Τζων Στάϊνμπεκ, Τορτίλα Φλατ

Εκδόσεις Γκοβόστη.
Μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου

Ο Στάινμπεκ είναι ένας καλλιτέχνης του λόγου. Διηγείται τις ιστορίες αυτών των αξιαγάπητων απατεωνίσκων με ειλικρινή τρυφερότητα και γνήσια ποιητική πρόζα.
New York Herald Tribune

Η γοητεία, το χιούμορ, το πάθος, το πνεύμα, η σοφία και η ανθρωπιά φέγγουν δυνατά μέσα από τις σελίδες του Στάινμπεκ.
The New York Times

Πίσω από τη λαμπρή και πολύχρωμη φωταψία του Μπρόντγουεϊ και εκεί όπου δε φτάνουν οι εκτυφλωτικοί προβολείς του Χόλυγουντ, ζουν και τελειώνουν τις άθλιες μέρες τους άνθρωποι που από καιρό έπαψαν να έχουν κάθε κοινό με τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι των ημερών τους, ξεκομμένοι από την ανθρώπινη κοινότητα, αναζητούν τη χαρά και την απόλαυση αποκλειστικά στο πιοτό και στο έγκλημα. Αυτοί οι «πρώην άνθρωποι», που θυμίζουν τόσο συχνά τους ήρωες του Μαξίμ Γκόρκη, περνούν τη σκυλίσια ζωή τους άλλοτε μέσα στους στενούς τοίχους της φυλακής κι άλλοτε τεμπελιάζοντας ξαπλωμένοι στον ήλιο.
 Κεντρικός ήρωας της διήγησης είναι ο Ντάνυ, του οποίου το σπίτι γίνεται σημείο συνάντησης για ανθρώπους που αναζητούν την περιπέτεια και τη συντροφικότητα. Καθώς ο Στάινμπεκ περιγράφει τα πάθη τους, τους έρωτές τους, τους έντονους διαπληκτισμούς τους και σκηνές οινοποσίας, που θυμίζουν Φρανσουά Ραμπελαί, υφαίνει μια ιστορία συναρπαστική και τελικά τόσο συγκινητική όσο η θρυλική ιστορία της Στρογγυλής Τραπέζης που τον ενέπνευσε. Το Τορτίλα Φλατ δημοσιεύτηκε το 1935 και αποτέλεσε την πρώτη εμπορική επιτυχία του Στάινμπεκ ως μυθιστοριογράφου. Εκείνη την περίοδο της Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης το έργο αυτό σαγήνευσε το αναγνωστικό κοινό, καθώς τα βιβλία και οι ταινίες, που τα χαρακτηριστικά τους ήταν η αγνότητα και η απλότητα, ήταν μια απόδραση – απόδραση από τη μεγάλη ανέχεια, απόδραση από το άγχος της καταβολής του ενοικίου, απόδραση από το άγχος της ανεργίας, απόδραση από το άγχος της επιβίωσης. Η ανέχεια των ηρώων και το πάθος τους για το ποτό δημιουργούν προβληματισμούς στον αναγνώστη, ενώ το ανατρεπτικό και δηκτικό χιούμορ του μάς ψυχαγωγεί, μάς διασκεδάζει και ταυτόχρονα θέτει υπό αμφισβήτηση τις αξίες τού 21ου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο που δίνει τροφή για γέλιο και σκέψη, πετυχαίνοντας έτσι ένα μαγικό συνδυασμό.
Ο Τζων Στάινμπεκ γεννήθηκε στο Σαλίνας Βάλεϋ της Καλιφόρνιας στις 27 Φεβρουαρίου του 1902 και πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 20 Δεκεμβρίου του 1968. Έγραψε τη νουβέλα Άνθρωποι και Ποντίκια (1937) και το βραβευμένο με Pulitzer μυθιστόρημα Τα Σταφύλια της Οργής (1939). Εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για την εφημερίδα New York Herald Tribune και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS). Συνέγραψε συνολικά 27 βιβλία, τα οποία περιλαμβάνουν 16 μυθιστορήματα, 6 πραγματικές ιστορίες και 5 συλλογές διηγημάτων. Ενδεικτικά αναφερονται: Ο δρόμος με τις φάμπρικες, Σ’ έναν άγνωστο Θεό, Σε αμφίβολη μάχη, Το φεγγάρι χαμήλωσε. Το 1962 ο Στάινμπεκ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

«Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…«
Dámaso Alonso: Insomnio
«

Η Μαδρίτη

είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…» γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: «Αϋπνία», για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην «Κυψέλη» του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Τρία χρόνια μετά τον Εμφύλιο και στη σκιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρακολουθούμε τρεις-τέσσερεις μέρες από τη ζωή διακοσίων περίπου Μαδριλένων. Δεκέμβρης του 1942 κι όλα ξεκινούν στο καφέ της δόνας Ρόζας…

 

«-Να ξέρουμε ποιοι είμαστε! Μάλλιασε το στόμα μου να το λέω: αυτό είναι το μοναδικό που έχει σημασία.
Η δόνα Ρόζα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου σκοντάφτοντας επάνω στους πελάτες με τον τεράστιο πισινό της… Για τη δόνα Ρόζα ο κόσμος είναι το καφενείο της και γύρω από το καφενείο της όλα τα υπόλοιπα…«
Έτσι μας καλωσορίζει στη φρανκική κόλαση της Μαδρίτης ο Θέλα. Μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να γνωρίσουμε τους θαμώνες του καφενείου, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτρά αν νομίσουμε ότι θα αρκεστεί σ’ αυτούς… Μας βγάζει έξω στους δρόμους και ακολουθούμε κι άλλους χαρακτήρες για να βρεθούμε μαζί τους σε φτωχογειτονιές, σε φούρνους, σε πορνεία και σε εξαθλιωμένες κατοικίες. Και πριν καλά-καλά γνωρίσουμε κάποιον απ’ αυτούς, τον χάνουμε για να τον ξαναβρούμε αργότερα… αν τον ξαναβρούμε.
Μαδρίτη του ’42… εικόνες μιας άθλιας ζωής: Τρομοκρατία, πείνα, μαύρη αγορά, εκμετάλλευση, εκπόρνευση, αρρώστιες… Ένα πραγματικά ζοφερό και απαισιόδοξο έργο.
«Το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια χλομή αντανάκλαση, μια ταπεινή σκιά, της καθημερινής τραχιάς, σπαραχτικής και οδυνηρής πραγματικότητας και δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα περισσότερο -ασφαλώς ούτε και λιγότερο- από ένα κομμάτι ζωής που η εξιστόρησή του γίνεται βήμα με βήμα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παράξενες τραγωδίες, χωρίς οίκτο, αλλά έτσι όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή«, έγραφε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το 1951, ο συγγραφέας.
«Η Κυψέλη» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε γρανάζι, κάθε βιδούλα έχει το ρόλο της σ’ αυτό το πολύπλοκο κι εντυπωσιακό σύνολο. Είπαμε… φιλοδοξεί, αυτό δε σημαίνει ότι το κατάφερε κιόλας. Τουλάχιστον όχι τόσο, όσο θα ‘θελε ο δημιουργός της. Όσο προσεκτικός αναγνώστης κι αν υπήρξα, όσο καλός μαθητής κι αν ήμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις), δεν κατάφερα να μην χαθώ μέσα στη «Μαδρίτη» του Καμίλο Χοσέ Θέλα. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι ένιωσα κι εγώ το αδιέξοδο των ηρώων του και γεύτηκα το θάνατο σε όλες του τις εκδοχές. Από μιαν άποψη δηλαδή, τα γρανάζια λειτούργησαν θαυμάσια, μόνο που με συνέθλιψαν…
«Στη μιάμιση με δύο τα ξημερώματα η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στην παράξενη καρδιά της πόλης. Χιλιάδες άντρες κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις γυναίκες τους χωρίς να σκέφτονται τη σκληρή, την ανελέητη μέρα που ίσως τους περιμένει παραμονεύοντας σαν αγριόγατα μέσα στις τόσο λίγες ώρες που απομένουν. Εκατοντάδες κι εκατοντάδες μοναχικοί άντρες παραδίδονται στο κρυφό, στο υπέρτατο, στο απαλότατο βίτσιο της μοναχικής ηδονής. Και μερικές ντουζίνες κοπέλες περιμένουν -τι περιμένουν, Θεέ μου; Γιατί τις έχουν τόσο εξαπατήσει;- με το μυαλό τους γεμάτο με χρυσά όνειρα…»
Το μυθιστόρημα λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς, του οποίου ο Θέλα υπήρξε θερμός υποστηρικτής, και δεν μπόρεσε να εκδοθεί στην Ισπανία. Έτσι ο συγγραφέας κατέφυγε στην Αργεντινή του Περόν, όπου με μερικές μικροαλλαγές (λογοκρισία κι εκεί) κατόρθωσε να το εκδώσει το 1951. Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα Τρούλοκ, 1ος Μαρκήσιος της Ίρια Φλάβια (πήρε τον τίτλο ευγενείας από τον βασιλιά Χουάν Κάρλος το 1996), παρά τις διώξεις που υπέστη ως συγγραφέας από το φρανκικό καθεστώς, υπήρξε σημαντικός πληροφοριοδότης της μυστικής του αστυνομίας! Τι σχέση έχουν αυτά με την εξαιρετική «Κυψέλη»; Ακόμα δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση. Ίσως και ο μαρκήσιος να ξεπήδησε μέσα από μια κυψέλη, όπου βρίσκουν θέση και οι βασίλισσες με τις εργάτριες και οι κηφήνες με τους χαφιέδες και το μεγαλείο με την αθλιότητα… Ίσως και ο μαρκήσιος να είναι και ο ίδιος ένας απ’ τους 160 χαρακτήρες, που τόσο εύστοχα δημιούργησε…
Κάθε φορά που διασταυρωνόμουνα με κάποιον ηλικιωμένο (που ‘φερνε ανάγλυφα τα σημάδια του χρόνου πάνω στο πρόσωπό του), είτε στις μεγαλοπρεπείς πλατείες της πόλης, είτε στα πάρκα, είτε στο μετρό, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσαν να αντέξουν σαράντα χρόνια μιας στυγνής δικτατορίας… μια ολόκληρη ζωή! Τι σχέση μπορεί να έχει η Μαδρίτη του Φράνκο με τη λαμπερή μεγαλούπολη που επισκέφτηκα πριν από λίγο καιρό; Αν απαντούσα βιαστικά, θα ‘λεγα καμία. Ωστόσο, στους μεγάλους περιπάτους μου συνάντησα κάποιες γειτονιές που δεν μου ‘φεραν στο νου μόνο τη Βαρκελώνη του «Biutiful» του Ινιάριτου αλλά και την ίδια τη Μαδρίτη της «Κυψέλης».
«Το πρωινό ανεβαίνει, σιγά σιγά, στον ορίζοντα σκαρφαλώνοντας σαν ένα σκουλήκι στις καρδιές των αντρών και των γυναικών της πόλης, χτυπώντας σχεδόν παιχνιδιάρικα -σαν να χτυπάει σε πόρτες- επάνω στα φρεσκοξυπνημένα μάτια, αυτά τα μάτια που ποτέ δεν ανακαλύπτουν καινούριους ορίζοντες, καινούρια τοπία, καινούριες ομορφιές.
Ωστόσο, το πρωινό, αυτό το αιώνια επαναλαμβανόμενο πρωινό συμβάλλει λιγάκι στο ν’ αλλάξει η θωριά της πόλης -αυτού του τάφου, αυτής της ανθρωποθάλασσας, αυτής της κυψέλης…
Ο Θεός να μας λυπηθεί!«

*
©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου. 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα

Εκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση με υστερόγραφο του συγγραφέα
Στο εξώφυλλο: Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Περίληψη

Προσπαθώντας να φτάσει πάση θυσία στο αποκορύφωμα της ηδονής, μια όμορφη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών έρχεται αντιμέτωπη με μια εφιαλτική όψη της λαγνείας.
   Ένα μυθιστόρημα για τον γυναικείο οργασμό και την απουσία του. Για τη χρήση της ινδικής κάνναβης. Για σεξουαλικές διαστροφές. Για τη λαγνεία ως εφιάλτη της Aνατολής. Για βρικόλακες στην Aχαΐα του προηγούμενου αιώνα. Για κόσμους άλλων διαστάσεων στη σύγχρονη Aθήνα. Kαι για τον κόσμο των ψυχώσεων.

«H Λούλα δύσκολα κατατάσσεται. Aφήγημα ρεαλιστικό, σχεδόν πορνογράφημα στην αρχή, λογοτεχνία τρόμου και θρίλερ στο μέσον, ψυχωσικό παραλήρημα ή βιντεοκλίπ στο τρίτο μέρος… H Λούλα είναι ένα βήμα στη θολή περιοχή όπου κανένας από τους “φτασμένους” μας λογοτέχνες δεν έχει πατήσει. Πού ανήκει, τελοσπάντων, αυτός ο ταλαντούχος όσο και απρόβλεπτος πεζογράφος;»

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

«Συναρπαστική δεινότητα στο στήσιμο αναπάντεχων καταστάσεων. Δεξιοτεχνική εμβάθυνση του προφανούς και μετατροπή του ευτελούς σε απέραντο ταμείο ψυχογραφίας. Σε παρόμοια τολμήματα απαιτείται συγγραφική πείρα, ψυχική αντοχή και κυρίως χαρακτήρας… O Pαπτό¬που¬λος μπορεί δίκαια να πιστέψει ότι κέρδισε ένα δύσκολο στοίχημα. Mε βιβλία σαν τη Λούλα μια γενιά μπορεί να δείξει τα δόντια της».

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
~ ~ * ~ ~

Λούλασύνοψη

Tο μυθιστόρημα αρχίζει με ένα απόκομμα από την εφημερίδα «Tα Nέα» τής 11ης Iουλίου 1996. Σύμφωνα μ’ αυτό, η 20χρονη Λούλα (Bασιλική) Παπαχατζή, δευτεροετής της Φιλοσοφικής Aθηνών, εξαφανίστηκε από το διαμέρισμά της, στα Eξάρχεια, πριν από οκτώ ημέρες και οι γονείς της παρακαλούν όποιον γνωρίζει κάτι να ειδοποιήσει είτε τους ίδιους είτε το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.

 

***
Στο Πρώτο Mέρος του μυθιστορήματος, ανακεφαλαιώνεται το τελευταίο εξάμηνο πριν από την εξαφάνιση της ηρωϊδας. Eδώ, εκτός από έναν έντονο τόνο υπερβολής και παρωδίας, ο αναγνώστης συναντά και μερικές από τις πιο τολμηρές ερωτικά ― σχεδόν πορνογραφικές ― σελίδες του βιβλίου. H Λούλα, που είναι εκτυφλωτικής ομορφιάς και ταυτόχρονα τρομερά σεμνότυφη και ανασφαλής στις σχέσεις της με το άλλο φύλο, έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό. Tο ζήτημα τής έχει γίνει έμμονη ιδέα και σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα δε φαίνεται να την απασχολεί τίποτε άλλο.
  Δύο μόνο είναι τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπει η ηρωΐδα να εισβάλουν στο «αυτιστικό» της σύμπαν: ο ένας είναι ο 24χρονος φίλος της Στέλιος Tέλογλου, ένας «χειριστής» κομπιούτερ σε ατελιέ φωτοσύνθεσης, ερασιτέχνης μουσικός της τζαζ και κάτοχος ενός τερατώδους σε μέγεθος πέους, χάρη στο οποίο η Λούλα ευελπιστεί ότι θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής― και η άλλη είναι η Λαρισαία φοιτήτρια της Nομικής, συγκάτοικός της στο νοικιασμένο διαμέρισμα των Eξαρχείων, η αθυρόστομη και με εντυπωσιακά πλούσια ερωτική ζωή, Eύη Zαούση.
  Mε τους γονείς της, που μένουν στη Xαλκίδα, όπου η Λούλα μεγάλωσε, να απουσιάζουν από την καθημερινότητά της, η κοπέλα περνάει ανυπεράσπιστη τις μέρες της κυνηγώντας τον αδιάφορο γι’ αυτήν Στέλιο, ο οποίος την απατάει με άλλες και της φέρεται με απαράδεκτη σκληρότητα και κυνισμό. Tο να τον χάσει, για τη Λούλα ισοδυναμεί με κατά κράτος ήττα, αφού μαζί του θα χαθεί και το υπερμέγεθες γεννητικό όργανό του και η πιθανότητα να φτάσει κάποτε η ηρωϊδα σε οργασμό. Eνώ, όποτε η Λούλα στρέφεται για συμπαράσταση στην συγκάτοικό της, ερχόμενη αντιμέτωπη με το στόμα-βόθρο και την αχαλίνωτη σεξουαλική ελευθεριότητα της Zαούση, το αποτέλεσμα είναι να νιώθει ακόμα πιο μειονεκτικά και να βυθίζεται ― η ηρωϊδα ― σε ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση.
Ώσπου, η Λούλα βρίσκει το θάρρος και ζητάει από τον Στέλιο να χωρίσουν.

 

***
Tο Δεύτερο Mέρος του μυθιστορήματος αρχίζει την ημέρα της εξαφάνισης της κοπέλας. Kαι παρακολουθεί τις μοναχικές πια προσπάθειές της να φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής. Για τον σκοπό αυτό, η Λούλα αυνανίζεται παρεταταμένα (σε περισσότερες από πενήντα σελίδες του βιβλίου), με την χαλαρωτική βοήθεια της κάνναβης, της οποίας κάνει κατάχρηση. Tόσο το λεγόμενο «απαγορευμένο χόρτο», όσο και ο αυνανισμός, είναι μέσα στα οποία η ηρωΐδα καταφεύγει για πρώτη φορά στη ζωή της. Eνώ, διαπιστώνοντας την αναποτελεσματικότητα και των δύο, θα προχωρήσει και στη δοκιμή μιας παράξενης σεξουαλικής διαστροφής, της ασφυξιοφιλίας (αυτοστραγγαλισμός, ενώ αυνανίζεται).
  Λίγο πριν βουλιάξει σε έναν ωκεανό απελπισίας, η Λούλα ακούει το κουδούνι του διαμερίσματός της και ανοίγει την πόρτα σε κάποιον άγνωστό της, ο οποίος, αφού της λέει ότι είναι ένα είδος από μηχανής Θεού, που έχει έρθει να τη βοηθήσει να λύσει το πρόβλημά της («προσφέρω ηδονή και λαγνεία»), ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Διόνυσος ή και ένας απεσταλμένος του ή ίσως ο ίδιος ο Διάβολος ή κάποιος κατώτερος δαίμονας, ένας πεπτωκώς άγγελος, ο δαίμονας της λαγνείας. Eις επίρρωσιν των λεγομένων του, ο άγνωστος της αποκαλύπτει διάφορα πράγματα σχετικά με τη ζωή της Λούλας, τα οποία είναι φύσει αδύνατον να ξέρει. H κοπέλα σοκάρεται και μαστουρωμένη όπως είναι τον παρασέρνει να φύγουν από το διαμέρισμα.
  Kαθώς κατευθύνονται προς την οδό Xαριλάου Tρικούπη, στο κέντρο της Aθήνας, όπου εργάζεται η Zαούση (στο συμβολαιογραφείο μιας θείας της), ο άγνωστος διηγείται στην κοπέλα την ιστορία της ζωής του. Γεννήθηκε τον προηγούμενο αιώνα στη Λίμνη Aχαΐας και ήταν πάντοτε η προσωποποίηση της λαγνείας. Aποκορύφωμα της ερωτικής του ζωής, την οποία περιγράφει καταλεπτώς, είναι και η αιμομεικτική σχέση με την κόρη του, η οποία γίνεται γνωστή στο χωριό, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν οι συγχωριανοί τους και να τους κάψουν ζωναντούς. Nεκραναστημένος έκτοτε, ο άγνωστος αναζητά και προσφέρει τη λαγνεία σε όσους την έχουν ανάγκη, ως ένα πρωτότυπο είδος βρικόλακα διψασμένου, όχι για αίμα, αλλά για έρωτα.
  Mε το τέλος της διήγησης του αγνώστου, το ζευγάρι εισέρχεται στην οδό Xαριλάου Tρικούπη και ζει μια υπερφυσική ― που παραπέμπει στον Λάβκραφτ [Lovecraft] ― εμπειρία: ο δρόμος είναι αλλόκοτα ήσυχος και άδειος (η είσοδος σ’ αυτόν γίνεται μέσω μιας διαφανούς μεμβράνης που σκίζεται και ανασυγκολλάται αυτόματα), γεμάτος σατανιστικά ή πρόστυχα συνθήματα στους τοίχους, και ο άγνωστος και η Λούλα αρχίζουν να ερωτοτροπούν ασύστολα πάνω στις βιτρίνες και στα πεζοδρόμιά του. Όταν δε φτάνουν στο σημείο όπου η Xαριλάου Tρικούπη συναντά την οδό Πανεπιστημίου, ο άγνωστος μεταμορφώνεται σε τραγόμορφο ζώο που στραγγαλίζει τη Λούλα ― γαμώντας την πάντα ― και τη στιγμή που εκείνη φτάνει επιτέλους σε οργασμό, πετάει το πτώμα της σε ένα ρήγμα απ’ όπου βγαίνουν φλόγες, ανοιγμένο στη μέση της οδού Πανεπιστημίου.
  Ύστερα, ενώ το ρήγμα κλείνει, ο άγνωστος μεταβάλλεται ξανά σε «έναν από μας», επιστρέφει στο σημείο απ’ όπου μπήκαν στον παράξενο αυτό και παράλληλο με τον δικό μας κόσμο και μέσα από τη μεμβράνη επιστρέφει ξανά στον γνωστό, στον υπαρκτό, κανονικό κόσμο.

 

***
Στο Tρίτο Mέρος του μυθιστορήματος, η αφήγηση υπερφυσικού τρόμου δίνει τη θέση της σ’ ένα ψυχωσικό παραλήρημα, γεμάτο άλματα, που η δομή του θυμίζει βίντεο κλιπ. Xάρη στις παραψυχολογικές ικανότητες του αγνώστου (τηλεπάθεια), επισκεπτόμαστε διάφορες γυναίκες-θύματά του και τους αρρωστημένους κόσμους τους. Eίναι σαν να μπαίνουμε σιγά σιγά στην ψυχή και στον ταραγμένο εγκέφαλο του πραγματικού πρωταγωνιστή του βιβλίου.
  Eκτός από τη Στέλλα Aμπατζόγλου, την 27χρονη Θεσσαλονικιά, σερβιτόρα στο (με το σημαδιακό όνομα) καφέ-μπαρ «Bίντεο Kλιπ», η οποία αποτελεί το επόμενο θύμα του αγνώστου, μαθαίνουμε διάφορα και για το προηγούμενό του θύμα, την 42χρονη νοικοκυρά, μητέρα δύο αγοριών, Φωτεινή Pηγοπούλου. Όπως μαθαίνουμε και τα της γνωριμίας του με τη Λούλα.
  Στο τελευταίο κεφάλαιο (τίτλος: «Στο λαβύρινθο του μυαλού του»), το μυθιστόρημα επιχειρεί μια κατάδυση στον αρρωστημένο πυρήνα της ψυχής του παρανοϊκού δολοφόνου, ο οποίος είναι ένας καλλιεργημένος εισοδηματίας. Mέσα από ένα σύνολο κατακερματισμένων σκηνών, που θυμίζουν πίνακα του Iερώνυμου Mπος, βυθιζόμαστε στο υποσυνείδητο του αγνώστου, εκεί όπου κατοικεί ένα βδελυρό πλάσμα (ο βαθύτερος εαυτός του), το πλάσμα που έχει δολοφονήσει όλες αυτές τις γυναίκες και κοπέλες, το πλάσμα που ξέρει όλη την αλήθεια και που δεν έχει ανάγκη να καταφεύγει σε εξωραϊστικές εικόνες των φρικτών εγκλημάτων του, σαν κι αυτήν που ο αναγνώστης παρακολούθησε διαβάζοντας την ερωτική σκηνή με τη Λούλα στον αλλόκοτο κόσμο της Xαριλάου Tρικούπη.

 

***
Tο μυθιστόρημα τελειώνει με άλλο ένα απόκομμα, αυτή τη φορά από την εφημερίδα «Tο Bήμα» τής 15ης Σεπτεμβρίου του 1996. Aπ’ αυτό μαθαίνουμε ότι το όνομα του ψυχοπαθούς σήριαλ κίλερ ήταν Σάββας Παταβούκας και ότι είχε μετατρέψει το υπόγειο του πατρικού του σπιτιού, στη Λίμνη Aχαϊας, σε ομαδικό τάφο. H αστυνομία έχει οδηγηθεί ως εκεί και έχει ανακαλύψει τα πτώματα τεσσάρων γυναικών, ύστερα από καταγγελία της Στέλλας Aμπατζόγλου, η οποία κατόρθωσε να το σκάσει από τα νύχια του Παταβούκα και η οποία νοσηλεύεται σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο του «Eυαγγελισμού», χωρίς να έχει διαφύγει τον κίνδυνο.
  Στις τρεις τελευταίες σελίδες του βιβλίου παρατίθεται εξαντλητική βιβλιογραφία για τα θέματα του μυθιστορήματος, που είναι κατά σειρά: ο γυναικείος οργασμός και η απουσία του (ανοργασμία)• η χρήση της ινδικής κάνναβης και των παραγώγων της• η ασφυξιοφιλία ή σύνδρομο σεξουαλικής ασφυξίας• η επιστημονική γνώση και η λαγνεία ως εφιάλτες της Δύσης και της Aνατολής αντίστοιχα• οι βρικόλακες στις νεοελληνικές παραδόσεις• η Aχαΐα (και η Eλλάδα) του 19ου αιώνα• ο, επινοημένος από τον αμερικανό συγγραφέα του προηγούμενου αιώνα X. Φ. Λάβκραφτ [H.P. Lovecraft], Mύθος του Kθούλου• και ο κόσμος των ψυχώσεων.

Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

Αρχείο 01/11/2013

Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…
Dámaso Alonso: Insomnio”

Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…” γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: “Αϋπνία”, για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην “Κυψέλη” του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα»

Mαρία Αναγνωστοπούλου -4 ποιήματα

Αρχείο 21/10/2013

 

(Προδημοσίευση από τη ποιητική της συλλογή. Εκδόσεις Ποιήματα των Φίλων -επιμέλεια, εικονογράφηση εξωφύλλου: Κώστας Ριτσώνης)

Η κραυγή μου
μήνυμα σε μπουκάλι.
Τα παρασύρουν τα κύματα
σε έρημη ακτή
για να θαφτεί
κάτω απ’ την άμμο.

*

Ξεσκόνισε εδώ
σφουγγάρισε εκεί.
Μέσα στη συνείδησή της
όλα τακτοποιήθηκαν.

*

Η θλίψη μου
γίνεται στίχος
κανάλι
προς τη θάλασσα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Mαρία Αναγνωστοπούλου -4 ποιήματα»

Alice Munro, Nobel λογοτεχνίας

ΣΤΗΝ ΑΛΙΣ ΜΟΝΡΟ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2013

Η καλύτερη ιστορία της ζωής της γράφεται τώρα για την 82χρονη καναδή συγγραφέα Άλις Μονρό,
μία από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως.
«Μαμά, κέρδισες!». Έτσι έμαθε πριν από λίγα λεπτά η Άλις Μονρό ότι της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η σουηδική Ακαδημία είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικά, αλλά δεν τη βρήκε και άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή της. Είναι η 13η γυναίκα που κερδίζει το βραβείο (ανάμεσα σε 110 συνολικά νικητές) και η 27η που γράφει στην αγγλική γλώσσα. Η αίθουσα όπου έγινε η ανακοίνωση χειροκρότησε θερμά στο άκουσμα του ονόματός της.
Πριν από τέσσερα χρόνια, όταν το 2009 η Μονρό τιμήθηκε με το Man Booker International, η κριτική επιτροπή του βραβείου σημείωνε: «Με κάθε διήγημά της η Μονρό καταφέρνει να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Διαβάζοντας τη Μονρό μαθαίνεις πάντα κάτι που δεν είχες ποτέ σκεφτεί».
Στα ελληνικά τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Μέχρι στιγμής κυκλοφορούν τα αριστουργήματά της Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει και Πάρα πολλή ευτυχία.
Η Άλις Μονρό γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Οντάριο του Καναδά. Έχει εκδώσει κυρίως συλλογές διηγημάτων. Έχει διακριθεί τρεις φορές με την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά, το Governor General’s Literature Award. Έχει επίσης βραβευτεί από την Ένωση Κριτικών ΗΠΑ κι έχει λάβει το βραβείο Rea για τη συνολική προσφορά της στο διήγημα. Το 2009 της απονεμήθηκε το Βραβείο Man Booker International για το οποίο ήταν ξανά υποψήφια το 2007. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής.
Στη συλλογή περιλαμβάνεται το διήγημα «Πέρασε η αρκούδα το βουνό» στο οποίο βασίστηκε η υποψήφια για δύο Όσκαρ ταινία Υστερόγραφο μιας σχέσης με την Τζούλι Κρίστι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πάρα πολλή ευτυχία
Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της• μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη• οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σ’ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΡΟ
«Τα διηγήματά της μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Τολστόι και του Τσέχοφ».
Τζον Απντάικ
«Ανάμεσα στις σπουδαιότερες λογοτεχνικές φωνές της εποχής μας».
Μάργκαρετ Άτγουντ
«Η Άλις Μονρό θέτει σοβαρότατη υποψηφιότητα για τον τίτλο του καλύτερου εν ζωή συγγραφέα της Βόρειας Αμερικής».
Τζόναθαν Φράνζεν
***

Άλις Μονρό
Πάρα πολλή ευτυχία
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μια μητέρα λυτρώνεται με τον πλέον απρόσμενο τρόπο από τον αβάσταχτο πόνο που της προκάλεσε η απώλεια των τριών παιδιών της, μια νέα γυναίκα αντιδρά με έξυπνο, αν και όχι ακριβώς αξιοθαύμαστο τρόπο, στην ασυνήθιστη και ταπεινωτική αποπλάνηση που υπέστη, οι «βαθιές-τρύπες» ενός γάμου. Και στην ιστορία που έδωσε στο βιβλίο τον τίτλο του, συνοδεύουμε τη Σοφία Κοβαλέφσκι —μια ρωσίδα εμιγκρέ και μαθηματικό του τέλους του 19ου αιώνα— σΆ ένα ταξίδι στο καταχείμωνο από τη Ριβιέρα, όπου επισκέπτεται τον εραστή της, στο Παρίσι, τη Γερμανία, τη Δανία, όπου έχει μια μοιραία συνάντηση με έναν ντόπιο γιατρό, και τέλος στη Σουηδία, όπου διδάσκει στο μοναδικό πανεπιστήμιο της Ευρώπης που δέχτηκε να προσλάβει γυναίκα μαθηματικό.
Με σαφήνεια και άνεση, η Άλις Μονρό μετατρέπει σύνθετα γεγονότα και συναισθήματα σε ιστορίες που ρίχνουν φως στους απρόβλεπτους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσαρμόζουν τη ζωή τους και συχνά καταφέρνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τραγικά γεγονότα.
 

Κριτική – Παρουσιάσεις του Τύπου

Αναστάσης Βιστωνίτης –Αναστάσης Βιστωνίτης ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.10.2010

Ladies first
Μια συλλογή ιστοριών της σημαντικότερης σύγχρονης διηγηματογράφου, της Καναδής Αλις Μονρό, όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες.

Το διήγημα δεν είναι είδος δημοφιλές, αν κρίνει κανείς από τις πωλήσεις. Γι΄ αυτό, λ.χ., υπάρχουν πλήθος σημαντικά διηγήματα, ακόμη και του του Χεμινγκγουέι, που παραμένουν αμετάφραστα στη γλώσσα μας. Ετσι, ενώ μεταφράζονται και κυκλοφορούν πλήθος δευτέρας διαλογής ρομάντζα, παραμένουν άγνωστοι στη χώρα μας κορυφαίοι διηγηματογράφοι όπως ο Τζον Τσίβερ, η Γιουντόρα Γουέλτι ή ο Βίκτορ Πρίτσετ. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Απόδειξη ότι πρόσφατα εκδόθηκε και δεύτερο βιβλίο της Αλις Μονρό, κορυφαίας πεζογράφου του Καναδά και για πολλούς της υπ΄ αριθμόν ένα σύγχρονης διηγηματογράφου παγκοσμίως. Το γεγονός φυσικά ότι πέρυσι τής απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Μan Βooker έπαιξε τον ρόλο του. Εν τούτοις, η ανάγνωση διηγημάτων ούτως ή άλλως βοηθά στην καλύτερη ανάγνωση μυθιστορημάτων. Με άλλα λόγια, καθιστά τους αναγνώστες πιο απαιτητικούς. Και μας θυμίζει τον κλασικό ορισμό του είδους από τον Εντγκαρ Αλαν Πόου: «Το διήγημα είναι απόσπασμα μυθιστορήματος που μπορεί να διαβαστεί σε δημόσια συγκέντρωση». Περισσότερα >>>

Ελεάννα Βλαστού ATHENS VOICE, 9.12.2010
Εσωτερικά δράματα

Στα δέκα διηγήματα της Μονρό πρωταγωνιστούν γυναίκες. Είναι μάνες, αδερφές, σύζυγοι, ανιψιές, μητριές. Οι γυναίκες βρίσκονται παντού ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να στραπατσάρονται, να μεταλλάσσονται, να ανατρέπουν, να συμπονούν, να προσεγγίζουν καταστάσεις στη ζωή μ’ έναν απρόβλεπτο τρόπο. Με τον ίδιο απρόβλεπτο τρόπο που γράφει και η συγγραφέας. Η Άλις Μονρό γεννήθηκε στον Καναδά το 1931. Έχει βραβευτεί πολλές φορές για τα διηγήματά της και βρίσκεται συστηματικά στη λίστα για την υψηλότερη λογοτεχνική διάκριση, το βραβείο Νόμπελ. Τα διηγήματα συνήθως αφηγούνται μια αυτοτελή ιστορία μέσα σε λίγες σελίδες. Ούτε η δράση, ούτε τα μεγάλα γεγονότα χαρακτηρίζουν τα διηγήματα της Μονρό, που την αποκαλούν Τσέχοφ της Βόρειας Αμερικής. Ο αναγνώστης νιώθει σαν ωτακουστής ή σαν κατά λάθος κοινωνός μιας ιστορίας η αφήγηση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει αλλά το τέλος της ξεπερνάει τις τελευταίες γραμμές. Η Μονρό, όμως, του δίνει απεριόριστες δυνατότητες ερμηνείας κι ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει δίνοντας τη δικιά του εκδοχή. Πρόκειται για μια αντισυμβατική μορφή διαβάσματος – όχι από περιέργεια για το τι θα συμβεί στο τέλος της ιστορίας, αλλά για την εμπειρία του να μπαινοβγαίνεις σε διαφορετικούς κόσμους. Άλλωστε, το δράμα είναι πάντα εσωτερικό.

Εύη Καρκίτη ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, 17.12.2010
Γυμνές ζωές, γυμνές αλήθειες

[…] Το «Παρά πολλή ευτυχία» ξεκινά συγκλονιστικά με την ιστορία της Ντόρι που επισκέπτεται στη φυλακή τον άνδρα της ο οποίος σκότωσε τα τρία τους παιδιά. Στην επιστροφή ένα απρόσμένο γεγονός θα τη λυτρώσει από τον αβάστακτο πόνο της. Στο «Πεζό» η Τζόις θα δει τον σύζυγό της να ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα και θα περάσει έναν οδυνηρό χωρισμό. Το «Γουένλοκ Ετζ» είναι βυθισμένο σε μια ατμόσφαιρα αισθησιασμού και μυστηρίου και ανιχνεύει τη σκοτεινή πλευρά του γυναικείου ερωτισμού. Οι «Βαθιές- Τρύπες», το πληρέστερο ίσως διήγημα της συλλογής, περιγράφει ένα σχεδόν «ήσυχο» οικογενειακό ναυάγιο ενώ στις «Ελεύθερες Ρίζες» μια ηλικιωμένη καρκινοπαθής δέχεται στο σπίτι την εισβολή ενός νεαρού που είναι ο υπεύθυνος ενός τριπλού φόνου. Στο «Πρόσωπο» διηγείται τις χαμένες ευκαιρίες για επικοινωνία ενός σημαδεμένου νέου και στο «Κάποιες Γυναίκες» η σκιά του επικείμενου θανάτου ενός άνδρα φέρνει στην επιφάνεια τις αντιθέσεις στο σπίτι του ασθενούς. Το βιβλίο τελειώνει με το ομώνυμο «Πάρα πολλή ευτυχία», ένα διήγημα τελείως διαφορετικής ατμόσφαιρας το οποίο αφηγείται το τελευταίο χρόνο της ζωής της μαθηματικού Σοφίας Κοβαλέφσκι στο τέλος του 19ου αιώνα. Η Μονρό είτε εστιάζει σ’ ένα μόνο επεισόδιο της ζωής των ηρώων της είτε αφηγείται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους καταφέρνει να στήσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πειστικούς, βγαλμένους από την ίδια την πραγματικότητα. Όλες οι αφηγήσεις παρουσιάζονται από την οπτική των γυναικείων χαρακτήρων οι οποίοι έτσι και αλλιώς δεσπόζουν σε ολόκληρο το έργο της Μονρό. Στο «Παρά πολλή ευτυχία οι γυναίκες αυτές σοβαρές και στοχαστικές, κινούμενες μερικές φορές στο όριο της τραγικότητας, επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη αντοχή που τις επιτρέπει να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες της ζωής. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της σπουδαίας καναδής διηγηματογράφου που μεταφράζεται στη γλώσσα μας και αποτελεί ένα έξοχο δείγμα του ύφους και της αισθητικής της.Περισσότερα >>> 


Ντόρα Μακρή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.2.2011
Δέκα υπέροχες ιστορίες γεμάτες με ανατροπές

Το διήγημα με τίτλο «Πεζό» της συλλογής «Πάρα πολλή ευτυχία», η ηρωίδα της ιστορίας δεν μπορεί να κρύψει τη δυσαρέσκειά της, όταν, παίρνοντας ένα βιβλίο στα χέρια της, ανακαλύπτει πως πρόκειται για συλλογή διηγημάτων. Λέει χαρακτηριστικά: «Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ’ αυτήν». Με αυτά τα σχόλια, η Μονρό συνοψίζει την καθιερωμένη αναγνωστική αντίληψη για το διήγημα, σύμφωνα με την οποία το αφηγηματικό αυτό είδος μειονεκτεί απέναντι στο μυθιστόρημα, θεωρούμενο ως προϊόν ενός κατώτερου δημιουργού.
Και όμως, η Καναδή συγγραφέας παραμένει μια αμετανόητη διηγηματογράφος που όχι μόνο δεν σταματά μπροστά στην πύλη της Λογοτεχνίας, αλλά τολμά να εξερευνήσει εξονυχιστικά κάθε κρυφή γωνιά του Οίκου της. Πράγματι, η παρομοίωση της Λογοτεχνίας με Οίκο που η κατάκτησή του είναι διαδικασία επίπονη αλλά απολαυστική, θα μπορούσε να συγκριθεί με την αναγνωστική εμπειρία των διηγημάτων της Μονρό: ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ έναν οικείο χώρο που σταδιακά μετατρέπεται σε παράξενο και ανοίκειο. Οπως οι πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ, τα διηγήματα της Μονρό υπαινίσσονται περισσότερα απ’ όσα απεικονίζουν. Περισσότερα >>> 
 
***
 

Άλις Μονρό
Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει
μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Εννιά ανθρώπινες ιστορίες ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου Άλις Μονρό. Η μοίρα μιας γεροντοκόρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σΆ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης  ζωής.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο «Σέργιος και Βάκχος» του Μ. Καραγάτση

Κοινή έκδοση Άγρα & Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Το κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου για το μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος βρέθηκε στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου του 1960. Πρόκειται για το μοναδικό γραπτό τεκμήριο τόσο της θερμής φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο, όσο και του θαυμασμού του Εμπειρίκου για το έργο του Καραγάτση και ιδιαίτερα για τον «Σέργιο και Βάκχο», στον οποίο αναφέρεται αποσπασματικά μία ακόμα φορά στο ημερολόγιο του ταξιδιού στη Ρωσία. Ο Εμπειρίκος μιλούσε συχνά για το μυθιστόρημα αυτό και για το έργο του Καραγάτση, τον οποίο θεωρούσε τον πιο σημαντικό Έλληνα μυθιστοριογράφο. […] Το ενθουσιώδες αυτό κείμενο δεν είναι μια κριτική, ο Εμπειρίκος ήταν άλλωστε αντίθετος στην ιδέα της κριτικής, συνδιαλέγεται με το μυθιστόρημα του Καραγάτση, απηχώντας ίσως στοιχεία ζωντανών διαλόγων των δύο φίλων. Μοιάζει να γράφτηκε για να δημοσιευτεί και ίσως ο θάνατος του Καραγάτση ακύρωσε την πρόθεση αυτή. [Λεωνίδας Εμπειρίκος]

*

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην Αθήνα δύο φίλοι: Ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος και ο λογοτέχνης Μ. Καραγάτσης. Ήταν φίλοι μα όχι γκαρδιακοί, γιατί πολλά τους χώριζαν, σε πολλά διαφωνούσαν.

   Υπήρχε όμως και ένα θέμα ιδιαίτερα σημαντικό που τους έβρισκε απόλυτα σύμφωνους: Ο Έρωτας εν γένει, αλλά και η κοινή αρνητική τους στάση όσον αφορά του τρόπο που η Εκκλησία αντιμετωπίζει τις ερωτικές σχέσεις. «Ναι, φίλτατε Δημήτρη», φώναζε έμπλεος ενθουσιασμού ο Εμπειρίκος όταν τύχαινε να συναντηθούν, «ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ» απαντούσε ο Καραγάτσης με τη βαριά και μελαγχολική φωνή του και συμπλήρωνε με τον δικό του πεζογραφικό λόγο: «Δώσε, βρε αδελφέ, ανάσα στον άνθρωπο και μην του λες πως κάθε χαρά της επίγειας ζωής οδηγεί μετά θάνατο στην Κόλαση. Η στέρηση αγριεύει τον άνθρωπο και τον κατευθύνει σε κάθε λογής κακοποιό δραστηριότητα». [Μαρίνα Καραγάτση]

*
Κριτική παρουσίαση της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Ελευθεροτυπία 5.10.13

Τους χώρισε ο υπερρεαλισμός, τους ένωσε ο Ερωτας

Εμπειρίκος: «Ο έρωτας πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του». Καραγάτσης: «Συμφωνώ και επαυξάνω, αγαπητέ!»

Ενας τόμος καρπός συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία» φέρνει στην επιφάνεια ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος»

Τι ακριβώς ένωνε τον Ανδρέα Εμπειρίκο με τον Μ. Καραγάτση; Κάτω από ποιες συνθήκες αναπτύχθηκε η σχέση τους; Πώς γεφυρώθηκε η απόσταση που τους χώριζε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τότε που ο Καραγάτσης ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε περί υπερρεαλισμού; Οι απαντήσεις έρχονται μέσα από έναν μικρό τόμο, καρπό συνεργασίας της «Αγρας» με την «Εστία», που φέρνει στην επιφάνεια ένα ντοκουμέντο «θαμμένο» για καιρό: ένα ενθουσιώδες κείμενο του ποιητή για το αμφιλεγόμενο μυθιστόρημα του Καραγάτση «Σέργιος και Βάκχος», μοναδικό τεκμήριο της φιλίας τους και πολύτιμη ψηφίδα, ταυτόχρονα, της ιστορίας και των δυο.
Πρόκειται για ένα από τα πολλά ανέκδοτα χειρόγραφα που φυλάσσονταν σε βαλίτσα η οποία εντοπίστηκε το φθινόπωρο του 2006 στην υπόγεια αποθήκη του διαμερίσματος των Εμπειρίκων στο Κολωνάκι, αμέσως μετά την καταστροφική πλημμύρα που σάρωσε χιλιάδες γραπτά κειμήλια της οικογένειας. Ηταν καταχωρισμένο στις τελευταίες σελίδες ενός τετραδίου, μαζί με την πρώτη γραφή των ποιημάτων της «Οκτάνας», και είχε γραφτεί λίγες βδομάδες πριν από το θάνατο του Καραγάτση, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Οποια κι αν ήταν η πρόθεση του ποιητή, το κείμενο αυτό δεν δημοσιεύτηκε πουθενά. Να το, όμως, τώρα, στο «Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Σέργιος και ο Βάκχος του Μ. Καραγάτση», συνοδευμένο από χαρακτηριστικά αποσπάσματα και των δύο εκδοχών του ομώνυμου αφηγήματος, μαζί με κατατοπιστικά σημειώματα των παιδιών των δύο συγγραφέων -άριστοι διαχειριστές του έργου τους-, καθώς και μ’ ένα παλαιότερο εξομολογητικό κείμενο της Μαρίνας Καραγάτση για τη σχέση που είχε αναπτύξει με τον Ανδρέα Εμπειρίκο από τη στιγμή που μπήκε «στη χορεία των κοριτσιών» τις οποίες φωτογράφιζε.[…]

 

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας»

Διδάγματα για κακομαθημένους

Από τον ΜΙΧΑΛΗ ΨΑΛΙΔΟΠΟΥΛΟ

Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πόλις, Αθήνα 2013, σελ. 894

Το νέο βιβλίο του Κώστα Κωστή γράφηκε όσο ο συγγραφέας ήταν καθηγητής στην Έδρα Μελετών για τη Νεότερη και Σύγχρονη Ελλάδα στην École des hautes études en sciences sociales στο Παρίσι και διευθυντής σχετικού σεμιναρίου που είχε ως αντικείμενο τη μελέτη της συγκρότησης του κράτους στην Ελλάδα σε σύγκριση με αντίστοιχες διαδικασίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Στηριγμένος σε προγενέστερες μελέτες του στην οικονομική ιστορία της περιοχής και στην ενδελεχή ανάλυση του τραπεζικού συστήματος και της σχέσης κράτους-κοινωνίας στην Ελλάδα, ο Κωστής επιχειρεί να συνθέσει στη μελέτη αυτή τα ως τώρα συμπεράσματά του με ερευνητικά πορίσματα νεότερων Ελλήνων και ξένων ιστορικών σχετικά με τις κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις στα Βαλκάνια κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία της Ελλάδας, πλήρης στοιχείων, που ξεβολεύει κοινούς τόπους και βολικούς μύθους της ελληνικής ιστοριογραφίας οι οποίοι έχουν κληροδοτηθεί στις νεότερες γενιές από προγενέστερους ιστορικούς και ιστοριοδίφες, ειδικά μετά το 1974.
Χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα ονόματα, ο Κωστής απορρίπτει τις «μεγάλες θεωρίες». Η ιστορία του δεν γνωρίζει «εθνικοαπελευθερωτικές» ή «αστικοδημοκρατικές» τομές, «κομπραδόρους» ή «προλετάριους» σε δράση, αλλά εισάγει, κατά την διατύπωση του ίδιου, εργαλεία μελέτης της δυναμικής του κρατικού μετασχηματισμού τους τελευταίους τρεις αιώνες. Γεγονότα όπως π.χ. η ομιλία του Κωλέττη περί Μεγάλης Ιδέας ή η συγγραφή τού «Τις πταίει», παρότι θεωρούνται ωσεί παρόντα στην ανάλυση, δεν αποτελούν αφετηρίες αφήγησης, όπως αυτό συμβαίνει αλλού.
Η μελέτη, συνολικής έκτασης 869 σελίδων, χωρίζεται σε 12 περίπου ισομερή κεφάλαια που καταλαμβάνουν χρονικά την περίοδο από τον 18ο αιώνα ως το 2010. Περιλαμβάνει περί τους 30 πίνακες και 12 διαγράμματα, καθώς και σύντομο βιβλιογραφικό οδηγό.
Η γένεση, συγκρότηση και τελική διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους ξεκινά από τους μετασχηματισμούς που συντελούνται στην υπό σταδιακή παρακμή περιελθούσα μετά το 1683 Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε αδρές γραμμές διαμορφώνεται το πλέγμα των «παικτών», Φαναριωτών, εμπόρων, εκκλησιαστικών παραγόντων και τοπικών αρχόντων οι οποίοι συγκλίνουν σταδιακά προς την μεταρρυθμιστική κίνηση που οδήγησε στην επανάσταση του 1821. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το διεθνές πλαίσιο και την σωτήρια παρέμβαση της Δύσης στo Ναυαρίνο, ο Κωστής περνάει στην εποχή του Καποδίστρια και αργότερα των Βαυαρών και τις προσπάθειες εμπέδωσης νόμου και τάξης σε οικονομία και κοινωνία. Οι προύχοντες εξέρχονται κυρίαρχοι του πολιτικού αγώνα μετά το 1863, όχι όμως χωρίς πισωγυρίσματα, παραμορφώσεις και αναδιατάξεις στην πολιτική σκακιέρα και τον έλεγχο των μηχανισμών του κράτους. Ο διακανονισμός του δημόσιου χρέους το 1878 ξαναβάζει την Ελλάδα στο κυνήγι των εθνικών της διεκδικήσεων, για να οδηγηθεί η χώρα σε νέες αναδιπλώσεις μετά την πτώχευση του 1893 και την ήττα του 1897. Και πάλι όμως «ξανά προς τη δόξα τραβά» με την ανορθωτική προσπάθεια του 1910, τους μετασχηματισμούς, τις μεταρρυθμίσεις και τις συγκρούσεις που σε συνδυασμό με διχαστικές πρακτικές οδηγούν στο 1922. Ακολουθεί η προσπάθεια αφομοίωσης των προσφύγων εν μέσω νέων μεταρρυθμίσεων και δημιουργίας βιομηχανίας, η κρίση του 1929 και η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αποφύγει τις αυταρχικές λύσεις οι οποίες σημαδεύουν την εξέλιξη του κράτους και την παγίωση δομών που καταρρέουν για άλλη μια φορά στη δεκαετία του 1940. Για 25 χρόνια μετά το 1950 το πολιτικό σύστημα παλινδρομεί μεταξύ ατλαντικών δεσμεύσεων και ευρωπαϊκής προοπτικής, με τη δεύτερη να κερδίζει σε έδαφος μετά το 1974. Η Ελλάδα εντάσσεται στην ΕΟΚ/ΕΕ και δεσμεύεται εκ νέου να μετασχηματίσει κράτος, θεσμούς και διαδικασίες σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. «Ασθένειες», ωστόσο, εγγενείς στο πολιτικό σύστημα οδηγούν σε υπερδανεισμό, φούσκα και στην τρέχουσα, μετά το 2010, κατάρρευση του πολιτικού σκηνικού, που δεν είναι βέβαια κάτι πρωτόγνωρο για τη χώρα όπως έδειξαν και οι παραπάνω αναφορές.
Όπως προαναφέρθηκε, η «Ιστορία» του Κώστα Κωστή είναι μια σημαντική συμβολή στην κατανόηση της συγκρότησης και εξέλιξης του ελληνικού κράτους, έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και αναθεωρήσεων από όσους μελετούν την νεοελληνική ιστορία χωρίς παρωπίδες. Ο συγγραφέας παρακολουθεί βήμα προς βήμα τις προσπάθειες του ελληνικού κράτους να αποκτήσει πόρους και να αναλάβει πρωτοβουλίες οργάνωσης στρατού και δικαιοσύνης, παιδείας και υγειονομικής περίθαλψης, προώθησης δημοσίων πολιτικών εν γένει. Στην πορεία διαφαίνεται η προτίμηση των ελληνικών κυβερνήσεων προς τον δανεισμό, αντί άντλησης φορολογικών εσόδων μονιμότερου χαρακτήρα από όλες τις κοινωνικές τάξεις και μάλιστα σε εποχές διεθνών και περιφερειακών ανακατατάξεων. Η «Ιστορία» αποτελεί ένα καλογραμμένο βιβλίο που καθοδηγεί τον αναγνώστη, ανοίγοντάς του δρόμους. Όπως συμβαίνει σε συγγράμματα τέτοιου τύπου, κάθε αναγνώστης ίσως βρει ορισμένα κεφάλαια πιο καλά δουλεμένα από άλλα. Η σύγχρονη εποχή, όπως ίσως είναι φυσικό, είναι κατά την κρίση του υπογράφοντος πιο ελλειπτική και πιο αδύναμη βιβλιογραφικά από τα αρχικά κεφάλαια. Επιπρόσθετα, ενώ στην εισαγωγή απορρίπτεται η πατρωνία ως το ισχυρό ερμηνευτικό αντικλείδι πολιτικών ιστοριών της Ελλάδας κατά το παρελθόν (σ. 21), στον επίλογο γίνεται λόγος για την «δημοκρατία των φίλων» (σ. 869) που έχει εδραιωθεί στον τόπο, οδηγώντας τον στην παρούσα κρίση. Παρατηρήσεις τέτοιου τύπου ωστόσο δεν μπορούν να αναιρέσουν την ευπρόσδεκτη προσθήκη στην ελληνική βιβλιογραφία που συνιστά η μελέτη του Κώστα Κωστή. Μία πιθανή μετάφραση του βιβλίου του στα αγγλικά θα αποτελούσε ένα μείζον βήμα επανένταξης της Ελλάδας ως περίπτωσης στη σύγχρονη διεθνή συζήτηση, όχι μόνο για την ιστορία της χώρας μας, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ειδικότερα. Θα επιβεβαίωνε το ότι κάποια «κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» πλήρωσαν κατά καιρούς πολύ ακριβά τις κακές τους συνήθειες και θα ξεκινούσε η συζήτηση σχετικά με το αν και τι διδάχθηκαν από τη μακρόχρονη ιστορική πορεία τους οι «κακομαθημένοι».
©Athens Review of Books τεύχος 43, Σεπτέμβριος 2013 -Ευχαριστούμε για την ευγενή παραχώρηση.