Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς ―Η κρίση του βιβλίου

Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς, Διηγήματα, Μανδραγόρας, 2020, σ. 80

Γράφει η Δέσποινα Καϊτατζζή-Χουλιούμη*

«Τουλάχιστον όμως αγάπησα. Αγάπησα και έδωσα την ψυχή μου. Ας είναι αυτή η αγάπη ένα πράσινο φύλλο δέντρου στον άνεμο της αιώνιας λήθης.»

Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από του πολυγραφότατους, πολυβραβευμένους και σημαντικούς  ποιητές. Όσο τον γνωρίζει κανείς ως πρόσωπο και ως δημιουργό αντιλαμβάνεται την διάχυτη ποίηση τόσο στο ποιητικό και πεζό έργο του όσο και στην στάση ζωής του και οι συνειρμοί εύκολα πάνε στο λόγια του Γιώργου Χειμωνά: «Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή, όχι στην ποίησή του», Γιώργος Χειμωνάς,1990,[1]. Ο Τόλης Νικηφόρου, όντας ο εαυτός του ανά πάσα στιγμή, ποιεί πρωτίστως με την αγάπη του προς τη ποίηση της ζωής κι αυτό φαίνεται να τον ωθεί κυρίως στην ποιητική δημιουργία και στη συγγραφή. Ίσως γι’ αυτό ο αυθεντικός λόγος και η ποίησή του αναβλύζουν ζωογόνο, ερωτικό φως. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς ―Η κρίση του βιβλίου»

Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή

Σκέψεις για τη ζωή, την τέχνη, τη λογοτεχνίαμετάφραση Αννα Παπασταύρουαπό τις εκδόσεις Πατάκη

«Οφείλουμε ακόμα να μάθουμε πώς να είμαστε σύγχρονοι του Τζόυς». Με αυτή τη φράση ξεκινάει ο Ρίτσαρντ Έλλμαν τη βιογραφία του Τζέημς Τζόυς (1882-1941], δεκαοχτώ χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του Οδυσσέα και της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν.
Στην Επικίνδυνη γραφή ο Φεντερίκο Σαμπατίνι, καθηγητής σύγχρονης λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, συγκεντρώνει αποσπάσματα από τα μυθιστορήματα, τα δοκίμια, τις επιστολές και αυτοβιογραφικά κείμενα του Τζόυς, ξεδιπλώνοντας το πανόραμα της σκέψης του.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή»

Η Tζένη Μανάκη για το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα, «Επικίνδυνοι συγγραφείς»

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη

“ Η φωνή του συγγραφέα εξακολουθεί να ακούγεται και να διεγείρει συνειδήσεις, ενώ όσοι τον καταδίωκαν έχουν χαθεί στη λήθη” Αντρέ Μπρινκ.

 “ Το κράτος αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι ο διανοούμενος, και ειδικότερα ο συγγραφέας , είναι στην πραγματικότητα το όργανο που χρησιμοποιεί η κοινωνία στην ανάγκη του συνόλου  για αυτοκατανόηση”  Τζ.Μ.Κουτσύ

Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παντεπόπτευση της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, το επίπονο, έργο μεγάλης πνοής  με τίτλο: ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ,  του Κώστα Αρκουδέα.

Αναφέρεται στους όχι λίγους ενοχλητικούς συγγραφείς  για συντηρητικά ή επαναστατικά καθεστώτα που σέρνουν πίσω τους πολιτική λογοκρισία, κοινωνική υποκρισία, θρησκευτικό φονταμενταλισμό, τάσεις εκδίκησης  και κακώς εννοούμενους ηθικούς κανόνες. Το έργο του βασίζεται σε μία μεγάλη βιβλιογραφία, σε προσωπική αναγνωστική εμπειρία και στο συγγραφικό του ταλέντο με το οποίο εμπλουτίζονται τα κείμενα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Η Tζένη Μανάκη για το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα, «Επικίνδυνοι συγγραφείς»»

Αντώνης Νικολής: Το Σκοτεινό Νησί –δέκα χρόνια μετά. Ή μήπως έντεκα, ή και περισσότερα, είκοσι;

Επίμετρο στην αναθεωρημένη-διορθωμένη έκδοση της νουβέλας Το Σκοτεινό Νησί, εκδόσεις Ποταμός

Τέτοιο καιρό πέρσι έγραφα το σημείωμα που θα συνόδευε ως επίμετρο την αναθεωρημένη επανέκδοση του Σκοτεινού Νησιού. Ακόμα ένας μικρός κύκλος, μια ακόμη ατυχής εκδοτική συνεργασία, φοβάμαι ατυχέστερη κι απ’ την προηγούμενη. Πικρή επαναβεβαίωση του πόσο δυσχερές να είσαι λογοτέχνης σε γλωσσική κοινότητα και γλώσσα στο περιθώριο της ιστορίας.

Το Σκοτεινό Νησί –δέκα χρόνια μετά.
Ή μήπως έντεκα, ή και περισσότερα, είκοσι;

Ήταν η μεγάλη ανομβρία των ετών 1999-2001, ο κήπος μου νεαρός ακόμα, δίψαγα μαζί του, από το πολύ άγχος, παρόλο που η Κως παραμένει μέχρι και σήμερα επαρκής από την άποψη των υδάτινων πόρων (οι γεωτρήσεις, νόμιμες – παράνομες, συνηθισμένο πράγμα), έφτιαξα στέρνα 70 κυβικών που υπερκαλύπτει τις ετήσιες ανάγκες για τα ποτίσματά μου –τουλάχιστον δεν θα επιβάρυνα για τα λουλουδάκια μου τον υδροφόρο ορίζοντα… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής: Το Σκοτεινό Νησί –δέκα χρόνια μετά. Ή μήπως έντεκα, ή και περισσότερα, είκοσι;»

Ελένη Βαρθάλη, Χρονολισθήσεις ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Ιωλκός

ΑΤΙΤΛΟ

Οι πίκρες βρωμίζουν κάποτε
σαν σώμα σε αποσύνθεση.
Μυροφορείς την ανάμνηση,
κάθεσαι να πιεις καφέ να συγχωρέσεις.
Απ’ το φλυτζάνι τινάζεται ένας ήλιος
που λαίμαργα ρουφάς.

Έχουν και ζωές οι καθιζήσεις.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Βαρθάλη, Χρονολισθήσεις ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Γιώργος Γκανέλης, Το ημιτελές τελεσίγραφο ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Στίξις

⚙︎

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ

Αν χαλάσει το χιόνι
θα βγω στον δρόμο
αχτένιστος εσκιμώος
με δίπλωμα φυγής

Κι αν αρέσω στον χρόνο
θα τραβήξω κουπί
το πολύ πολύ να χάσω
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Γκανέλης, Το ημιτελές τελεσίγραφο ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

António Lobo Antunes, Όσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό ―κυκλοφορεί

Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, από τις εκδόσεις Πόλις

Παρουσίαση

Ένας νεαρός ανθυπολοχαγός, ύστερα από είκοσι επτά μήνες στον πόλεμο της Αγκόλας, επιστρέφει στη μητρόπολη φέρνοντας μαζί του ένα ορφανό παιδί. Θα αναθρέψει τον μικρό μαύρο, ο οποίος επέζησε από την καταστροφή του χωριού του και τη σφαγή των δικών του από τον πορτογαλικό στρατό, σαν να ήταν γιος του. Σαράντα χρόνια αργότερα, ο βετεράνος αξιωματικός και η γυναίκα του θα κάνουν τη διαδρομή από τη Λισαβόνα ως το παλιό οικογενειακό σπίτι, σ’ ένα απομονωμένο χωριό στους πρόποδες του βουνού. Σε τρεις μέρες, σύμφωνα με την παράδοση, θα γίνουν τα χοιροσφάγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «António Lobo Antunes, Όσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό ―κυκλοφορεί»

Ισμήνη Καρυωτάκη, Οι ληστές της «Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Ποταμός

Το σίγουρο είναι πως εγώ, η Μυρσίνη Καρθαγένη, η μάνα του Μανώλο Kαρθαγένη –που ήταν φίλος του Λουκά Σούρπη και του Βασιλάκη Σούρπη–, εκείνο το απόγευμα μπήκα στο άδυτο του 17 της Λέοντος Σγουρού και βρέθηκα εκεί μαζί με την κυρία Ξένη και μαζί με τη Ροδοθέα –την κόρη της Ξένης και τη μάνα του Λουκά και του Βασιλάκη–, που ήταν φευγάτη στο δωμάτιο. Και το πρώτο που σκέφτηκα –όταν είδα αφημένα τα σημάδια της παντού–, ήταν να γυρίσω πίσω και να φύγω. Αλλά έμεινα και προχώρησα πίσω από την Ξένη, υπνωτισμένη σχεδόν και τιθασευμένη από τον μονόλογό της, ώσπου κάθισα σε μια καρέκλα και ζήτησα της Ξένης το τσιγάρο που της είχα αρνηθεί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ισμήνη Καρυωτάκη, Οι ληστές της «Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ» ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]»