Βασίλης Ζούμπος, Η ερημιά του αληθινού

Το Σάββατο 25 Μαΐου 2013 στις 8:30μμ στον Πολυχώρο Πολιτισμού ΕΚΣΤΑΝ, Καυτατζόγλου 5 και Πατησίων γωνία, στα Πατήσια, στην Αθήνα παρουσιάζεται η πρώτη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Η ερημιά του αληθινού» (Εκδόσεις Ηριδανός, 2012) με την υποστήριξη του Πολιτιστικού Τμήματος του Μετώπου Αλληλεγγύης-Ανατροπής.
Το βιβλίο θα προλογίσει η Αριάδνη Αλαβάνου.
Ποιήματα από τη συλλογή θα απαγγείλει η Παναγιώτα Αρματά.
Θα συνοδεύσει με την κιθάρα του και τη φωνή του ο Αντώνης Παρίνις.

*

Διαπίστωση

Ζούμε απάνθρωπες ζωές βουβής απελπισίας
αγάπη αγνώστους θλιβερούς αποκαλούμε αγάπη
και υποκρινόμαστε καλά πως δήθεν κοινωνούμε
λίγη από την φροντίδα τους και λίγο από το χάδι.
Το ‘πανε αμέτρητες φορές οι ποιητές καθάρια,
αυτοί που όλο ξεθάβουνε τρομακτικές αλήθειες,
αυτές που καταχώνιασαν οι άνθρωποι φοβισμένοι•
μόνος στους ξένους δυστυχώς, και μες στους φίλους μόνος
μόνος διαβαίνεις τις ξεριές, μόνος και τις θαλάσσες
σε Καλοκαίρια αβάσταχτα, σε υπέροχους Χειμώνες
μόνος σαπίζεις μες στη γη, μόνος και από πάνω
ίδια σαν να κοιμήθηκες στην άδεια σου την κλίνη
και σε φυγάδευσε μαθές απ’ τα όνειρά σου ο ξύπνιος
απ’ όλες τις παράλειψες, τις ερινύες, τις θλίψες
κι έχασες πια τον μετρημό, και μετρημό δεν έχεις
πόσες φορές ετοίμασες τα ναύλα του βαρκάρη
μα εκείνος σε εχλεύασε και μ’ ειρωνεία γεμάτος
«μόνος θα είσαι» απάντησε «και την στερνή την ώρα»
«μόνος θα δένεις το σκοινί γύρω από τον λαιμό σου»,
«μόνες αντίκρυ θα θωρούν οι σκιές την κάμαρά σου».

*

Μυρίζει ουτοπία

Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία

*
©Βασίλης Ζούμπος

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Η Πουτάνα (… η ζωή)

Σαββατόβραδο… μόνη .
   Τα ψιλοέπινε από νωρίς τ’ απόγεμα… κάτι παλιές φωτογραφίες, κάτι ραβασάκια παλιών ερώτων, κάτι τηλέφωνα από φραγκάτους μαμάκηδες, για να τους κανακέψει …δεν ήθελε και πολύ να την πιάσει το παράπονο.
   Έσκαγε.
   Έπινε κι έβγαζε τα ρούχα της.
   Άναβε το’ να τσιγάρο με την κάφτρα του προηγούμενου.
   ‘Ε και;’
   Σηκώθηκε ώρα μετά μισοζαλισμένη και χόρεψε μπροστά στον καθρέφτη.
   Στα πενήντα της, δεν τόνε γούσταρε πια κι όλο το βλαστημάγε. Τα χάλια της βλαστήμαγε και το ‘ξερε. Τράβαγε ρουφηξιές απ’ το κρασί κι έσπαγε με μανία το ποτήρι στο πάτωμα, ‘άλλαααααα…’
   Το μαύρο κομπινεζόν δεν έγραφε καλά πάνω της. Το φορούσε όμως το γαμημένο με τέτοια μαγκιά που νόμιζες ότι το φτιάσανε μόνο για το κορμί της
    Το σπίτι μικρό, ενάμιση δωμάτιο και κάτι. ‘Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι ρε’
  Τσιγάρο στο στόμα στραβά, μαλλί βαμμένο μαύρο κορακί κι οι άσπρες ρίζες τη φοβόντανε και κρύβονταν. ’ Όξω.’
   Τα χέρια δουλεμένα, σφιχτά κι απλωμένα.
   Γυμνά.
   Το μακιγιάζ λειψό, λίγη παραπάνω σκιά και μάσκαρα γυάλιζε στα μάτια της. Αυτές τις μελί φωτιές, που σε κοίταγε και σ έκαιγε, η Πουτάνα.
   Το ράδιο έπαιζε ένα αργό τσιφτετέλι.
   Γύριζε αργά, σα μάγκας Πειραιώτης ,τράβαγε τζούρες και τραγούδαγε ‘ Στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το Χάρο’.
   Ξυπόλυτη και στο πάτωμα γυαλιά. Έσπαγε ότι έβρισκε στο διάβα της. Και γέλαγε, μ αυτό το γέλιο που δεν καταλάβαινες αν κρύβει γλύκα ή πόνο.
   Με την αναλγησία του Αναστενάρη, πάταγε και θρυμμάτιζε με τις γυμνές πατούσες της τα γυαλιά σα να’ τανε σταφύλια .
    Πατούσε χυμένο κρασί και αίμα. Όλα στο μουνί της.
   ‘Μια ζωή ολόκληρη ρεεεεεεεε.’
   Άρχισε να στριφογυρνάει με μανία, κι άλλο , κι άλλο, σωριάστηκε στο κρεβάτι χτυπώντας άτσαλα την κεφάλα της που’ τανε και γιομάτη.
   Έσκασε στα γέλια.
   Για λίγο το δωμάτιο γύριζε μονάχο του, τα’χε κοπανήσει, έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, πάλι γύριζε.
    ‘Ωωωωωπππ’
   Έπιασε όπως – όπως ένα παλιό λούτρινο αρκουδάκι απ το προσκέφαλο και σε μια στιγμή έγινε από Μάγκας, βρέφος και μάμα μαζί. Τύλιξε τα πόδια της σε εμβρυακή στάση. Πήρε το αρκουδάκι βαθιά στην αγκαλιά της σαν το παιδί που δεν είχε ποτέ… κι άρχισε να ροχαλίζει.
   Ονειρεύτηκε ότι ήτανε μικρή. Ένα μελαχρινό κουκλάκι δέκα χρονώ πάνω κάτω, με κοτσιδάκια κι έπαιζε στην αυλή. Στο σπίτι στο χωριό.
   Αθώο.
   Δεν παρεξήγησε τα ύποπτα χαϊδολογήματα του θείου ούτε και τις εισόδους του πατέρα κάτι βράδια στο λουτρό ενώ μπανιαριζόταν λίγα χρόνια αργότερα. Δεν είχε τα αθώα φλερτ που χανε τα κορίτσα στην ηλικία της. Την παρθενιά της την πούλησε ο γέρος της μεθυσμένος στα χαρτιά.
   Τη χτυπούσε και την έδερνε.
   Ήρθε στην Αθήνα και γλύτωσε.
   ‘Η πουτάνα’ την έλεγαν και δείχναν με το δάχτυλο, που να τους κοπεί.
   Η πουτάνα η ΖΩΗ, λέω εγώ.
*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Grete Stern (1904-1999)- Sueño No.1: Articulos eléctricos para el hogar, 1948

*
Ο Δημήτρης Μποσκαΐνος ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα,είναι 41 ετών, παντρεμένος με τη Μαρία Ντίνα κι έχουν μια κόρη, την Ιωάννα.
Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς με το δικό του προσωπικό ύφος που είναι συνήθως κινηματογραφικό…
Το γράψιμο είναι για εκείνον αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να …αντέχει το σήμερα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μικρά διηγήματα και ποίηση σε e-magazines όπως microstory.gr, bibliotheque.gr, ideostato.gr και άλλα. Διατηρεί το blog paraxenesistories.wordpress.gr από όπου μπορεί κανείς να λάβει ένα δείγμα της δουλειάς του.

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός

[…]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιθεώρηση Τέχνης πρωτοβγαίνοντας τα Χριστούγεννα του 1954, πριν από το «λιώσιμο των πάγων», αποφεύγει την ένταξη στο δόγμα.

Ας εξηγηθώ από τώρα, προλαβαίνοντας ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως τότε, το 1954-55, εμείς, η συντακτική ομάδα του περιοδικού, είχαμε απορριπτική θέση ή, έστω, κάποια συγκεκριμένη κριτική στάση απέναντι στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Νομίζω ότι μπορώ ν’ απαντήσω για λογαριασμό όλων μας αρνητικά. Ελλιπή πληροφόρηση, πλαστογραφημένη πληροφόρηση, πελώρια πίστη και καλή πίστη, ακόμα και σύγχυση είχαμε. Και πώς να μην είχαμε! Συσκότιση, μυθοποίηση, ακτιβισμός, δεοντολογία πολεμικού κομμουνισμού (μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου και του εμφύλιου) μας είχαν αναθρέψει. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Η σοβιετική λογοτεχνία και η τέχνη δεν μας έπειθαν για την ποιότητα τους. Βέβαια, οι νέοι πολιτισμοί, μας έλεγαν και λέγαμε, δε δίνουν τα ώριμα φρούτα τους μέσα σε 40 χρόνια, και τέτοια χρόνια. Μα τα φρούτα αυτά δεν ήταν στυφά, ξινά, ήτανε νερόβραστα… Γιατί το ’18, το ’25 είχαμε έκρηξη της επαναστατικής τέχνης και το ’55 είχαμε ροχαλητό; Και αφού ο προλεταριακός πολιτισμός είναι νόμιμος κληρονόμος των καλύτερων επιτευγμάτων του αστικού πολιτισμού, όπως βεβαίωνε και το τελευταίο αρθρίδιο περί σοβιετικής κουλτούρας… Κι από τα μικρά ανοίγματα κι από τα μικρά ρήγματα φυσούσαν σφοδροί άνεμοι αμφιβολίας. Ήταν ένας καιρός συνειδησιακών διλημμάτων και αμηχανίας για την αριστερή διανόηση στα πρόθυρα του αναθεωρητισμού. Και όχι μόνο βέβαια στο χώρο της κουλτούρας. Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτόν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός»

Δεν πάει ο νους σε Παιδεία

Η κατάσταση σήμερα -σαν να μην πέρασε μια μέρα
Editorial του Αγριμολόγου στις (παλαιές) Στάχτες τ.15 -2006 
Έχουν περάσει από τότε επτά χρόνια, και σαν να μην πέρασε μια μέρα

Βλέποντας χοροστάσια και μαγαζιά με γύρο γύρο σκουπίδια, παράγκες και σπίτια, οικισμοί και χωράφια, μάντρες οικοδομικών υλικών, δρόμοι και μονοπάτια ριγμένα άτακτα πάνω στη γη. Το βλέμμα ξεχειλίζει από δάση τηλεοπτικών κεραιών. Το σύγχρονο αστικό περίγραμμα της σημερινής Ελλάδας. Το βλέμμα σταματά εκεί• δεν τολμά να απλωθεί ψηλότερα• προσγειώνεται. Φεύγει και γυρνά σε πόλεις και χωριά και φορτίζεται από την υποδοχή σκουπιδιών και μπαζωμάτων και προσπερνά. Η παιδεία απουσιάζει από το οπτικό πεδίο.

    Σε ποια μονοπάτια χάθηκε αυτή η περίφημα διακηρυγμένη Ιστορική Συνείδηση, όταν κάποια φυλλάδια όπως ένα της περιφέρειας Αττικής αναφέρει τον Εθνικό Κήπο σαν «Διακοσμητικό πάρκο», όπου στο βλέμμα κυριαρχούν η βρομιά, η λάσπη και η αμορφία; Κλαδιά, ξεραμένα φύλα δέντρων ανάκατα με χαρτομάντιλα, κουτιά αναψυκτικών, χάρτινα περιτυλίγματα από σοκολάτες, κρουασάν, σάντουιτς, τσαλακωμένα πακέτα τσιγάρων, αποτσίγαρα. Πηγαίνετε στο ιερό νησί της Δήλου, ή λίγο έξω από τα Μετέωρα. Περάστε στον Θεσσαλικό κάμπο. Το ίδιο άρρωστο τοπίο. Η παιδεία παντού, εκκωφαντικά απουσιάζει.
    Παρατημένες παιδικές χαρές. Σκουριασμένες αλυσίδες σε κούνιες που τρίζουν, η τραμπάλα σχεδόν ξεχαρβαλωμένη, το μονόζυγο ξεβαμμένο από το χαρούμενο αρχικό του χρώμα. Τα ξύλινα καθίσματα στις κούνιες, η τραμπάλα γεμάτα σκλήθρες. Υπαίθριες τουαλέτες που εντοπίζονται από τη δυσοσμία. Παρκάκια με αγάλματα βρόμικα, χτυπημένα και απεριποίητα. Παγκάκια που κάποτε είχαν τιμηθεί με χρώμα. και τα σίδερα που τα στηρίζουν• σκουριασμένα. Τονίζουν (ανάμεσα στ’ άλλα, την απουσία των Αρχών) βροντερά την έλλειψη παιδείας.
    Δέντρα που στέκουν αγέρωχα. Αντέχουν όσα χρόνια και αν περάσουν• ταλαιπωρημένα, με την εμφανή προσπάθεια να δώσουν καθαρές ανάσες στον περιπατητή. Κοιτούν από ψηλά τους λιγοστούς ελεύθερους χώρους εγκαταλελειμμένους να γερνούν, να εγκαταλείπονται από τις αρχές. Ελάχιστοι κάτοικοι διαμαρτύρονται ή αντιδρούν δυναμικά, δημιουργικά. Οι υπόλοιποι προστατεύονται από τα δελτία των οκτώ και τα πρωτοσέλιδα. Απαθείς, αθώοι και αμέριμνοι θεατές της καθημερινότητας• της ζωής. Παθητικοί θεατές απολαμβάνουν καρέ-καρέ εικόνες του κυκλοφοριακού, της ανεργίας, των σκουπιδιών. Θεατές με την αδράνεια παραδομένου θύματος κοιτούν αποχαυνωμένα τα όνειρά τους να γκρεμίζονται σε δολοφονικές λακκούβες στους δρόμους, σε οργωμένα πεζοδρόμια.
    Τα πεζοδρόμια γεμάτα εμπορεύματα, μηχανάκια, σκουπίδια, καρέκλες και τραπέζια (οι μητέρες με παιδικό καροτσάκι;). Φρεσκοβαμμένοι τοίχοι όμορφων δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς γεμάτοι μουντζούρες (όχι γκράφιτι) και συνθήματα για όλα, ακόμα και για Παιδεία. Σε στατιστική μελέτη διαβάζω ότι το 71,6% βλέπει συχνά γείτονες να πετούν σκουπίδια στο δρόμο. Θλιβερό.
    Εκλογές. Κραυγές μεγαφώνων, κολόνες (οι καημένες…) γεμάτο αυθαίρετες αφίσες υποψηφίων, χορός ασταμάτητος ιδίων προσώπων περί ιδίων ομιλούντων. Εμφανίσεις «καλλιτεχνών» στηρίζουν υποψήφιους. Αλληλοκατηγορίες, παραπληροφορίες, «ανακαλύψεις σκανδάλων», ξεκατινιάσματα και άλλα συμπτώματα γεμίζουν τον ατομικό μας χώρο. Ναι, ακόμα και σε αυτόν τον χώρο που ζούμε, σε κατάσταση συνεχούς μορφωτικής απαξίωσης, ακόμη και εκεί μας πλαγιοκοπούν.
    Δεν είμαι μηδενιστής, υπάρχουν μερικοί που αντιστέκονται και δημιουργούν. Δεν είναι όλα μαύρα, υπάρχουν επιτεύγματα σε όλους τους τομείς, αυτά όμως είναι η εξαίρεση. Το πολύ μικρό και ασήμαντο αυτό άρθρο δεν μπορεί να χωρέσει όλα όσα πονούν.
*
©Στράτος Φουντούλης. Βρυξέλλες, 4 Οκτωβρίου 2006.

François Villon, Επιτάφιος

 
 
François Villon (c. 1431–1464)
XVIII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ
ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΔΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑ ΑΥΤΟ.
ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΣΑΪΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ,
ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΤΑΡΟΥΔΙ ΤΡΥΦΕΡΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝ, ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΡΟΥΠΙ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΒΙΟΣ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙΑ, ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΨΩΜΙ ΦΡΥΜΕΝΟ.
ΠΕΣΤΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΚΗ:

ΕΥΚΗ

Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «François Villon, Επιτάφιος»

Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

Αρχείο 16/05/2013

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι»

Χρύσα Αλεξίου, από την ποιητική συλλογή «Δωμάτιο»

Εκδόσεις Ενδυμίων

***

πάρε απο πάνω μου αυτά
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον εδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζώ
μαχαίρι στον αέρα

***

μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά

***

ανοίγαν δρόμο οι ουρανοί
έτρεχε έτρεχε το αλωνάρι
των φιλιών
σκορπούσε θάλασσα
στο βήμα
μα πώς βρεθήκαμε εδώ
ρωτούσες κάθε μέρα
τα πουλιά
κι εκείνα έσταξαν
λίγο απο αίμα ανάμεσα μας
αυτό το κόκκινο
αγάπησα κι ας με πονάει

***

στην απομόνωση
στο πάτωμα
άνεμος με παραμιλητό
σκοτάδι στα σεντόνια
μπουνιά και έρωτας
άσε το φεγγάρι να μπεί
μου φώναξες
ξέρει απο θάλασσα
ξέρει απο λόγια
μη με κοιτάς
σκοτώνουμε το θάνατο απόψε

*

© Χρύσα Αλεξίου
Δωμάτιο
Εκδόσεις Ενδυμίων

Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»