Σωτήρης Γάκος, «Επί σκηνής» -παρουσίαση

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Επί σκηνής» του Σωτήρη Γάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica

Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνουμε και σας προσκαλούμε στην παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής «Επί σκηνής» της Σωτήρη Γάκου που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013 στις 19:00 στο Καφενείο «το Λουξ» Ολύμπου 83 στη Θεσσαλονίκη.

Για τον συγγραφέα και το έργο του θα μιλήσουν:

  • η Δώρα Κασκάλη συγγραφέας, ποιήτρια
  • και η Αναστασία Γκίτση, ποιήτρια

Το βιβλίο:
Αυτή η μικρή ποιητική συλλογή του Σωτήρη Γάκου περιλαμβάνει 32 ποιήματα για το θέατρο τον ηθοποιό, την σκηνή, τα παρασκήνια και τους θεατές.
Ποίηση για το θέατρο, αλλά και για τη ζωή που πολλές φορές μπερδεύονται στα μάτια των ηθοποιών, των θεατών και των ανθρώπων. Μια ποιητική συλλογή που υποδόρια προσπαθεί να μας υπενθυμίσει, αν μη τι άλλο, ότι η ζωή είναι μια παράσταση, η δική μας παράσταση, ή ότι το θέατρο δεν αντιγράφει τη ζωή αλλά έχει μια αυτόνομη ζωή που πρέπει να ανακαλύψουμε.
Μια ποιητική συλλογή με 23 ποιήματα που συνοδεύονται από 4 θεατρικά σκίτσα του Χάρη Παπαπέτρου.

Ο συγγραφέας:
Ο Σωτήρης Γάκος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1980, όπου και ζει. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. στην κατεύθυνση Γενικής & Συγκριτικής Γραμματολογίας. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι αρχισυντάκτης του ηλεκτρονικού περιοδικού «I act cultural e – magazine» και μέλος της Ομάδας Καλλιτεχνών SourLiBoom.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ
Είναι δύσκολο να ζήσεις το διαφορετικό
εκείνο που δεν έμαθες ακόμα, εκείνο που δεν ένιωσες.
Πρόβα στις ζωές των άλλων δεν έμαθα να κάνω.
Είναι σκληρό να πονάς για άλλους μέσα από σένα!
Είναι οδυνηρό να γελάς για άλλους κι όχι για σένα!
«Σαρξ εκ της σαρκός μου».
Κι οι λέξεις γίνονται δικές μου. Δεν υπάρχει ρόλος.
Τα ψέματα τελείωσαν, «η παράσταση αρχίζει».

Η ΑΦΙΣΑ
Κολλάω τη ζωή μου πάνω σε τοίχους
πάνω σε μια κόλλα ιλουστρασιόν
τετραχρωμία σε μεγάλη διάσταση.
Η διαφήμισή μου επαφίεται στη θέληση του κάθε αφεντικού,
της κάθε σερβιτόρας.
Ντελάλης των ονείρων μου, ο κανένας.
Ένα φύλλο χαρτί μόνο φωνάζει:
«Έλα να με δεις που κλαίω, που γελώ, που γεννιέμαι και πεθαίνω».
Ένα σαββατοκύριακο γεμάτο υποσχέσεις στη συγκεκριμένη πάντα ώρα!
Όνειρο ήταν, πάει. και πάλι αναμονή,
αβέβαιο μέλλον γεμάτο αισιόδοξη ανεργία.

ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ
Μη! Μη σβήνετε τα φώτα!
Ξέχασα κάπου τον εαυτό μου,
πίσω από ένα κουστούμι
και τώρα το σώμα αναζητά την ψυχή μου.
Μη! Μην αφήνετε το χειροκρότημά σας.
Εγώ ζω για την τρομακτική αναμονή το

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Οι Μπούντενμπροκς του Τόμας Μαν

Τόμας Μαν, εκδ. Οδυσσέας, μτφ. Τούλα Σιέτη.

«Δεν υπάρχουν υποκείμενα… κάθε υποκείμενο είναι εκπρόσωπος ενός ολόκληρου είδους«.
Γκαίτε

 

Τι το κοινό

έχουν μυθιστορήματα σαν το Paradiso του Λίμα, το Middlemarchτης Έλιοτ, το Μόμπυ Ντικ του Μέλβιλ, τον Οδυσσέα του Τζόυς, τοΘάνατο του Βιργιλίου του Μπροχ, το Ζοφερό οίκο του Ντίκενς και τους Μπούντενμπροκς του Μαν; Η προφανής απάντηση είναι ότι πιάνουν απίστευτο χώρο σε μια βιβλιοθήκη αφού ξεπερνούν τις 800 σελίδες το καθένα, είναι υπεύθυνα για τη μη αναστρέψιμη κυρτότητα των ραφιών της καθώς και για την γκρίνια που προκαλεί η έλλειψη ελεύθερου χώρου στο σπίτι ενός βιβλιόφιλου…

 Πάντα αναρωτιόμουνα γιατί τα περισσότερα μυθιστορήματα απ’ αυτά που θεωρούνται αριστουργήματα είναι τόσο ογκώδη, λες και η ποιότητά τους εξαρτάται από την ποσότητα των λέξεων που περιέχουν. Ενώ το λιλιπούτειο Πέδρο Πάραμο, δεκάρι με τα όλα του, που βρίσκεται απομονωμένο σε κάποια αδιευκρίνιστη γωνιά της βιβλιοθήκης μου, θα έδειχνε τόσο λίγο πλάι τους. Μήπως γιατί η περιπλάνηση σε ένα δάσος μου φαίνεται πιο γοητευτική από μια βόλτα σε έναν κήπο, όσο εξαίσιος κι αν είναι αυτός; Ή μήπως γιατί με έλκουν τα μυθιστορήματα-εγκυκλοπαίδειες, στα οποία προσδοκώ να βρω απαντήσεις για ένα σωρό ερωτήματα;
  «Οι Μπούντενμπροκς» είναι η ιστορία μιας ισχυρής και παραδοσιακής οικογένειας της Λυβέκης, που αρχίζει στα 1835 με τον γέρο Γιόχαν Μπούντενμπροκ και τελειώνει με τον Χάννο, τον δισέγγονό του στα 1877. Στην ουσία όμως η αφήγηση επικεντρώνεται στα τρία εγγόνια του Γιόχαν: τον Τόμας, που αναλαμβάνει τα ηνία της εμπορικής φίρμας της οικογένειας, τον Κρίστιαν και την Τόνυ. Ο Τόμας Μαν μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την οικονομική, τη φυσική και την πνευματική παρακμή τους. Παρόλο που θεωρητικά είχαν όλες τις δυνατότητες να ευτυχήσουν κανείς τους δεν τα κατάφερε. Ούτε αυτοί που θυσίασαν τις επιθυμίες τους για χάρη του ονόματος που έφεραν αλλά ούτε αυτοί που δεν το έκαναν. Θα έλεγε κανείς ότι τους εμπόδιζε μια ανώτερη δύναμη ή μάλλον γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η παρακμή ενός ατόμου είναι συνέπεια μιας κοινωνικής και ιστορικής παρακμής καθώς αντιστοιχεί στην αντικειμενική πραγματικότητα. Όλες οι προσπάθειες του Τόμας Μπούντενμπροκ, τέκνου μιας άλλης εποχής, να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα της οικονομικής ανάπτυξης είναι μάταιες και τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Η εποχή των οικογενειακών εταιριών με ηθικούς κώδικες και μέριμνα για τα κοινά είχε παρέλθει. Οι πολίτες της Βασίλισσας του Χάνζε, της πόλης-κράτους Λυβέκης, έδιναν τη θέση τους στους αδίστακτους Γερμανούς αστούς του τέλους του 19ου αιώνα.
«Εμείς, αγαπημένη μου κόρη, δεν γεννηθήκαμε γι’ αυτό που, μυωπικά βλέποντας, θεωρούμε ότι αποτελεί τη δική μας, μικρή, προσωπική ευτυχία, γιατί δεν είμαστε ξεκομμένα, ανεξάρτητα, μεμονωμένα όντα που υπάρχουν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά οι κρίκοι μιας αλυσίδας, και θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξή μας, αυτή η μορφή ύπαρξής μας, δίχως τη σειρά όλων εκείνων που προηγήθηκαν και που μας έδειξαν το δρόμο, ακολουθώντας κι αυτοί με τη σειρά τους μια δοκιμασμένη και άξια σεβασμού παράδοση με αυστηρότητα και δίχως παρεκκλίσεις«.
  Ο Τόμας Μαν, γόνος μιας αντίστοιχης οικογένειας της Λυβέκης, χρησιμοποιώντας τον ρεαλισμό του ως «καθρέφτη της ζωής», μας παραδίδει μοναδικά πορτρέτα χαρακτήρων συνθέτοντας μια ολοζώντανη τοιχογραφία εκείνης της εποχής. Όλα κυλούν τόσο φυσικά, τόσο αβίαστα, που έχεις την αίσθηση ότι τίποτα δε θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, αμέτρητοι συμβιβασμοί χάριν του καθήκοντος και της οικογενειακής φίρμας και οικογενειακές συγκρούσεις περιγράφονται χωρίς την παραμικρή παραχώρηση στο ρομαντισμό ή στην κοινοτοπία.
  Το κύριο αφηγηματικό όπλο του Μαν είναι η λεπτή του ειρωνεία. Μια ειρωνεία μοναδική, που λειτουργεί ως φίλτρο μέσα απ’ το οποίο περνάει όλη του η αφήγηση. Έτσι ο Γερμανός δημιουργός καταφέρνει να διατηρεί αποστάσεις απ’ όλους τους χαρακτήρες του, ενισχύοντας την αντικειμενικότητα της αφήγησης ενώ ο αναγνώστης τους γνωρίζει μέσα από τις αντιφάσεις τους. Δεν υπάρχουν θετικοί ή αρνητικοί χαρακτήρες. Όλοι τους είναι απλά άνθρωποι.
  «Οι Μπούντενμπροκς» είναι για μένα ο ορισμός του μυθιστορήματος. Στέρεο, ακλόνητο, κλασικό σαν τα παλιά κτήρια της Λυβέκης. Φτιαγμένο να διαρκέσει αιώνια. Ο Φώκνερ το είχε χαρακτηρίσει ως το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Γνωρίζοντας όμως και την μάλλον αντίθετη άποψή του για τον»Οδυσσέα» θα αναφωνούσα: Ζήτω ο ορισμός αλλά ζήτω και η εξαίρεσή του!
«_Μα τι τρέχει Τομ; Θα ‘πρεπε να ήσουν χαρούμενος! Όλα πάνε καλά. Εδώ σεργιανάμε στον κήπο σου και όλα μοσχοβολάνε. Εκεί είναι το καινούριο σπίτι σου, ένα σπίτι όνειρο. Όλα αυτά εσύ τα κατάφερες…
_Ναι, είναι σχεδόν παραπάνω απ’ όσο πρέπει ωραίο, Τόνυ. Μού δίνει μεγάλη χαρά η προοπτική όλων αυτών, όμως η προκαταβολική αυτή χαρά ήταν, όπως πάντα, το καλύτερο, γιατί το καλό έρχεται πάντα πολύ αργά, ολοκληρώνεται πάντα πολύ αργά, όταν πια δεν μπορείς να το χαρείς σωστά… Τι είναι επιτυχία; Μια μυστική, απερίγραπτη δύναμη, περίσκεψη, ετοιμότητα… η συνείδηση ότι ασκώ απλά και μόνο με την ύπαρξή μου κάποια πίεση στις κινήσεις της ζωής γύρω μου… Η πίστη ότι χειραγωγείται η ζωή προς όφελός μου… Ευτυχία και επιτυχία βρίσκονται μέσα μας. Πρέπει να τις κρατήσουμε:γερά, βαθιά… Βλέπεις, Τόνυ… Ξέρω ότι συχνά τα εξωτερικά, ορατά και απτά γνωρίσματα και σύμβολα της ευτυχίας και της ανόδου εμφανίζονται τότε όταν στην πραγματικότητα έχουν πάρει όλα πάλι την κατιούσα. Αυτά τα εξωτερικά γνωρίσματα χρειάζονται χρόνο μέχρι να φτάσουν, όπως το φως ενός αστεριού σαν κι αυτά κει ψηλά, που δεν ξέρουμε, όταν ακτινοβολεί φωτεινότατο, αν ετοιμάζεται να σβήσει ή αν είναι ήδη σβησμένο..

*

Τόμας Μαν  
Οι Μπούντενμπροκς 
Εκδόσεις Οδυσσέας
μτφ. Τούλα Σιέτη

*

©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου

Δημήτρης Φύσσας, «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

Χρονογράφος μεγάλου αναστήματος

(Αναδημοσίευση) Κριτική του συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα στην Athens Voice

Για το βιβλίο «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

H

χρονογραφία είναι είδος με μακρά παράδοση στον ελληνικό Τύπο. Αφήνοντας στην άκρη τους έμμετρους, καθώς ο Σουρής, το μυαλό μας πάει, βέβαια, αρχικά στους πούρους χρονογράφους, που έγραψαν χρονογραφήματα κι έμειναν πιστοί πλήρως ή σχεδόν πλήρως σ΄ αυτά, όπως ο Σταμ. Σταμ. ή ο Παλαιολόγος. Υπάρχουν σπουδαίοι συγγραφείς που έχουν διαπρέψει στο χρονογράφημα (Κονδυλάκης, Νιρβάνας κλπ), ενώ ορισμένα διηγήματα άλλων ρέπουν τόσο πολύ προς το είδος, ώστε είναι αρκετό δύσκολο να ξεχωριστούν απ΄ αυτό (π.χ. Μητσάκης, Ροϊδης, Παπαδιαμάντης κλπ). Υπάρχουν κι άλλοι που ενώ είναι αφόρητοι ως συγγραφείς, είναι μια χαρά ως χρονογράφοι, με πρώτο το Μελά. Υπάρχουν φυσικά και όσοι ξεκίνησαν χρονογραφώντας, για να περάσουν αργότερα στην πεζογραφία (Γερμανός), το θέατρο (Παπαδούκας) ή αλλά είδη (Στεφανοπούλου). Υπάρχουν και οι all around, όπως ο Ψαθάς ή η Βλάχου. Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται αναφορές κάποιας ηλικίας, στους σύγχρονούς μας θα μπορούσα ν΄ αναφέρω τη Δαμιανίδη ή το Μανταίο. Κι όλα αυτά ενδεικτικά, οι καλλιεργητές του είδους είναι πολλοί και καλοί, ενίοτε δε η χρονογραφική τους ιδιότητα είναι επιμελώς υποφωτισμένη (Ψυχογιός, Θεοδωρόπουλος, Χωμενίδης, Τριανταφύλλου, Ζαχαριάδης, Παπαδάκη, Γιαννακίδης κλπ).

 

Πολλές βαριάντες έχουν εμφανιστεί, αλλά η κεντρική συνταγή παραμένει, εκατόν τόσα χρόνια και βάλε, η ίδια: ολίγη από επικαιρότητα, λοξός σχολιασμός της, φευγαλέα δοκιμιακότητα, χιούμορ, πικρόχολη διάθεση, πυκνότητα γραφής, αυτοσαρκασμός, εύρος γνώσεων, αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος (το τελευταίο το δυσκολότερο απ΄ όλα). Κι όλα αυτά γιατί; Για να σκάσει στην καλύτερη περίπτωση ένα χαμογελάκι ή για να κάνει μια φευγαλέα καινούργια σκέψη ένας, πιθανότατα κακοδιάθετος ή τζαναμπέτης, αναγνώστης. Αχάριστο είδος το χρονογράφημα, ξέρει ότι δεν πρόκειται να γράψει ιστορία, σαν το κύριο άρθρο, έχει όμως την αξίωση να το θυμούνται περισσότερο από το μικρό σχόλιο. Γι΄ αυτό και το δυσκολότερο, ίσως, στη δημοσιογραφία. Γι΄ αυτό και η στήλη του χηρεύει σε πολλά μίντια.
Έχοντας χωνέψει καλά όλα τα παραπάνω στοιχεία, η Ρούλα Γεωργακοπούλου χρονογραφεί από χρόνια στα «Νέα» και τον «Ταχυδρόμο». Τώρα, η Ρ.Γ. (που να το γράφεις όλο!), πολύ καλά έκανε κι έβγαλε μια ανθολογία 200 περίπου κομματιών της σε βιβλίο, σε μη χρονολογική σειρά για να μη δείχνει, όπως λέει η ίδια «την όποια εξέλιξη της». Καλλιεργώντας το δύσκολο αυτό είδος, η Ρ.Γ. ταυτόχρονα το ανανεώνει, προσφέροντας τα εξής νέα στοιχεία τουλάχιστον:
Α. Σουρεαλίζουσα διάθεση, που φαίνεται στις αναπάντεχες, αλά αυτόματη γραφή συνειρμικές συνδέσεις της
Β. Πλήθος λογοτεχνικών, ιστορικών, θεατρικών, κινηματογραφικών, πολιτικών μουσικών, αθλητικών, (ημι)επιστημονικών κλπ αναφορών, για όποιον θέλει να εμβαθύνει λίγο περισσότερο
Γ. Άριστη χρήση της αναλογίας και της παραβολής, τόσο, που καμιά φορά χρειάζεται δεύτερο και τρίτο διάβασμα για να είσαι σίγουρος ποιο σημείο της επικαιρότητας κατακρεουργείται (ή έστω σχολιάζεται κάθε φορά)
Δ. Κίνηση σε όλο το εύρος της ελληνική γλώσσας, από τις λαϊκότερες μέχρι τις λογιότερες εκφράσεις της
Ε. Συνήθως, μπόνους για το τέλος, σα δώρο και ταυτόχρονα σαν κατακεφαλιά στον αδημονούντα αναγνώστη, το ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο του σχολιασμού
ΣΤ. Ιδανική τιτλοφόρηση. Ιδού ένα απάνθισμα τίτλων: «Ανδρός πεσούσης», «Σουτιέν περίπτωση», «Για μια φέτα καλοριφέρ, ξεροψημένη», «Γιατρέ μου, θα ζήσω; », « Νιψονανομηματαμημονανόψιν», «Στενογραφία ή θάνατος», «Και ο Θεός έπλασε την Κάστερ Σεμένια», «Κλινήρης και φρουρούμενος», «Όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) », «Στων Καννών την ολόμαυρη ράχη», «Επιστροφή στους μεντρεσέδες», «Το καριοφίλι, μάνα μου», «Puttana industriale, «Από τον Τζιμπούρ στον Πετσάλνικο», «Άντρες στον ένατο μήνα», «Σου βάζω δύσκολα, μα σκέψου πόσα πέρασα», «Η θανάσιμη αγωνία του Τσετίν Μάντατζη, «Ευτυχισμένο το 2051! », «Κλινοφιλία», «Ζεράρ λυόμενος», «Πες στην αδρεναλίνη, ακόμα την ψάχνω», «Φύλακες στη σίκαλη, μόνοι σας τώρα», « Κοιµήθηκε, πέθανε ή τα κακάρωσε;» «Στο Μπελμόν, αδελφές μου, στο Μπελμόν», « Στον όγδοο ουρανό», «Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου», «Πρόσεχε πού πατάς», «Χτύπα κι άλλο», «Ιστορίες του WC», «Tελευταίο ταγκό στο Παγκράτι», «Τo καρτέλ της γομολάστιχας», «Εγώ, ο κλώνος», «Η σέχτα της σελινόριζας», «Δεν είσαι καθόλου εντάξει» (ρίξτε μια δεύτερη ματιά στους παραπάνω, επιλεγμένους από μένα τίτλους- σε συνάρτηση με τα παραπάνω πέντε σημεία που επισήμανα).
Και τώρα, μετά από τούτη τη μακρά προεξαγγελτική παράθεση, το κυρίως πιάτο: Μια επιλογή ελάχιστων, οχτώ μονάχα, από τα περίπου 200, εξαιρετικά χρονογραφήματα της λαμπρής συναδέλφισσας:

 

«Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013

1. Μας πήραν το Παγκράτι

Όταν σφίγγουν τα πράγματα καταφεύγω στις αναμνήσεις της μάνας μου από την Κατοχή. Πολύ κακώς δεν έδινα σημασία τότε που τα είχε πιο πρόσφατα και μπορούσα να την τσεκάρω. Τώρα είμαι υποχρεωμένη να δεχτώ τη δική της στρογγυλεμένη εκδοχή ότι, και καλά, πέρασε μια φυματίωση στο πόδι κουτρουβαλώντας με τις τακουνάρες της από τα υψίπεδα του Παγκρατίου στη Λυρική και επέστρεφε από εκεί ποδαράτα, τραγουδώντας στη διαπασών.
Αυτά σκεφτόμουν την Κυριακή το βράδυ, όταν έβγαινα από το Θέατρο Ολύμπια με την άρια «Una furtiva lagrima» ακόμη στα αυτιά μου και τη νέα αθλιότητα της Αθήνας να περφορμάρει μπροστά στα μάτια μου. Πόσο ανόητη υπήρξα που δεν εκτίμησα, στον καιρό μου, την προωθητική δύναμη των ψηλοτάκουνων;
Ανέβηκα στο Παγκράτι με ταξί κι άρχισα να ψάχνω σαν μανιακή στα ορεινά της βιβλιοθήκης μου. Πολύ κακώς είχα διαβάσει στεγνά λογοτεχνικά τον «Κουτσό Άγγελο» του Αλέξη Πανσέληνου. Η μετάκληση του φοβερού Γερμανού μαέστρου Μπόντο Φρόμπεργκερ που είχε έρθει να διευθύνει τον «Χρυσό του Ρήνου» στην παγωμένη αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με μουσικούς και πριμαντόνες στα πρόθυρα της ασιτίας, είχε αρχίσει κιόλας να δουλεύει μέσα μου. Αύριο, το πολύ μεθαύριο, θα πάω να αγοράσω και τις γόβες. 26.10.2011
2. Σταδίου 23
Θέλω να δω τους δύο που κατηγορούνται για τη Marfin. Δεν θέλω να τους ακούσω. Να τους δω θέλω μόνο. Να μπω στο νόημα, να καταλάβω. Έχουν μάτια, μύτη, χείλη, αυτιά, κούτελο; Περπατούν, κάθονται, χειρονομούν, χασμουριούνται όπως εγώ, εσείς και οι άλλοι; Μακραίνουν τα νύχια τους και τα μαλλιά τους; Τρώνε, κοιμούνται, βήχουν, φταρνίζονται, αποπατούν; Έχουν τις ίδιες λειτουργίες με τον κοινό ανθρώπινο οργανισμό ή παίζει τίποτα αλλιώτικο; Το τεκμήριο της αθωότητας θα το σεβαστώ οπωσδήποτε, όπως άλλωστε έχω σκοπό να σεβαστώ και αυτούς που θα μαζευτούν να τους αθωώσουν διά βοής έξω από τα δικαστήρια. Θα σεβαστώ ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πειστεί η έδρα και τελικά τους αφήσει να φύγουν λόγω αμφιβολιών ή λόγω παρέλευσης του δεκαοκτάμηνου προφυλάκισης όπως ορίζει ο νόμος. Τι άλλο να κάνω; Η Δημοκρατία, για μένα, είναι πόλεμος. Πόλεμος κατά του κακού, του μοχθηρού, του βάρβαρου, του πρωτόγονου που έχω μέσα μου. Θα καθίσω λοιπόν στ’ αυγά μου, προσεκτικά να μην τα σπάσω, και θα περιμένω να τους δω σιγοτραγουδώντας τον προσωπικό μου εφιάλτη: «Ανέβηκα σ’ ένα βουνό και είδα ένα γαϊδούρι/ το κοίταζα με κοίταζε/ και μου ‘μοιαζε στη μούρη».
Έχω κι άλλα χιτάκια εσωτερικής χρήσεως αλλά δεν πρόκειται να σας τα τραγουδήσω εδώ, όλα μαζεμένα. Θα συμπληρώσω απλώς το παραπάνω: «Γω-γω, συ-συ, τα φυλάς εσύ». Μόνοι σας τώρα. 1.2.2013
 
3. Αγγέλω, η βασίλισσα της κερκίδας
Τις αθώες εποχές, τότε που ο Μπέος και ο Κούγιας δεν ήταν ακόμη σελέμπριτι της μπάλας, η Αγγέλω ήταν η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της Μαύρης Θύελλας. Μες στο τεράστιο σώμα της είχε μια αθώα καρδιά που χτυπούσε κάθε Κυριακή μεσημεράκι για τη «σκληρή» νότια κερκίδα του Π.Σ. Καλαμάτα. Η Αγγέλω Σμυρνιού, εργάτρια στου Καρέλια, πέθανε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 64 ετών. Έφηβη ακόμη ξεσήκωνε με τις διονυσιακές ατάκες της την τοπική ομάδα του Απόλλωνα, η οποία εξέφραζε το συντηρητικό κομμάτι της καλαματιανής κοινωνίας. Από το 1967, όταν ο Απόλλων συνενώθηκε με την αριστερή ομάδα της πόλης, τα θρυλικά Πράσινα Πουλιά, εκλέχτηκε διά βοής αρχηγός της ανδροκρατούμενης κερκίδας.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, μάλλον γιατί δεν το χρειαζόταν. «Ήταν αδιανόητο να παίξουμε χωρίς να την ακούμε» λέει ο Άγγελος Σκαφιδάς, αρχηγός της ιστορικής ομάδας. «Στο πρώτο ματς με τον Ολυμπιακό, στο Καραϊσκάκη, καθόταν κοντά στη Θύρα 7. Οι φωνές της κόντραραν την τρομπέτα του Αττίλιο. Προηγηθήκαμε στο σκορ, πετάχτηκε να πανηγυρίσει κι έφαγε τόσες κλωτσιές, που μέτρησε με το κεφάλι τα σκαλιά της κερκίδας κι έσπασε το χέρι της».
Το 1972 η Καλαμάτα, με βασικό αντίπαλο τον Ίκαρο Νέας Ιωνίας, ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Η πόλη παραληρούσε στο «ξερό» του Μεσσηνιακού, με τις τσιμεντένιες κερκίδες και τα ασοβάτιστα αποδυτήρια. Εκεί ήταν το βασίλειό της και από εκεί δίδασκε, χωρίς να το ξέρει, κι εμάς, τα δυο τρία μαμμόθρεφτα που τολμήσαμε να σκάσουμε μύτη την ίδια εποχή, στην ίδια κερκίδα.
Μαθαίνω ότι στην κηδεία της έστειλε στεφάνι ο πρωθυπουργός και ότι ο τότε πρόεδρος της ομάδας τη χαρακτήρισε «Βέμπο της Μαύρης Θύελλας». Εμείς την ευχαριστούμε από εδώ. Για τη χαρά του παιχνιδιού και για τις αναμνήσεις. 21.12.2012
4. Ποιος νίκησε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας
Άβυσσος οι βιορυθμοί των «γνωστών αγνώστων». Η επέτειος του Πολυτεχνείου γιορτάστηκε φέτος χωρίς σπέσιαλ εφέ. Εν τω μεταξύ, το άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη ανέλαβε να τονώσει το κλίμα λανσάροντας ένα ακόμη δίλημμα μέσα στα τόσα: Ήταν όντως μια λαϊκή εξέγερση, έτσι όπως την αφηγείται η Αριστερά, ή πρόκειται για έναν «καθεστωτικό μύθο» από τον οποίο επωφελήθηκε κυρίως η ίδια;
Χαίρομαι που ο όρος «καθεστωτικός μύθος» δεν ανέβασε στα κάγκελα τους συνήθεις κοκορίκους. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο με οποιαδήποτε διατύπωση επιχειρεί (εύστοχα ή άστοχα) να ανακατασκευάσει τη «χαμένη ιστορία». Δεν ξέρω αν το αποτέλεσμα είναι αληθινό, βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι θα είναι πάντως θεραπευτικό.
Με εξαίρεση τον Λάκη Λαζόπουλο και τις θείες του από τη Λάρισα, η Ιστορία του καθενός δεν είναι μια βεβαιότητα που τη βαστά σαν ρόπαλο κατά παντός διερχομένου. Απεναντίας είναι μια πληγή, μια έλλειψη, ένας τραυματισμένος ιστός, ένα πάτσγουορκ απωθήσεων, εξιδανικεύσεων και αποκρύψεων που ζητάει απεγνωσμένα την ανασύνθεσή του. Για μένα, κάθε συνδετικό υλικό είναι καλοδεχούμενο αρκεί να είναι αυθεντικό, όπως επί παραδείγματι το χιούμορ ή το τυχαίο.
Σας απoχαιρετώ με μια αληθινή ιστορία. Βρισκόμαστε στο 1968, στην καρδιά της χούντας, και οι μαθητές της Κούλουρης με κανό και ποδήλατα θαλάσσης αναπαριστούν ενώπιον των Αρχών τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Θες επειδή φύσαγε ανάποδα, θες επειδή τους Έλληνες τους υποδύονταν οι σπασίκλες και τους εχθρούς οι περπατημένοι, πάντως εκείνη τη χρονιά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας την κέρδισαν οι Πέρσες. 21.11.2012
5. Το µαγαζάκι του τρόµου
O πατέρας µου, µύρο το κύµα που τον τύλιξε, δεν ήθελε να γίνω ναυτικός. Απεναντίας ήθελε µετ’ επιτάσεως να γίνω φαρµακοποιός. Κι αφού του ΄κανα τη χάρη να παιδευτώ επί δεκαπενθήµερο µε τη Φυσική του Περιστεράκη, τελικά το πουλάκι πέταξε και να πού φτάσαµε σήµερα. Να ξεφτιλίζοµαι ως επαγγελµατίας και ως άνθρωπος για έναν ουροσυλλέκτη εν µέσω απεργιακού κύµατος. Και σε ποιον δεν τηλεφώνησα και σε ποιον δεν κλάφτηκα για ένα αποστειρωµένο πλαστικό φιαλίδιο συν µια καρτέλα αντιβιοτικά ευρέος φάσµατος. Και να πεις πως δεν σέβοµαι και δεν τιµώ το φωτεινό σταυρουδάκι της κάθε γωνίας; Καθηµερινά και απαρεγκλίτως. Μα θα χρειαστώ, ώρα µεσάνυχτα, κανένα αναλγητικό αναβράζον από εκείνα που δεν πουλάνε τα περίπτερα, µα θα µου ᾽χει ρουφήξει η ηλεκτρική σκούπα το θερµόµετρο, µα θα καίγοµαι για κανένα πακετάκι ντεµακιγιάζ και για ανατοµικούς πάτους µε διπλό διαφορικό και αντικραδασµικό σασί. Πώς να σας το πω για να το καταλάβετε; Εµείς τα έχουµε χτίσει αυτά τα µαγαζιά κι ας λειτουργούν όποτε ευκολύνονται. Προσωπικά το είχα συνηθίσει να ψοφολογάω σύµφωνα µε το ωράριό τους και να ξεµένω από µπατονέτες ανάλογα µε τα ρεπό τους. Αλλά αυτό το πρόσφατο, να ρίχνουν «πόρτα» σε διαβητικούς, καρδιοπαθείς και ασθµατικούς, µου φαίνεται πολύ βαρύ. Πιο βαρύ από τις βαρύγδουπες δηλώσεις των εκπροσώπων τους στην τηλεόραση, βαρύτερο και από την έλλειψη ουροσυλλέκτη που λέγαµε παραπάνω. 24.1.2011
6. Η στάση της ιεραποστόλου
Αν κατάλαβα καλά, ο νοµικός σάλος ξεκίνησε όταν µια Σουηδέζα κελάηδησε από το τουίτερ της αυτήν (περίπου) την ατάκα. «Χτες βράδυ έκανα πρωκτικό σεξ µε τον φίλο µου και σήµερα το πρωί διείσδυσε µέσα µου χωρίς προφυλακτικό και χωρίς τη συναίνεσή µου». Να τον µηνύσω ή να τον πλακώσω στο ξύλο;
Η τελευταία ερώτηση είναι δική µου, µέσα µου όµως έχω κι άλλες πολύ πιο επείγουσες. Μπορώ άνετα να µαντέψω το ποιόν του συγκεκριµένου βρωµιάρη που ξέχασε να κάνει µπιντέ, µου είναι αδύνατον όµως να κατανοήσω τη στάση της παθούσας, η οποία καίτοι Σουηδέζα «ντράπηκε», λέει, να τον κόψει πάνω στο καλύτερο και ιδού πού φτάσαµε. ∆εκαετίες µετά τη σεξουαλική επανάσταση και τον φεµινισµό να συζητάµε ξανά για τη «συναίνεση», τις «γκρίζες ζώνες» στον έρωτα, την ελευθερία, τη σεξουαλική αυτοδιάθεση και τη συνενοχή.
Κι ενώ κάλλιστα θα είχε αποσοβηθεί το µοιραίο µε ένα απλό –απλούστατο– «δε γουστάρω ρε φίλε», οι πιο απελευθερωµένες γυναίκες της Ευρώπης επαναφέρουν το κώλυµα της «υποµονής» και της «ντροπής», οι οποίες στο ρεπερτόριο των αντρών ερµηνεύονται ως «λεβεντόπαιδο Αρίστο µπες στο µαγαζί και κλείσ’ το».
Στοιχειώδες αγαπητέ Γουότσον. Ο δυτικοευρωπαϊκός αυτισµός φτάνει σε σηµεία εκζήτησης, την ίδια ώρα που οι γυναίκες ενός άλλου ανοµολόγητου κόσµου λιθοβολούνται δηµοσίως και ακρωτηριάζονται σεξουαλικά επειδή στραβοπάτησαν και φάνηκε ο αστράγαλός τους. Αυτά… 14.2.2011
7. Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Φέτος γιόρτασα την Εργατική Πρωτομαγιά στην πλαζ του Φλοίσβου. Με τον γιακά της καμπαρντίνας μου σηκωμένο, μέτραγα κεφαλάκια να ξεμυτίζουν από την παγωμένη θάλασσα και περήφανους γλουτούς να λιάζονται στην παραλία. Προσεκτικά, μη με πάρουν είδηση, εξέταζα ωραίους μεσήλικες μέσα στα αθλητικά τους παπούτσια και απελεύθερα παιδιά και σκυλάκια να λιχνίζουν την απάτητη άμμο α βολοντέ.
Μα πιο πολύ από όλους τους διαδηλωτές μου έκαναν εντύπωση οι νεαροί γονείς που βόλταραν στην προκυμαία. Τόση μοναξιά, τόση ψυχική απόσταση πάνω από το ίδιο καροτσάκι, πάνω από τον ίδιο μπέμπη, τόση δυσοίωνη σιωπή ανάμεσα στα δύο συμβαλλόμενα μέρη…
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί και να έφταιγε το ύπουλο ανοιξιάτικο αεράκι, πάντως αυτή η κατά ζεύγη σιωπηλή διαμαρτυρία μου πάγωσε την ψυχή. Χίλιες φορές καλύτερα να παρακολουθώ τα σλάλομ που έκαναν με τα πατίνια τους ένα ζευγάρι Ρώσων ντεσπεράντος σύρριζα στις γραμμές του τραμ. Αυτοί τουλάχιστον είχαν την όρεξη να φλυαρούν μεταξύ τους και να χαζογελάνε παρά το λαχάνιασμα, παρά τα κάποια ανεπαίσθητα φρεναρίσματα στο κράσπεδο.
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί να συνέβαλαν τα κασκέτα και οι επιγονατίδες που φορούσαν, πάντως από όλα τα πανό της φετινής Πρωτομαγιάς αυτό ήταν το μόνο που κέρδισε την εμπιστοσύνη μου. Τους παρακολούθησα με το μάτι όσο ήταν δυνατόν και μετά γύρισα σπίτι σφυρίζοντας τα θούρια της ημέρας σε ρυθμό βαλς εζιτασιόν. 4.5.2009
8. Ήρθα στο σπίτι
Είμαι εξαρτημένη από ένα τόσο δα ραδιοφωνάκι. Το φορτώνω στον δίσκο με τον καφέ μου και πηγαίνει όπου πάω. Ακόμη και στο ντους, που λέει ο λόγος, χρειάζομαι απολύτως τη μουρμούρα του. Οι οικείοι μου έχουν κάθε δίκιο να ενοχλούνται και να το ανταγωνίζονται. Στην αρχή διακριτικά και στη συνέχεια αγανακτισμένα, μου εκθέτουν τις βλαβερές συνέπειες της ακατάσχετης ενημέρωσης. Πού να τους εξηγώ… Ακόμη κι εγώ η ίδια δεν καταλαβαίνω από πού την ψώνισα αυτή τη μανία να ακούω δελτία ειδήσεων που στην ουσία πιο πολύ με ψυχαγωγούν παρά με ενημερώνουν.
Η φετινή χρονιά δεν είναι καλή για τους ενημερωτικούς σταθμούς. Το εξασκημένο αυτάκι μου έπιασε ίχνη κοπώσεως, για να μην πω σημάδια γενικού ξεχαρβαλώματος στις δημοσιογραφικές εκπομπές και στα μαγκαζίνο. Για να μην αποσταθεροποιηθώ εντελώς, γύρισα το κουμπί σε άλλες, μουσικές αυτή τη φορά, συχνότητες. Πήρα αμπάριζα από το Δεύτερο Πρόγραμμα και σιγά σιγά ξεχύθηκα και σ’ άλλους παρόμοιους σταθμούς. Ακούω πρώιμο Στέλιο Καζαντζίδη και ύστερο Λάκη Παπαδόπουλο. Στα γκόσπελ του Άκη Πάνου και στα ιδιόμελα του Μάνου Χατζιδάκι μου ‘ρχεται να σταθώ «προσοχή». Στην «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση δίνω τα ρέστα μου και με το «Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά» του Θεοδωράκη κυριολεκτικά ξελαρυγγιάζομαι. Θυμάμαι κάτι φίλους από την εφηβεία που τώρα μούστωσαν, τότε όμως ήταν περιωπής τραγουδισταράδες. Τους καλώ σε φανταστικές τετραφωνίες και τέρτσα αυτοσχέδια. Κι όπως έχω ξεμάθει να αναπνέω σωστά, μου πέφτει η πίεση και ζαλίζομαι, αλλά τι πειράζει; Επιτέλους γύρισα σπίτι…

© Δημήτρης Φύσσας και  Athens Voice

Στέφαν Άντρες, Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή

Στέφαν Άντρες (StefanAndres)

Ο ΓΚΡΕΚΟ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗ

Μετάφραση – επίμετρο: Χ. Ε. Μαραβέλιας

Έκδοση της Athens Review of Books

Ησημαντική νουβέλα του Στέφαν Άντρες Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή παρέμενε σχεδόν παντελώς άγνωστη στη χώρα μας για κάπου ογδόντα χρόνια από την αρχική της δημοσίευση το 1936. Ωστόσο πρόκειται για ένα κείμενο το οποίο προφανώς μας αφορά – από πολλές πλευρές. Σημειώνουμε ότι στις 7 Απριλίου 2014 κλείνουν 400 ακριβώς χρόνια από την ημέρα που ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έκλεισε για πάντα τα ανήσυχα μάτια του.

Όταν γίνεται λόγος για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, το μυαλό μας πηγαίνει, σχεδόν αυτόματα, όχι σε κάποια συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα που κατείχαν αυτό το αιμοσταγές αξίωμα, αλλά σε κάποιο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο. Συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει στο θρύλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από το πέμπτο βιβλίο των Αδελφών Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκι (έργο του 1879-1880), το οποίο μπορεί να διαβαστεί και ως αυτοτελής νουβέλα εγκιβωτισμένη μέσα στο εκτενές μυθιστόρημα. Επίσης πηγαίνει στον διάσημο πίνακα του Γκρέκο, σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης, που πρέπει να φιλοτεχνήθηκε γύρω στα 1600. Για να αποδειχτεί ακόμη μία φορά ότι vita brevis, ars longa. Η τέχνη απαθανατίζει. Της αλήθειας αυτής πρέπει να είχε σαφή συνείδηση ο Στέφαν Άντρες όταν μέσα στον γερμανικό ζόφο του 1935 έγραφε τη νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή.
Με το ανά χείρας μικρό βιβλίο προσφέρουμε στον Έλληνα αναγνώστη έναν άλλο λογοτεχνικό Μεγάλο Ιεροεξεταστή, άγνωστο στη χώρα μας. Έναν ιεροεξεταστή που από την κριτική έχει θεωρηθεί ως συνέχεια της ψυχολογικής ανάγνωσης του Ντοστογιέφσκι στο ίδιο θέμα. Γιατί αν ο Ιεροεξεταστής του ορθόδοξου Ντοστογιέφσκι στόχευε την Καθολική Εκκλησία και τη δυτική εκδοχή της θρησκείας του σταυρού, αλλά συγχρόνως και τον σοσιαλισμό όπως έχει δείξει ο Μπερντιάεφ, ο Ιεροεξεταστής του Άντρες βάλλει εκ πρώτης όψεως κατά του ίδιου στόχου, αλλά ουσιαστικά κατά του εθνικοσοσιαλισμού και της «θρησκείας» του αγκυλωτού σταυρού. […]
Η νουβέλα Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή παρουσιάζει μυθοπλαστικά τον τρόπο δημιουργίας ενός από τους σημαντικότερους πίνακες του Θεοτοκόπουλου. Βήμα βήμα λοιπόν παρακολουθούμε τη γέννηση ενός εντυπωσιακού πορτρέτου και με αυτό το προκάλυμμα τα πορτρέτα δύο εποχών που τις συνδέουν κοινές μέθοδοι. […]
Ο Στέφαν Άντρες (Stefan Andres) γεννήθηκε την 26η Ιουνίου 1906 στο Ντραίνχεν, χωριό κοντά στην Τρηρ της Ρηνανίας. Το ένατο παιδί ενός μυλωνά, νέος προοριζόταν για τον ιερατικό κλάδο. Σπούδασε θεολογία, γερμανική φιλολογία, φιλοσοφία και ιστορία της τέχνης στην Κολωνία, την Ιένα και το Βερολίνο. Από νωρίς ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Το έργο του απλώνεται σε μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά, ταξιδιωτικά, ποιήματα και δοκίμια. […]
Το έτος 1937, λόγω των αυξανόμενων προβλημάτων που προκαλούσε η εβραϊκή καταγωγή της γυναίκας του Δωροθέας (…) η οικογένεια Άντρες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη ναζιστική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Ποζιτάνο της Ιταλίας. (…) Ήδη από το 1935 είχε καταγγελθεί η συνεργασία του με τη Ραδιοφωνία της Κολωνίας γιατί δεν προσκόμισε πιστοποιητικό φυλετικής καθαρότητας γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Επίσης του είχε απαγορευθεί να γράφει για εφημερίδες, το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Το 1937 αποβλήθηκε από το Επιμελητήριο Συγγραφέων του Ράιχ (Reichsschriftungskammer). […]
Το εκτεταμένο διήγημα μπορεί να τύχει πολλών ερμηνειών, όπως και ο ίδιος ο διάσημος πίνακας που ενέπνευσε τον συγγραφέα. Ο κατά Άντρες Γκρέκο δεν θέλησε να ζωγραφίσει μονάχα τον διαβόητο χριστιανό τιτλούχο Νίνιο ντε Γκεβάρα (1541-1609), αλλά μέσω αυτού και «την Αγία Εκκλησία», που έχει μεταβληθεί σε μια ματωμένη φωτιά. Όλα δε αυτά μέσα σ’ ένα ιστορικά αξιόπιστο πλαίσιο. (…) Φυσικά δεν ήταν ανάγκη ο Άντρες εκεί και τότε να βλέπει τον Ιεροεξεταστή όπως τον βλέπουν σήμερα οι μελετητές του Γκρέκο. Άλλες ήταν οι προτεραιότητες του Γερμανού συγγραφέα. […]
Τους κριτικούς έχει απασχολήσει το ερώτημα πώς η λογοκρισία του ναζιστικού καθεστώτος επέτρεψε τη δημοσίευση ενός τέτοιου, έκδηλα αλληγορικού κειμένου. Πολύ περισσότερο όταν ο τότε τριαντάχρονος Άντρες ήταν σαφώς μια persona non grata για το ναζιστικό καθεστώς. Η απάντηση μπορεί να είναι ότι οι όπου Γης λογοκριτές δεν είναι δα και οι ευφυέστεροι των ανθρώπων. Όπως ανέφερε ο Άντρες αργότερα, η δυσκολία της περίπτωσής του ήταν ότι ο ίδιος δεν ήταν ούτε Εβραίος, ούτε μαρξιστής, αλλά ούτε διωκόμενος καθολικός.
Στα 1952 ο Λέο Στράους δημοσίευσε το βαρυσήμαντο άρθρο «Persecution and the Art of Writing» για την τέχνη να γράφεις διωκόμενος, υπό λογοκρισία, να γράφεις «between the lines». Εκεί εξηγεί γιατί ένας συγγραφέας μέσης νοημοσύνης είναι πιο ευφυής από τον πιο ευφυή λογοκριτή, ως τέτοιον.
Σε έναν λαμπρό λόγο του στη Φρανκφούρτη στις 20 Ιουλίου 1966 ο Άντρες τόνισε το καθήκον αντίστασης απέναντι σε ένα άνομο κράτος «με όλα τα μέσα», στα οποία συμπεριέλαβε τόσο τη βία όσο και την πονηριά. (…) Εκεί οφείλεται και η τεράστια επιτυχία του έργου, το οποίο έτσι πέτυχε την μείζονα επικοινωνία στην οποία αποβλέπει κάθε μεγάλη λογοτεχνία. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι το βιβλίο ανάμεσα στο 1936 που πρωτοκυκλοφόρησε (…) και τo 1944 έκανε 36 εκδόσεις. Και μάλιστα ως έκδοση κατάλληλη να προωθηθεί με το στρατιωτικό ταχυδρομείο («Feldpostausgabe»)! Habent sua fata libelli!
[Aποσπάσματα από το επίμετρο του μεταφραστή]

©Athens Review of Books

Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός -παρουσίαση

Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του

ΜΑΚΗ ΤΣΙΤΑ Μάρτυς μου ο Θεός

_______________________________

την Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013,
στις 6 μ.μ.,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου IANOS.
_______________________________

Θα μιλήσουν
ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΧΑΒΙΑΡΑΣ,
συγγραφέας
και η ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ,
κριτικός λογοτεχνίας – συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο
θα διαβάσει ο ηθοποιός ΔΗΜΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ.

Βιβλιοπωλείο IANOS, Σταδίου 24, Αθήνα, τηλ.: 210-3217917, www.ianos.gr

~ ~ * ~ ~

Κριτική παρουσίαση Φοίβου Δεληβοριά

Όποιος το λέει, είναι
Το ιδιοφυές βιβλίο «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, καθρεφτίζει τον Έλληνα που όλοι «αγαπήσαμε» με τον αυτοσαρκασμό του απόλυτου βιβλιο-troll.

Ι’m Slim Shady, yes, I’m the real Shady
All you other Slim Shadys are just imitating 
Eminem – “The Real Slim Shady”

«Ένα βιβλίο είναι σα μια αντλία. Δε σου δίνει τίποτα, αν δεν βάλεις πρώτα το δικό σου νερό κι αν δεν ανεβοκατεβάσεις με δύναμη το έμβολο. Πόσο μπορείς, όμως, να το κάνεις αυτό αν η αντλία δεν τραβάει τίποτε; Ξεκίνα, λοιπόν, να διαβάζεις και μόλις φτάσεις στο 1/10 θα ξέρεις πολύ καλά αν έχει να σου δώσει. Αν δεν έχει, τότε όση δύναμη και να βάλεις, το βιβλίο αυτό δεν είναι για σένα. Παράτα το.»
  Η παραπάνω συμβουλή δίνεται από τον Στίβεν Κινγκ στο «Καρδιές στην Ατλαντίδα», που με είχε συντροφέψει κατά τη διάρκεια της άχρηστης άσκησης «Παρμενίων», χάριν της οποίας είχα μείνει εγκλωβισμένος -παρέα μ’ ένα σωρό άλλους τότε ψάρακες- στο στρατόπεδο για μέρες και μέρες, τον χειμώνα του 2000. Ήταν απ’αυτές τις φράσεις που δείχνουν αβασάνιστες και γεμάτες επικίνδυνη ευκολία, σου εντυπώνονται όμως μ’έναν υπόγεια πειστικό τρόπο, που μόνο οι λαϊκοί συγγραφείς πραγματικά κατέχουν.
  Τελευταία η αφραγκία μου έχει δώσει νέες διαστάσεις σ’ αυτό το θέσφατο. Πάω στα βιβλιοπωλεία και -παίρνοντας ύφος αυστηρό για να καλύψω την ντροπή μου- διαβάζω όρθιος το 1/10 από το βιβλίο που μου τραβάει την προσοχή. Αν η αντλία δεν τραβήξει, πάω στο επόμενο. Και πρέπει να πω πως ο Στίβεν δεν μ’ έχει σώσει μόνο απ’την αβάσταχτη πια σπατάλη, αλλά και από την φρικτή βαρεμάρα στην οποία με οδήγησε αμέτρητες φορές ως τώρα το hype.
  Διάβαζα, λοιπόν, πριν από καμιά βδομάδα τις πρώτες σελίδες (το 1/10 ακριβώς!) από διάφορα πολυδιαφημισμένα βιβλία της νέας εσοδείας και ο υπάλληλος του κεντρικού βιβλιοπωλείου με κοίταζε με αυξανόμενη δυσφορία. Άρχισα να τα ρίχνω στον εαυτό μου, που κανένα απ’αυτά δεν μπορούσε να τον κάνει να ξεχαστεί. Σκεφτόμουν πως παραξενεύω, πως δεν έχω πια την απαραίτητη αθωότητα, πως θα γεράσω όρθιος και πονεμένος στην «Πολιτεία», στο «Public» και στον «Ελευθερουδάκη». Ένας κακομαθημένος, αναποφάσιστος λαθραναγνώστης.
  Ιδού όμως μπροστά μου οι 26 πρώτες σελίδες του «Μάρτυς μου ο Θεός», του πρώτου μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα (Κίχλη, 2013) -για τον οποίον δεν ήξερα τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή: και μέσα σε λίγη ώρα ήμουν καθιστός σ’ένα παγκάκι της διπλανής πλατείας κι ο εαυτός μου -όπως πίστευα ότι τον ξέρω- μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Ήμουν πια ανεπιστρεπτί ο Χρυσοβαλάντης, ο 50άρης παχύσαρκος, θρησκόληπτος, πουτανιάρης, ξενοφοβικός, καταχρεωμένος λιθογράφος απ’τον Κορυδαλλό. Ο -ας μου επιτραπεί- πιο αξιομνημόνευτος ήρωας ελληνικού λογοτεχνικού έργου τα τελευταία χρόνια.
[…]
Διαβάστε τη συνέχεια στο propaganda.gr >>> 

Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο


Mετάφραση: Νικηφόρος Σταματάκης
Eπιμέλεια: Ελένη Αστερίου

Εφημερίδα Καθημερινή/ εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2013, 361 σελ.

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

 

Ο Τόνυ Τζαντ αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.
Ανάμεσα απ’ αυτές τις γενικές γραμμές προβάλλουν συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα, φαινόμενα και πρόσωπα: η δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία δίπλα στην Ισπανία του Φράνκο αλλά και τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, οι αγώνες στη Βόρεια Ιρλανδία και στη Χώρα των Βάσκων, ο Μάης του ’68 στο Παρίσι και τα γεγονότα στην Ιταλία και στην Πράγα, οι εντάσεις ανάμεσα στις γλωσσικές κοινότητες του Βελγίου, η σοσιαλδημοκρατία στις σκανδιναβικές χώρες, ο ρόλος του Τσώρτσιλ, του Στάλιν, του Φράνκο, του Μιτεράν, του Γιαρουζέλσκι, του Μπερλουσκόνι και πολλών άλλων. Σχηματίζεται ακόμη ένα μωσαϊκό από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιστορίες, όπως η ανάπτυξη της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η εμφάνιση του ψυγείου και η εξάπλωση του καταναλωτισμού, η μετανάστευση και οι γκασταρμπάιτερ, ο υπαρξισμός και η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου, ο γαλλικός και ο τσέχικος κινηματογράφος, η μπητλομανία και το πανκ ροκ…

Κριτική, παρουσίαση:
Του Θανου Βερεμη στην Καθημερινή

Για τον ιστορικό Τόνι Τζαντ

Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, The Penguin Press, 2005, σελ. 800), ο Tony Judt γράφει: «Στην αυγή του 21ου αιώνα, η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι’ αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.
Χτυπημένος από θανατηφόρο εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του (2010) να υπαγορεύσει στο New York Review of Books (ΝΥΡΒ) αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του. Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιατικό ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε έναν κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος… Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή;» (ΝΥRB, Μάιος 13-26, 2010, σελ. 21).
Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη προδοσίας προς τη μνήμη της συγγενούς του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα του δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο, υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι’ αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Η τελευταία του δεκαετία (2000-2010) υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των Διδύμων Πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Eτσι, ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ο βραβευμένος με Nομπέλ στα Οικονομικά, αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας, Paul Krugman χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες «φούσκες» που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας.
Η παγκοσμιοποίηση, όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ’ αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Την περίοδο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι, μολονότι οι νεοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν πως ο ισλαμισμός και ο κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας μπορεί να συμπαρασύρει και την κινεζική.
Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τες σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».
Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική, ακόμη και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα». Με την αποστροφή αυτή, ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

[Καθημερινή]

*
Της Εύης Καρκίτη στον Αγγελιοφόρο

Ευρωπαϊκό, μεταπολεμικό πανόραμα

Σε ένα ανέκδοτο της σοβιετικής εποχής κάποιος ακροατής καλεί το αρμενικό ραδιόφωνο και ρωτά: «Eίναι δυνατόν να προβλέψετε το μέλλον;». Απάντηση: «Ναι, κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: αλλάζει συνεχώς».
Ο Τόνι Τζαντ συμφωνούσε πως πράγματι το παρελθόν αλλάζει. Το Δεκέμβριο του 1989, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Πράγα, βρέθηκε στο δυτικό τερματικό σταθμό της κύριας σιδηροδρομικής γραμμής της Βιέννης. Ηταν μια συγκλονιστική χρονιά για την Ευρώπη, που έβλεπε να τελειώνει μια εποχή και να ξεκινά μια νέα στη θέση της, η οποία έφερνε σοβαρές αμφισβητήσεις σε πολλές και για καιρό υφιστάμενες παραδοχές. Η Βιέννη ήταν, κατά τη γνώμη του Τζαντ, ένα καλό σημείο για να συλλογιστεί κανείς πάνω στην Ευρώπη, στο μέλλον της, αλλά και το παρελθόν της, που κάτω από το βάρος των εξελίξεων φάνταζε πλέον διαφορετικό. Εκείνη ήταν η στιγμή που αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο αποδείχτηκε και τολμηρό και πρωτότυπο. Το σχέδιό του δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, όμως οι καθυστερήσεις λειτούργησαν προς όφελός του. Ανοιξαν αρχεία και ταυτόχρονα ξεκαθάρισαν συγχύσεις. Το έργο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (Postwar), προϊόν πολυετούς έρευνας, είναι αισθητά διαφοροποιημένο από τη «σχεδόν ευχάριστη» αφήγηση για το δεύτερο μισό του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, που δίνει έμφαση στα επιτεύγματά της. Κυρίως γιατί ο Τζαντ ενδιαφέρθηκε και για τη μελέτη της Ανατολικής Ευρώπης, απορρίπτοντας ωστόσο την ιδέα να αφηγηθεί την ιστορία των δύο τμημάτων της διαιρεμένης μεταπολεμικά Ευρώπης, απομονώνοντας το ένα τμήμα από το άλλο.
Ο πολυβραβευμένος διαπρεπής ιστορικός γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο. Σπούδασε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϊ και της Νέας Υόρκης. Στο τελευταίο μάλιστα ίδρυσε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Πέθανε το 2010 χτυπημένος από μια επιθετική μορφή πλάγιας αμυοτροφικής σκλήρυνσης.

Ενα πολυσύνθετο έργο

Ο Τόνι Τζαντ ξεκινά την αφήγησή του από τη γεμάτη λεπτές αποχρώσεις κατάσταση της Γηραιάς Ηπείρου, της θρυμματισμένης από τον πόλεμο, διατυπώνοντας την άποψη πως ο Β’ Παγκόσμιος ήταν, σε αντίθεση με τον Α’, μια σχεδόν καθολική εμπειρία. Η έρευνά του ολοκληρώνεται με τη μελέτη του χρονικού διαστήματος από την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι το 2005, θίγοντας ζητήματα που απασχολούν μέχρι σήμερα, που προκαλούν μεγάλες ζητήσεις και θυελλώδεις αντιπαραθέσεις. Ο Τζαντ αγκαλιάζει κάθε τομέα της ανθρώπινης εμπειρίας, αφηγούμενος με λιτό και άμεσο λόγο τις εξελίξεις στη στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική ιστορία, στις εξελίξεις στο επίπεδο των ιδεών, μελετώντας περισσότερες από τριάντα χώρες, οι οποίες έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές και επηρεάζονται από διαφορετικές παραδόσεις. Η ευρυμάθειά του, τα στοιχεία που φέρνει στο φως, οι απόψεις που διατυπώνει, κλονίζουν σε πολλές περιπτώσεις γερά εδραιωμένες αντιλήψεις, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια νέα οπτική για την ιστορία της Ευρώπης, το πώς είδαν οι Ευρωπαίοι κάτω από το βάρος συγκλονιστικών εμπειριών τον εαυτό τους.
Υπερασπιστής μιας μετριοπαθούς αντίληψης και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, υπερασπιστής της μνήμης, ο Τζαντ θεωρούσε πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να διατηρήσουν ένα ζωτικό δεσμό με το παρελθόν τους, όσο τρομερό και αν υπήρξε αυτό σε κάποιες στιγμές του, και διατυπώνει την άποψη πως πρέπει να διδάσκεται από την αρχή σε κάθε νέα γενιά. Το δοκίμιο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», με το οποίο «κλείνει» το πολυσέλιδο έργο, αποτελεί ένα σταθμό στη μακραίωνη ουμανιστική παράδοση και ταυτόχρονα ένα εργαλείο για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα όχι μόνο της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής ζωής: την κατανόηση και τη διαχείριση του παρελθόντος.

[Αγγελιοφόρος]

*

Ο Γρηγόρης Μπέκος στο Βήμα 03.02.2013

Η κοινωνική Ευρώπη πρέπει να ζήσει

Ο Τόνι Τζαντ υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο σε μια μεγάλη σύνθεση για τη μεταπολεμική Ιστορία της Γηραιάς Ηπείρου. Η τελευταία έρευνα του βρετανικής καταγωγής ιστορικού που πέθανε πρόωρα το 2010.
Το αποφάσισε εκείνον τον παγωμένο Δεκέμβρη του 1989 στην παλλόμενη καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου. «Η μεταπολεμική Βιέννη – όπως και η μεταπολεμική Ευρώπη – ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα που χτίστηκε πάνω σε ένα παρελθόν για το οποίο δεν μιλούσε κανείς». Τον εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο γρήγορα λησμονούσε η Δύση και εύκολα αποσιωπούσε η Ανατολή, ταμπουρωμένες καθώς ήταν πίσω από αυτό το γεωγραφικό σχίσμα του αίματος και της καταστροφής.
Να ήταν άραγε – είτε ρεαλιστικά είτε ακόμη και μεταφυσικά μιλώντας – το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Ευρώπης που «σαν την αλεπού, ξέρει πολλά»; Μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου που τη διχοτομούσε από τον Αύγουστο του 1961. Αλλά «τώρα το μέλλον της Ευρώπης εμφανιζόταν πολύ διαφορετικό, αλλά εξίσου διαφορετικό φαινόταν και το παρελθόν της»συλλογιζόταν ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός Τόνι Τζαντ (1948-2010) καθώς άλλαζε τρένο στον δυτικό τερματικό σταθμό της «ουδέτερης» Βιέννης. Επέστρεφε τότε από την εξεγερμένη Πράγα «όπου οι θεατρικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί του Φόρουμ των Πολιτών ξήλωναν ένα κομμουνιστικό αστυνομικό κράτος και πετούσαν 40 χρόνια «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας». Για τον ίδιο «ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης έπρεπε να ξαναγραφτεί» καθώς «σκιάζεται από σιωπές και απουσίες».
Το 2005 τελικώς, έπειτα από συστηματική και πολυετή έρευνα στα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία έξι διαφορετικών γλωσσών, εξέδωσε το magnum opus του Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, που απέσπασε την κριτική αποδοχή των συναδέλφων του. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Γέιλ Τίμοθι Σνάιντερ το περιέγραψε μάλιστα ως «το καλύτερο βιβλίο πάνω στο θέμα που θα μπορούσε να γράψει ποτέ κανείς».

Περισσότερα >>> 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

Αρχείο 04/11/2013

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.
   Αυτό είναι, αυτό, αυτό, αυτό! ούρλιαξε μια φωνή μες στο κεφάλι της. Μη σταματάς, συνέχισε, μη σταματάς, μη στα… μα…
   Προς στιγμήν η Λούλα είχε φοβηθεί ότι η συνειδητοποίηση του τι ακριβώς έκανε θα μπορούσε και να τη φρενάρει, αλλά τελικά την απελευθέρωσε και τώρα τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού βυθίζονταν σαν παλλόμενα έμβολα μες στην υγρή κάτω πύλη της, χωρίζοντας στα δυο την απαλή, φλογισμένη σάρκα. Ύστερα βγήκαν και, μουσκεμένα όπως ήταν από τα κολπικά υγρά της, άνοιξαν τα πέταλα του αιδοίου της και άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της. Την έτριβε και τη χάιδευε ανασηκώνοντας την και μπατσίζοντάς την ελαφρά με τις άκρες των δαχτύλων της, κάνοντάς την να κυματίζει μανιασμένα, όπως όταν χτυπάει ο άνεμος ένα κουρελάκι. Και ταυτόχρονα προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι είναι αυτό που κάνει, προσπαθούσε να εκτελεί τη διαδικασία μηχανικά, σαν κουρδισμένη.
   Τώρα είχε ξανά προσηλωθεί στις σκηνές που προβάλλονταν μέσα στη σκοτεινή οθόνη του μυαλού της. Ο γυμνάστης χτυπιόταν σαν παλαβός πάνω στα οπίσθια της ξανθιάς, η οποία είχε χώσει το πρόσωπό της ανάμεσα στα πόδια της καστανής και έγλειφε. Οι κραδασμοί από τις παλινδρομικές κινήσεις του νεαρού μεταφέρονταν πάνω στην καστανή, η οποία τρανταζόταν ολόκληρη, σαν να τη γρονθοκοπούσαν, με το κεφάλι της να πηγαινοέρχεται στους ώμους, τα γυμνά της στήθη να χορεύουν στον αέρα και το στόμα της ν’ αφήνει άναρθρες κραυγές από τη μεγάλη καύλα. Ο ρυθμός με τον οποίο έτριβαν τα δάχτυλα της Λούλας την κλειτορίδα της, ή και μπαινοέβγαιναν πότε πότε ανάμεσα στα πόδια της, ήταν ίδιος με το ρυθμό που γαμούσε ο γυμναστής την ξανθιά, ίδιος με το ρυθμό που δονούσε με τις παλμικές κινήσεις του ολόκληρο το τρίο, ολόκληρο εκείνο το αλλόκοτα ενωμένο ανθρώπινο σύμπλεγμα…
***
ΤΕΛΙΚΑ, η Λούλα δε χαϊδευόταν απλώς. Αυνανιζόταν για πρώτη φορά στη ζωή της και ένιωθε υπέροχα. Το χόρτο την είχε βυθίσει σε μια γλυκιά χαύνωση, την είχε λύσει και αυνανιζόταν με μια ονειρική βραδύτητα. Η όλη φάση κράτησε πάρα πολύ, αφύσικα πολύ και η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Λούλα δεν ήταν σταθερή, άλλαζε κάθε τόσο.
   Πότε καιγόταν ολόκληρη και μούγκριζε και συστρεφόταν πάνω στα μαξιλάρια και πότε βυθιζόταν σε μια υποτονική αδράνεια. Τα δάχτυλά της σούφρωναν τότε το ύφασμα του σλιπ, μέχρι να γίνει σαν ένα στριμμένο, χοντρουλό κορδόνι –το κορδόνι ενός πρωτόγονου, προχειροφτιαγμένου τάνγκα– το οποίο έσερνε τεμπέλικα ανάμεσα στα πρησμένα, μαλακά χείλη του αιδοίου της, μπρος πίσω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, απαλά απαλά ή και σκληρά, απότομα και άγρια.
   Άλλοτε το εγκατέλειπε εντελώς το αναψοκοκκινισμένο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει ανάμεσα στα πόδια της, και τα υγρά της δάχτυλα έτρεμαν αγγίζοντας τις ερεθισμένες θηλές του στήθους της (το λευκό T-shirt είχε ανασηκωθεί ψηλά, είχε φτάσει ως το λαιμό της, αφήνοντας εκτεθειμένο το όμορφο, στητό της στήθος), κάνοντάς την να τρέμει και να ριγεί ολόκληρη.
   Κάποια στιγμή, με τα μάτια της φαντασίας της, η Λούλα είδε τον Στέλιο στη θέση του γυμναστή, είδε το τεράστιο τρίτο πόδι του εραστή της να μπαινοβγαίνει στο στόμα της καστανής γυμνάστριας και… πάγωσε. Βιάστηκε ν’ ανοίξει τα μάτια της –στην τηλεόραση το πρόγραμμα είχε αλλάξει και τώρα η όμορφη παρουσιάστρια συζητούσε καθισμένη σ’ έναν καναπέ με κάποια ηλικιωμένη, παλιά δόξα του ντόπιου εμπορικού κινηματογράφου– και κλείνοντάς τα πάλι κατόρθωσε να επαναφέρει στη θέση του Στέλιου τον γυμναστή, παρόλο που η μαραμένη ομορφιά της ηλικιωμένης ηθοποιού δεν ήταν ό,τι καλύτερο και παραλίγο να της καταστρέψει εντελώς κάθε ερωτική επιθυμία.
Τέλος, κάποια άλλη στιγμή, είχε ανοίξει και πάλι τα μάτια της και είχε παρακολουθήσει, με καθαρά οφθαλμοπορνική διάθεση, την παρουσίαση μιας κολεξιόν μαγιό από φωτομοντέλα, οπότε, όταν λίγο αργότερα τα βλέφαρά της έκλεισαν ξανά, τις γυμνάστριες στη φαντασίωση της αντικατέστηκαν τα φωτομοντέλα.
   Υπήρχαν πολλές στιγμές, πολλές αλλαγές, πολλές μικρότερες φάσεις που εναλλάσσονταν, και στη διάρκειά τους η Λούλα δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να χαϊδεύεται και να στενάζει από ηδονική ευχαρίστηση. Συνολικά, από τις έντεκα παρά, που είχε ανάψει το «γεμιστό» (το οποίο είχε καπνίσει ως τη μέση και μετά το είχε σβήσει προσεκτικά, πατικώνοντας ελαφρά την καύτρα στα τοιχώματα του σταχτοδοχείου), μέχρι που σταμάτησε και έγειρε αποκαμωμένη στα μαξιλάρια του καναπέ – είχαν περάσει γύρω στα είκοσι λεπτά. Η ώρα τώρα κόντευε έντεκα και την πονούσε παντού το κορμί της σαν να είχε φάει ξύλο.
   Εκείνα τα είκοσι λεπτά φάνηκαν στη Λούλα σαν μια αιωνιότητα.
   Όχι μόνο εξαιτίας του χόρτου.
  Η αίσθηση αυτή είχε αναμφισβήτητα σχέση με το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή της αυνανιζόταν. Και με το ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να φτάσει σε οργασμό. Περίμενε και ήλπιζε και ευχόταν καυτά κύματα ηδονής να την πλημμυρίσουν, το κορμί της ν’ ανασηκωθεί και να σχηματίσει αψίδα, οι μύες της όλοι να τεντωθούν και στο πρόσωπό της να ζωγραφιστεί μια εκστατική γκριμάτσα. Ίσως να φώναζε ή και να δαγκωνόταν, έτσι όπως τα ρίγη θα τη διαπερνούσαν σαν σπαθιά και οι γοφοί της θα τινάζονταν με ακούσιες κινήσεις, ακολουθώντας τους απανωτούς σπασμούς που θα τη συγκλόνιζαν. Ύστερα οι σπασμοί θα εξασθενούσαν και θα έσβηναν και η Λούλα θα χαλάρωνε και θα την πότιζε ολόκληρη ένα αίσθημα γαλήνης, ευτυχίας και πληρότητας, ενώ θα ένιωθε την ανάγκη, έτσι, χωρίς λόγο, να βάλει τα κλάματα (κάτι τέτοια πάνω κάτω θυμόταν από όσα είχε διαβάσει για τον οργασμό στα διάφορα γυναικεία περιοδικά) .
Αλλά δεν είχε γίνει, δυστυχώς, τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
*

©Βαγγέλης Ραπτόπουλος -απόσπασμα από τις σελ. 188-191
Η φωτογραφία είναι του 19ου αιώνα.

*

raptopoulos-bkΕκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση 
με υστερόγραφο 
του συγγραφέα

Στο εξώφυλλο:
Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»