρεμένα χρόνια
μέσα στο καζάνι της λήθης
λιμνάζουν.
Άλλοτε κοιμούνται
άλλοτε ξυπνούν
σαν κάποιος να τα αναδεύει
ένας αέρας δυνατός
ή κάποιο χέρι θεϊκό
να παρεμβαίνει.

Φυλακισμένα βλέμματα
σε μια μορφή
σ’ ένα κρανίο
δεσμευμένα
κολυμπούν στα όριά τους.
Θερμές ανάσες
αναστεναγμοί – αγκομαχητά
σήμερα ζουν
κι αύριο πεθαίνουν.

Ζωή που σήμερα σε πνίγει το Χθες
και το Αύριο σ’ αποτελειώνει.

***
Χειμώνας

Ατέλειωτος που είναι ο φετινός χειμώνας
θαρρείς πως πάγωσε η ψυχή μας
και τα σώματα γίνανε βαριά
κουβαλούνε αβάσταχτο κενό
περιττά στολίδια
σ’ ατέλειωτο ανήφορο.

Σμήνη πουλιών οι παρέες μας
που διασκορπίστηκαν στον πρώτο χιονιά
καθώς ήταν γεννήματα της τύχης∙
μικροί τυχοδιώκτες σ’ αναζητήσεις του εγώ
χτίζουμε πύργους κι ατομικά καταφύγια ανώφελα.

Βαρύς που είναι ο φετινός χειμώνας
θαρρείς θα κρατήσει για πάντα.

*
© Γρηγόρης Σακαλής
φωτο Στράτος Φουντούλης « L’entrée », Βρυξέλλες 2008

Σωκράτης Ξένος, «πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί» -ποίηση

 
“Γυναίκες της άνοιξης Ι”

Είδα Ηώ
με το ωμέγα την ήττα του ήλιου
πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί
η Ιουδήθ έχει κατάσχει τον καθαρό πηλό της γης
και γράφει μας αγγεία πολυσχιδή
και τέμπλα και σκαλοπάτια ωραίων Πυλών
και λέω χαλάλι το αψύ βάσανο
μούσκεμα οι καθρέφτες καταρρέουν αγγέλους Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωκράτης Ξένος, «πώς ξεπλένεται αλάνθαστα μες στο χαρτί» -ποίηση»