Τάσος Γουδέλης, Το ωραίο ατύχημα



Το γεγονός ότι η ποίηση της Αλεξάνδας Μπακονίκα έχει επιτύχει να είναι αναγνωρίσιμη, διά μέσου ενός προσωπικού στυλ γραφής, δεν οφείλεται αποκλειστικά ούτε στην πεζολογική/ ρεαλιστική φόρμα, που η ποιήτρια υιοθετεί, ούτε στη θεματική (έρωτας, κοινωνικός προβληματισμός) που επιλέγει. Όσον αφορά στη μορφή, αυτή κινείται στο πλαίσιο μίας ήδη γνωστής ποιητικής παράδοσης· όσον αφορά, από την άλλη, στο περιεχόμενο, η θεματική είναι κοινός τόπος τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Προσπερνώντας «τον σκόπελο» της αγωνίας της επίδρασης, ο οποίος αφενός δεν συνεισφέρει ιδιαίτερα σε μία κριτική παρουσίαση, με την απαρίθμηση ομοτέχνων που κινήθηκαν ή κινούνται στους ίδιους δρόμους (άλλωστε οι βασικές οδοί κάποτε εξαντλούνται), και ο οποίος είναι και άκρως επικίνδυνος, διότι, κάποτε, δίνει την εντύπωση ότι υποτιμά ως «αντιγραφέα» τον δημιουργό, έχει κανείς να εστιάσει στον ιδιαίτερο τρόπο (όταν, βεβαίως, διακρίνεται) με τον οποίοεισέρχεται ο ίδιος για να υποστηρίξει τις προθέσεις και τις επιλογές του. Ως εκ τούτου, οι βασικές αρετές, στις οποίες οφείλεται και το ιδιαίτερο ύφος στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα —τις οποίες θα προσπαθήσω να επισημάνω, δίνοντας παραδείγματα—, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

Από τον Πέτρο Μαρτινίδη
Αλέξανδρος Νεχαμάς, Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή, μτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2010, σελ. 168
Το πρώτο διάβασμα των ποιημάτων του Τάκη Παπατσώνη προκαλεί στον μεθοδικό αναγνώστη της ποίησης ένα παρόμοιο ίσως αίσθημα με εκείνο που έχει ο μαθητής του Δημοτικού την πρώτη ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ή ο πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής που προσπαθεί να διαβάσει ένα βιβλίο φιλοσοφίας με «βατό» τίτλο, λόγου χάριν την Εισαγωγή στη μεταφυσική του Χάιντεγκερ. Αν ο φιλέρευνος αναγνώστης είναι τόσο υπομονετικός όσο και περίεργος, θα άξιζε πιθανώς τον κόπο να σταθεί σε κάποια ποιήματα της πρώτης συλλογής του Παπατσώνη με τίτλο Εκλογή Α΄ (1934), όπως λ.χ. στο ποίημα «Ταραχή», που σήμερα βρίσκεται στις αρχικές σελίδες της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όντας, ο μεθοδικός αναγνώστης, κάποιος που έχει ενηλικιωθεί στο οικοτροφείο της μοντέρνας ποίησης, θα είναι πιθανώς έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δαίμονα της «δυσκολίας», όπως επίσης και αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης που αγαπά και διαβάζει προέρχεται από έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό του. Γεγονός που σημαίνει ότι οι έννοιες και τα πράγματα της βιωμένης εμπειρίας κινούνται, για κάθε ποιητή, μέσα σε έναν κύκλο πολλαπλών συνδηλώσεων, στην καλύτερη περίπτωση κατανοητών με την καταβολή ενός κόπου που είναι απαραίτητος, γιατί ο κόπος αυτός συνήθως οδηγεί στην απόλαυση.
Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.
Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.
Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.
Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια,
ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
«Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» (1914)
Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.
Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.
Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ
Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό
για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής
απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές,
ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις,
δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ
την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή.
Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.
*
[1] Νέα Τέχνη, έτος Α΄, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924.
[2] Ο κύκλος, χρόνος α΄, τ. Β΄, 1932.
[3] Ό.π.
[4] «Η θρησκεία ενός ποιητή», Τιμή στον Τ. Κ. Παπατσώνη για τα ογδοντάχρονά του, Τετράδια «Ευθύνης», 21999.
[5] Τ. Κ. Παπατσώνης, FriedrichHölderlin 1770 1843 1970, Ίκαρος, Αθήνα 1993.
[6] Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, 1979.
*
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα:
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Επίσης:
Περιεχόμενα 41ου τεύχους, Ιούνιος 2013
Μαρκ Φορντ, «Και τα κορίτσια από μετάξι να φέρνουν σερμπέτι»
Κώστας Κουτσουρέλης, «Αυτό που δεν ανθεί. Αυτό ζούμε» — Το ποιητικό έργο του Γιάννη Πατίλη
Μίλτος Φραγκόπουλος, Ομπερίου απ’ την Αθήνα ή η τόλμη της «δεύτερης φοράς»
Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;
Βαρβάρα Ρούσσου, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Νάσος Βαγενάς, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Τατιανή Γ. Ραπατζίκου, Οι εκδοτικές περιπέτειες της Έμιλι Ντίκινσον — Από τη συγγραφική φαντασία στην εκδοτική πειθαρχία
Ζωή Σαμαρά, Θραύσματα τέχνης και ζωής
Δημήτρης Αρμάος, Έμιλι Ντίκινσον: στα όρια «κλασικού» και «μοντέρνου»
Χ. Άλλεν Ορ, Περιμένοντας έναν νέο Δαρβίνο
Μαριγώ Αλεξοπούλου, Και πάλι η τραγωδία
ΜΙΧΑΗΛ Β. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
Γιώργος Κόκκινος, Η ιστορία των ευγονικών θεωριών από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το Ολοκαύτωμα
Ηρακλής Μήλλας, Tο σπίτι ως πατρίδα στον λόγο του Σεφέρη

Ο Μελισσοκόμος
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Το Ταξίδι στα Κύθηρα ήταν μια περιήγηση στο ελληνικο κοιμητηρι των ιδανικὡν: Η Ελλάδα εκεί περιγραφόταν σαν ένας ου-τόπος, σαν μια ουτοπία στην πιο απολυτη κυριολεξία, σαν μια χώρα στην οποία οι Έλληνες δεν έχουν πια το δικαίωμα να κατοικήσουν, αφού όλα έχουν καταληφτεί προ πολλού απ’ τους παντοειδείς δοσίλογους. Ειναι οι «εθνικόφρονες» αυτοί που ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν τα κατάφεραν να σκεφτούν ελληνικά -και είναι αυτοί που κόπτονται για την «καθαρότητα του ελληνικού αίματος» παραμένοντας ολικά βρώμικοι.

Μετά την απόσυρσή τους ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες υποκινούμενε από ξένες χώρες οργανώσεις που κράτησε έως το 2004. Αφορμή γι’ αυτή την κάθοδο στην κόλαση της Αγκόλας στάθηκε το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες , που υπηρέτησε εκεί ως γιατρός (1971-73) .Μια αφορμή να γνωρίσω κάποιες σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης Πορτογαλικής ιστορίας …
Αλήθεια , υπάρχει κάποιο έθνος που να μην έχει σκοτεινές σελίδες στην ιστορία του ;
«Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει πως αυτό που είχαμε έρθει να βρούμε στην Αφρική δεν ήταν το χρήμα ούτε η εξουσία αλλά οι μαύροι χωρίς χρήμα και χωρίς καμία εξουσία που θα μας έδιναν την ψευδαίσθηση του χρήματος και της εξουσίας τα οποία στην πραγματικότητα και να τα είχαμε δεν θα τα είχαμε γιατί στην Πορτογαλία ήμασταν μετά βίας ανεκτοί, αποδεκτοί με περιφρόνηση , και μας κοίταζαν όπως κοιτάζαμε εμείς τους Μπαϊλούντο που δούλευαν για λογαριασμό μας κι επομένως κατά κάποιον τρόπο ήμασταν οι μαύροι των άλλων ακριβώς όπως οι μαύροι είχαν κι εκείνοι τους δικούς τους μαύρους κι εκείνοι τους δικούς τους σε διαδοχικά σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι το πάτο της αθλιότητας, ακρωτηριασμένοι,λεπροί ,σκλάβοι σκλάβων, σκύλοι… καταλήξαμε να αγαπάμε την Αφρική με το πάθος του αρρώστου για την αρρώστια που τον διαμελίζει… κι έτσι μια μέρα όσοι δεν γίνουν λίπασμα για τη φιστικιά διαμελισμένοι στα σοκάκια και στα σκαλιά των σπιτιών θα επιστρέψουν στην Πορτογαλία διωγμένοι μέσω των Αγκολέζων από τους Αμερικανούς, τους Ρώσους, τους Γάλλους, τους Άγγλους που δεν μας δέχονται εδώ για να φτάσουμε στη Λισαβόνα όπου ούτε εκεί θα μας δέχονται…»
[πηγή]
***
Αντόνιο Λόμπο Αντούνες,
εκδ. Καστανιώτης,
μτφ. Αθηνά Ψύλλια.


Once, in finesse of fiddles found I ecstasy,
In the flash of gold heels on the hard pavement.
Now see I
That warmth’s the very stuff of poesy.
Oh, God, make small
The old star-eaten blanket of the sky,
That I may fold it round me and in comfort lie.(2)
There shut up in his castle, Tairiran’s,
She who had got nor ears nor tongue save in her
hands,
Gone – ah, gone – untouched, unreachable!
She who could never live save through one person,
She who could never speak save to one person,
And all the rest of her a shifting change,
A broken bundle of mirrors… ! (3)
I recover, like a spent taper, for a flash
And instantly go out.5
Cover her face; mine eyes dazzle; she died young.(6)
You have cause to love me, I did enter you in my
heart
Before you would vouchsafe to call for the keys.(7)
This is a vain poetry; but I pray you tell me
If there were proposed me, wisdom, riches, and
beauty,
In three several young men, which should I choose?(8)
I loved this woman in spite of my heart. (9)
(The Changeling10)
I would have these herbs grow up in his grave.(11)
(Ο λευκός διάβολος)
Whether the spirit of greatness or of woman…(12)
(Η δούκισσα του Μάλφι)
The boughs of the trees
Are twisted
By many bafflings;
Twisted are
The small-leafed boughs,
But the shadow of them
Is not the shadow of the mast head
Nor of the torn sails.16
When the white dawn first
Through the rough fir-planks
Of my hut, by the chestnuts,
Up at the valley-head,
Came breaking, Goddess,
I sprang up, I threw round me
My dappled fawn-skin…(17)
***
Το Παρόν κείμενο -Το πρώτο κεφάλαιο
του βιβλίου του
T.S.Eliot , «Οι Φωνές της Ποίησης»
διατίθεται ελεύθερα από
την ιστοσελίδα του
©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013
Τις οποίες και Ευχαριστούμε!
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.