Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]

έκκρουσον στυγεράν εκ κραδίας οδύναν
Μελέαγρος

Έργο σε τρεις σκηνές

 τοιμόρροπο αρχοντικό στο κέντρο της πόλης. Δίπατο με σαθρές ξύλινες κολόνες, φαγωμένες από τον καιρό. Μια σκεπή μισογερμένη, με μπαλώματα εδώ και εκεί. Και ακριβώς πάνω από την είσοδο που υπακούει σε κάποιον αρχαιοελληνικό τάχα ρυθμό, με τη βαριά ξύλινη πόρτα και το εντυπωσιακό ρόπτρο με το μισάνοιχτο στόμα του γρύπα, η επιγραφή. «Το Μαντείο». Δίπλα από το οίκημα ξεχωρίζει ένα μικρό περιβόλι, με λίγες νεραντζιές και κάτι βρώμικες θημωνιές. Το σπίτι περιβάλλει μια μάντρα, με κακοκομμένους λίθους και το περίσσευμα της λάσπης στερεωμένο πια, ξεχασμένο από τον αδέξιο χτίστη, τον κακοπληρωμένο. Μια άλλη πόρτα πλάι σε εκείνη τη μεγάλη, την κλειστή στέκει μισάνοιχτη. Και πηγαινοέρχεται το βουβό πλήθος, μαυροφορεμένο, με τα γυαλιά για την αντηλιά φορεμένα. Και κάποιοι συνομιλούν, χαμηλόφωνα πάντα, σφίγγουν τα χέρια και αποχαιρετιούνται. Ένας που φεύγει σκοντάφτει σε ένα φαράσι, κάνει να πέσει μα κρατιέται. Και ύστερα, φωνάζει ένα μεγαλοπρεπέστατο «άει σιχτίρ». Στρίβει στη μάντρα, φτιάχνει το καπέλο του. Ένας από την αυλή φωνάζει. Το έργο αρχίζει.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]»

Κυριάκος Δημητρίου, Τεντωμένη μπατονέτα ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Κυριάκος Δημητρίου, Τεντωμένη μπατονέτα, Homo hominis virus, εκδόσεις Σμίλη, 2023 ―Επίμετρο: Γιώργος Ρούσκας

Ο πολυγραφότατος Κυριάκος Δημητρίου, μετά την τελευταία του εκδοτική εμφάνιση με τον τίτλο Δυτικά της Φαντασίας (Σμίλη 2021), εμφανίζεται με μια νέα νουβέλα, η οποία, όπως αναφέρει και ο Γιώργος Ρούσκας στο εξαιρετικά επιμελημένο επίμετρο για το σύνολο του έργου του Κ. Δημητρίου: «…ποτίζεται βαθιά από τον μαγικό ρεαλισμό.» Η αγάπη και η βαθιά γνώση του Κ. Δημητρίου για τη φιλοσοφία διαποτίζει το σύνολο του έργου και το ίδιο συμβαίνει και στο συγκεκριμένο αφηγηματικό σύμπαν. Επιπλέον, διακειμενικότητα δεν το εγκαταλείπει, καθώς οι αναφορές σε αγαπημένους φιλοσόφους, αλλά και στο αρχαίο πνεύμα, καθώς και η αυτοδιακειμενικότητα, αφού διατηρεί μια συνέχεια και έναν διακειμενικό διάλογο με τα ίδια τα του έργα και επαναφέρει τους ήρωές του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κυριάκος Δημητρίου, Τεντωμένη μπατονέτα ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Εύα Στάμου: «Η Κυρία Μποβαρύ» του Φλωμπέρ αξίζει μια θέση στη βιβλιοθήκη μας

Tο αριστούργημα του Γκυστάβ Φλωμπέρ κυκλοφορεί από την Athens Review of Books, σε μετάφραση της Μαρίνας Κουνεζή και επιμέλεια του Μανώλη Βασιλάκη

«Η Κυρία Μποβαρύ»: Εντυπώσεις από το μυθιστόρημα

Η περίφημη δήλωση του Γκυστάβ Φλωμπέρ, «Madame Bovary, c’est moi!», προβληματίζει ακόμα και σήμερα τους μελετητές του έργου του. Τι κοινό μπορεί να είχε στα αλήθεια η ζωή ενός, σπάνιας καλλιέργειας, λογοτέχνη και πολίτη του κόσμου, όπως ήταν ο Φλωμπέρ, με την καθημερινότητα μιας Νορμανδής επαρχιωτοπούλας, παντρεμένης με αγροτικό γιατρό, που ξόδευε τις μοναχικές ώρες της διαβάζοντας ρομάντζα;

Γνωρίζουμε ότι ο Φλωμπέρ χρειάστηκε πέντε χρόνια για να συγγράψει και να διορθώσει το χειρόγραφο της Κυρίας Μποβαρύ κατά τη διάρκεια των οποίων ήταν απολύτως αφοσιωμένος στα πρόσωπα του μυθιστορήματος και κυρίως στην Έμμα, μία από τις πιο αληθινές ηρωίδες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Κανείς ωστόσο δεν θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο χαρακτήρας της Έμμας, τόσο άρτια δοσμένος από την εποχή που ήταν νεαρή κοπέλα στο κοινόβιο του μοναστηριού, έως τη μέρα του τραγικού θανάτου της, υπήρξε βασισμένος στην προσωπικότητα του δημιουργού της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Εύα Στάμου: «Η Κυρία Μποβαρύ» του Φλωμπέρ αξίζει μια θέση στη βιβλιοθήκη μας»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος

Ανταπόκριση από μια εποχή που διστάζει να κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια. 

Επειδή την ψυχή της έχασε, λέει μες στο παιχνίδι.

Τον συνάντησα στο τάδε χιλιόμετρο της εθνικής οδού. Φοβόταν, μου ‘πε, να μην μας δουν. Επειδή του το’παν ξεκάθαρα πως την επόμενη φορά θα είναι ανυπολόγιστη η ζημιά. «Τέλειωσες Γιώργη, πάει, ξόφλησες». 

Έξω σαν πουλιά που ξενυχτάνε, οι οδηγοί των βαριών φορτηγών. Ανόβερο, Ρώμη, Άγιοι Σαράντα, Σόφια, Πρίντεζι, Ντόρτμουντ. Στέκουν ανάμεσα στους καπνούς των, προϊστορικοί καπνιστές, παράξενοι χρησμοδότες να ανασαίνουν παγωνιά. Του ‘κανε νόημα σαν τον είδε. Φορούσε ένα βαρύ παλτό, σαν τους ναυτικούς και ας μην την είχε συναντήσει ποτέ του τη θάλασσα. Μια τέτοια έστεκε πια για απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και τους ανθρώπους.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος»

Ιωάννα Ζερβού, Τάλαινες ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Περισπωμένη

ΤΟ ΦΩΣ

Το φως
Πάνω στις πέτρες
Και ’συ
Από μουσική και φως

Μιαν άγια ώρα που όλα
Γίνονται δυνατά
Το βάδισμά σου, οι ροές του σώματος
Κάτι ανάλαφρο σαν του ελαφιού
Το ξάφνιασμα
Μια κόκκινη κλωστή που τρέμει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Ζερβού, Τάλαινες ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

The Athens Review of Books τεύχος 158 ―κυκλοφορεί

Περιεχόμενα τεύχους 158, Φεβρουάριος 2024

Κλάους Βέλλε (Klaus Welle), Το μέλλον της κεντροδεξιάς στην Ευρώπη και τα «7 D»

Στέφαν Τσβάιχ (Stefan Zweig), H Ευρωπαϊκή ενοποίηση

Στέφανος Δασκαλάκης, Στην τέχνη η πράξη προηγείται της σημασίας

Πέτρος Μαρτινίδης, Η αποθέωση του διεμφυλικού

Μανώλης Βασιλάκης, Τερματίζεται το εμπόριο των ντοκουμέντων της ναζιστικής περιόδου

Αντώνης Εφραιμίδης, Περί προνομίων των δύο γονέων Συνεχίστε την ανάγνωση του «The Athens Review of Books τεύχος 158 ―κυκλοφορεί»

Καίτη Παυλή, Φύσηξε ο αγέρας και σκόρπισαν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα-διήγημα]

Καίτη Παυλή, Φύσηξε ο αγέρας και σκόρπισαν ―εκδόσεις Παρέμβαση

2. Μια ιστορία του καφενείου: Ο Τηλέγραφος

Οι ιστορίες που ανέβαιναν απ’ το καφενείο μού ασκούσαν μεγάλη γοητεία. Ανδρικές φωνές τυλιγμένες σε καπνούς, αρωματισμένες με άχνα ούζου, ανακατωμένες με γέλια. Ανέβαιναν αυτούσιες τα βράδια, όταν έφευγε η πολλή πελατεία και έμεναν μια-δυο παρέες. Τότε  τραγουδούσαν, αν είχαν πιει κάμποσο και είχαν έρθει στα κέφια, κι έλεγαν ιστορίες πιπεράτες, πραγματικές ή φανταστικές για να βγάλουν τον καημό τους- μερικοί μάλιστα ήταν γεννημένοι αφηγητές – να εντυπωσιάσουν και να κάνουν το κομμάτι τους  ο ένας στον άλλο. Στο επίκεντρο πάντα ήταν ο Τηλέγραφος, άντρας ψηλός ξερακιανός, ευφάνταστος με μεγάλο απόθεμα ιστοριών. Το παρατσούκλι τού το ’δωσαν θαρρώ και για το ύψος του, αλλά κυρίως γιατί στις περισσότερες  ιστορίες του αναφερόταν στον τηλέγραφο, που σίγουρα τον είχε εντυπωσιάσει πολύ, όταν ως στρατιώτης εκπαιδεύτηκε σ’ αυτόν και  ήταν το αγαπημένο του «επάγγελμα». «Τότε λοιπόν που ήμουν στον τηλέγραφο…». Έτσι ξεκινούσαν πολλές ιστορίες του. «Αντίπαλο δέος»  ήταν ο Γάτος (κανονικό επίθετο αυτό) που αφού τον κούρντιζε για μια νέα ιστορία, στη συνέχεια τον τσιγκλούσε με ερωτήσεις που επεσήμαιναν αντιφάσεις, υπερβολές και τερατώδη ψέματα.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Φύσηξε ο αγέρας και σκόρπισαν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα-διήγημα]»