Ωρες ώρες αγωνιώ. Αγωνιώ για το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσω. ΄Όλοι έχουν ένα μέτρο. Η ζωή το παρέχει σε όσους το έχουν ανάγκη. Καμιά φορά ανησυχώ αν είμαι καλή. Εμπιστεύομαι όμως το καθρέφτισμά μου στα μάτια των γέρων και των παιδιών. Όταν τα βλέμματα συνωμοτούν με την αλήθεια. Περιπλανιέμαι σε δρόμους και κρεβάτια. Αφήνω τους ανθρώπους να με γεύονται. Δίνομαι στον καθένα. Σαν να είναι μοναδικός. Όταν είναι άσχημα είναι σαν να κυλιέμαι με τα τέσσερα στη λάσπη. Όταν είναι ωραία είναι σα να κάνω έρωτα με όλο το σύμπαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Βακάλη, “Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας” (απόσπασμα)»
Ο Γραφιάς ή homo scriptor του Πάνου Σταθόγιαννη, αρχής γενομένης από τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου, μας γνωστοποιεί άμεσα, ήδη από το εξώφυλλο, τον ορισμό του γράφοντος υποκειμένου, που θα εναγκαλιστεί συνειδητά και με συνέπεια εν συνεχεία (και στα 22 κείμενα που θα ακολουθήσουν) τόσο με τις συγγραφικές προθέσεις όσο και με τους δρόμους που αυτές θα επιλέξουν για να πραγματωθούν, έχοντας αφενός ως αποκλειστικό άξονα το ομιλούν υποκείμενο —ένα υποκείμενο που ορίζει αλλά και αυτοορίζεται ευνουχισμένο διά μέσου της γραφής (η μάνα μου φοβότανε που άσπρισε η γαστέρα της σαν λερωμένο γένι. Μ’ έστειλε πάλι πίσω. Ν’ αναδυθώ ως νήπιο, με νόμισμα στο στόμα. Να μη χρωστάω στο θάνατο – της Μιχαλούς μονάχα) — και αφετέρου ως αποκλειστικό εργαλείο τον μοναδικό ενδιάμεσο όσον αφορά στην απώλεια και στην περι/γραφή της: τη γλώσσα της Τέχνης του, της λογοτεχνίας δηλαδή (Ιδού, λοιπόν, που ενσαρκώθηκα στο άνθος. Την κόψη ωραίας κόσας θα γλυκάνει ο οπός μου. Διάγω βίο ανερμήνευτο. Στο στήθος μου εγκαθίσταται σαν νοικοκύρης ένας ξένος. Τρατάρει δικούς του γνωστούς, αλλάζει τα σιντί, κάνει προπόσεις. Κι ως έρχεται ένας άνεμος να πυρπολήσει τις χειρονομίες μου, μία πρόθεσή μου, ευτυχώς, διαιωνίζεται. Εξέρχεται της Ιστορίας. Θωπεύει το Αμείλικτο Ζώο).
Ο τίτλος του βιβλίου «λαϊκός», σύντομος, κοφτός και τραχύς στον ήχο του, μας προϊδεάζει για την ανθρώπινη ρίζα του Γραφιά και για τις περιπέτειές του στο συγχρονικό άξονα του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ο Γραφιάς, από τη μια, ζει στο εδώ και τώρα, προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητά του, συνάπτει κοινωνικές σχέσεις, αναδύεται μέσα από τους οικογενειακούς του μύθους, ανήκει στον κύκλο των ομοτέχνων του, καυτηριάζει τις πολιτικές επιλογές, ερωτεύεται, κρίνει και κρίνεται, φοβάται, συνειδητοποιεί.
Από την άλλη, ο υπότιτλος homo scriptor, πιο εκτενής «λόγιος», λατινικός, εισάγει, αρχής γενομένης από τον homo habilis της εποχής του λίθου, μία νέα κατηγορία στην «ανθρώπινη εξέλιξη» (Εμένα που με βλέπετε είμαι αυταπόδεικτος, γι’ αυτό και θα επιστρέφω πάντα. Ακόμα και τις μέρες που οι αλιφασκιές θα χαχανίζουν στον ερειπιώνα του κόσμου σας, καθάρματα. Στα βραχάκια απέναντι, θα κόβουν οι θεοί τις ανηφόρες. Με σπαθιές κατακόρυφες. Πιο ψηλά – απαρέμφατα. Κατσικοπόδαρα όλα τους. Θα τους δίνω αλάτι, θα μου γλείφουν τα δάχτυλα. Θα τα αρμέγω. Τότε το φως, α, το φως, θα μπεκρουλιάζει μονάχο του. Και στ’ αρχίδια του, ναι, στ’ αρχίδια του, που από σας – ούτε τέφρα) και υπονοεί πως τούτος ο «αυταπόδεικτος απόγονος της ράτσας» θα διατρέξει διά της γραφής το χρόνο, για να συναντήσει και να συνομιλήσει με το «αρχέγονο» και τις συμβολικές του απεικονίσεις (Πόσους αιώνες πια εξόριστος από τις πτήσεις; Να με τεμαχίζουν μαινάδες και κατόπιν να σμίγουν το αίμα τους με τα γαλάζια υγρά μου. Μέσα σε σπήλαια πλατωνικά να συναρμολογώ το σώμα μου απ’ την αρχή. Μόνο στις τέφρες να προσεύχομαι, μόνο σ’ αυτές το πουθενά μου να αποθέτω. Να παραμένει αίνιγμα το πώς επέζησα – θέλημα μάλλον των θεών κι ανάγκη τους, όχι δική μου).
Ήδη στις πρώτες σειρές (Η μάνα μου φοβότανε μην απολέσει διά παντός της παρθενιάς της τα λειριά. Νοίκιασε ξένη μήτρα κι εδέησα να γεννηθώ πάνω σε κάτι βράχια. Γύρω, τριγύρω —‘‘φου’’ πολλά σαν χλοερά καυσαέρια. Όπου τσαλακωνόταν ο θεός, κατέρχονταν μηδίζουσες πολίχνες. Στο παρακάτω το σκαλί— να σου κι ο Πολυδεύκης. «Πού σε πετάξαν, άμοιρε;» γυρνάει και μου λέει) συνειρμικά οδηγούμαστε στη Γένεσιν: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος. καὶ ἐγένετο οὕτως»… και «ξεπετάγιεται» Ο Γραφιάς στα βράχια από παρθένα μάνα και ανύπαρκτο πατέρα, για να συνομιλήσει με τον Πολυδεύκη, το γιο της Λήδας και του κύκνου-Δία, του Διόσκουρου, ο οποίος λατρεύτηκε και αγαπήθηκε ως δεύτερος Απόλλων. Κι αργότερα, πάλι, μιλώντας για τους ποιητές: Λένε ότι τους αγαπούν, αλλά δεν λένε αλήθεια. Πώς ν’ αγαπήσεις κάποιον που φοβάται τις σπηλιές, μα όλο σε σπηλιές πηγαίνει; Και επιστρέφει τρέμοντας. Και το σπαθί του στάζει αίμα. Πετάει τον μίτο σε μιαν άκρη και πάει υπνωτισμένος κατά τη θάλασσα. Συχνά παραμερίζοντάς σε, Αριάδνη. Αφήνοντας σε μόνη σου. Με τον ρόγχο του μισοσφαγμένου Μινώταυρου.
Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη παραδείγματα, που δίνουν το στίγμα της διπλής κατεύθυνσης και των περασμάτων από τη μια στην άλλη, με κύριο πάντα πρωταγωνιστή την ελληνική του γλώσσα: μια γλώσσα με νεύρο, τολμηρή, ανατρεπτική, ευαίσθητη, σκληρή, σαρκαστική και συνάμα αιμορροούσα, που δεν ερωτοτροπεί με τις γνωστές εμπορευματοποιημένες συμβάσεις και με κανένα από τα φορεμένα κοκτέιλ της αφασικής και αφελούς αφήγησης, που παρακάμπτουν βίαια τη λαϊκή και ανθρώπινη λαλιά, για να αναδείξουν απρόσκοπτα, χωρίς φραγμό και αιδώ, τη λαϊκίστικη και αλλοτριωμένη της πλευρά. (Έχει και πράματα που σφράγισε απάνω της η μοίρα – δεν φταις εσύ γι’ αυτά, δεν σε κακίζω. Δεν δικαιούσαι όμως, διάολε, δεν δικαιούσαι να τα βγάζεις στο παζάρι. Σε ξένα χέρια θα βρωμίσουνε, θα βγάλουν πράμα. Έχουνε ήδη μυρωδιές ευάλωτες. Από σπηλιές, πουλιά αιχμάλωτα κι ετοιμοθάνατα, καμένα σπίτια. Και παρακεί, να, γι’ αυτήν εδώ την τρύπα λέω, κοίτα μέσα της. Τον βλέπεις τούτονε τον μόνο του, τούτονε με την πέτρα; Αυτός θα μαραγκιάσει πρώτος στο ανίερο. Είτε μες στις σημαίες του είτε μες στις κιλότες. Θα γίνει μπόχα). Η γλώσσα του Γραφιά είναι η γλώσσα για την οποία ο Βιτγκενστάιν μιλάει καθορίζοντας τα όρια του κόσμου του ομιλούντος υποκειμένου, μια γλώσσα που πλαταίνει και βαθαίνει αγγίζοντας με την υπερρεαλιστική διάστασή της το Πραγματικό της ανθρώπινης επιθυμίας και αναδεικνύοντας τις άγνωστες αλλά αληθείς πλευρές της.
Ως εκ τούτου, Ο Γραφιάς είναι μία συλλογή κειμένων που δεν απευθύνονται στο μαθημένο και επιπόλαιο αναγνώστη να «καταβροχθίζει» τυπωμένες σκέψεις, για να τις τοποθετήσει αδιάφορα και ανεπιστρεπτί στο ράφι της βιβλιοθήκης του και, υπό την έννοια αυτή, ο οβολός του αναγνώστη συνιστά πνευματική επένδυση στο χρηματιστήριο των ιδεών και των συναισθημάτων, που κάθε δεύτερη, τρίτη ανάγνωση… του επιφυλάσσει για να τον αποζημιώσει. Στον Γραφιά «δεν εξιστορούνται» ανθρώπινα συμβάντα, αλλά «αποκαλύπτονται» και σχολιάζονται ανθρώπινες πραγματικότητες, πολύ πιο πραγματικές απ’ τις «φαινομενικά πραγματικές». (Στην πραγματικότητα όμως είμαι βελούδινη. Θυμίζω κάπως την Τέχνη της Αστρολογίας, αλλά απ’ την πίσω πόρτα. Από εκεί που κάποτε θα μας εγκαταλείψει ο θεός. Γιατί υπάρχει, σου λέω. Είναι βέβαιο. Κοίτα τη στάχτη όταν υγραίνεται και θα πειστείς). Ποιος τις γνωρίζει άραγε αυτές, όταν δεν είναι αυτονόητες; (Α, εμείς, από τη Συντεχνία της Άγνοιας, συμπεριφερόμεθα ωσάν η Αλήθεια να είναι μια αίρεση της λογικής, που έτυχε να επικρατήσει. Κάτι σαν τον άνεμο έξω, που τρελαίνει τις αντένες. Τον ηλεκτρισμό, ακριβέστερα, που και όμως κινείται. Είναι, δηλαδή, μια θεότητα αυθύπαρκτη και, ως εκ τούτου, απροσπέλαστη. Έχει τη ραστώνη της στιγμής, με ένα “πάντα” καρφιτσωμένο στις επωμίδες. Πού να κάθεται τώρα να ασχολείται με τα δικά μας τα γήινα). Ο Γραφιάς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατεβάζει την αυλαία του δεδομένου και μας καλεί να τον παρακολουθήσουμε στα παρασκήνια, όπου καταρρίπτονται οι νόρμες (Κάκιστος χορευτής εκείνος, όμως θα το χαιρόταν να κυματίζεις μπροστά του με κινήσεις γυναίκας βαθύτατης, να του χαμογελάς κάθε τόσο, έτσι αστραφτερά που το κάνεις. Ξέρεις, του έχουμε πει ψέματα ότι είναι πεθαμένος, και οι πεθαμένοι από τον Απάνω Κόσμο μονάχα τα χαμόγελα έχουνε νοσταλγήσει).
Με τα 22 κείμενα του Γραφιά ο αναγνώστης ξαφνιάζεται και πλουτίζει κάθε φορά που επανέρχεται, όχι μόνον για να απολαύσει τη ελληνική γλώσσα αλλά και, εάν είναι υποψιασμένος, να του επιτρέψει να του αποκαλυφθεί η τεχνική τού δια/γράφειν και μετα/γράφειν το ομιλούν υποκείμενο εν τη απώλειά του, δημιουργώντας Τέχνη. (Η πέτρα μόνο σε πέτρα μπορεί να μεταμορφωθεί. Βέβαια, το κάνει ανορθόγραφα, με σύμφωνα συριστικά και παροξύτονους τριγμούς, αλλά στη γλώσσα τη δική της τα πάντα επιτρέπονται. Κρατάει, πάντως, ένα βυζί μητρικότατο, για όποιον θέλει να θηλάσει παρελθόν που φτάνει ως τη λάβα).
Η γλώσσα του Γραφιά πενθεί βουβά, για να διατρέξει και να ενσαρκώσει το ανθρώπινο σε όλες τις εκφάνσεις του. (Γιατί εκείνοι διέκριναν εγκαίρως κάτι άχρηστο – ότι η μάσκα, άμα δεν κρύβει πίσω της ψυχή, δεν κάνει ούτε για μάσκα. Τώρα ο μπακάλης δεν τους δίνει βερεσέ. Ο κόνδωρ ο καλός δεν τους ταΐζει. Τους βρίσκουν ύστερα από δέκα μέρες οι γειτόνοι. Απ’ τη βρώμα. «Εκείνος ο κωλόγερος τα τίναξε», λένε τα λόγια τα δικά σας. Με το στόμα σας. Ύστερα σπεύδετε μαζί να απολυμάνετε τους διαδρόμους. Γι’ αυτό, λοιπόν, ουαί υμίν, παλιάνθρωποι, ουαί υμίν, κωθώνια). Αυτός όμως ο τόπος του βουβού πένθους, αν και υπαρκτός, είναι, από την άλλη, σχεδόν αδύνατον να προσεγγισθεί διά μέσου της γλώσσας (Τότε ακριβώς είναι η στιγμή που εγκαθιδρύεται στο στέρνο μου η πιο βαθιά μου φύση – πεινώ και τρώγω αίματα, διψώ και πίνω δάκρυα. «Βάκχε», ολολύζω και σαλτάρω στη σκηνή, κρατώντας θύρσο. Άλλο δεν θα σου πω – θα δεις μονάχη σου το επέκεινα, θα με διαβάσεις, θα με λυπηθείς κι εσύ…). Και η γλώσσα, όσο κι αν την κανακεύει Ο Γραφιάς, εκείνη τον εξαπατά, για να της παίξει ένα παιχνίδι και να παραδοθεί τάχα αιχμάλωτος στην «αλαλία» των χρωμάτων — θα σε τιμωρήσω αλλιώς, της λέει, να τι θα πάθεις τώρα στραγγαλίστρια του θανάτου μου!— με Κείμενα σε πορφυρό ιλίγγου (1), σε ασημοπράσινο νεαρής, ακλάδευτης ακόμη, ελαίας (2), σε λευκό χιονιού, έτσι όπως γκριζωπά αποτυπώνεται στις παλαιές φωτογραφίες (3), σε μπλε ωραίου μαύρου κύκνου (4), σε κόκκινο και μαύρο αποσάρκωσης (5) σε γιασεμένιο χαμόγελου (8), σε οσμηρό σάπιου καρπού (11), σε ρόδινο ψυχρού νερού που έπλυνε αίμα από λευκό πουκάμισο (15)…
Τα 22 διηγήματα της συλλογής αφηγούνται με τον τρόπο τους «μικρές ιστορίες», οι οποίες επιχειρούν να αποδώσουν ελλειπτικά, χωρίς άσκοπες περιγραφικότητες, περίπου «μετέωρες» καταστάσεις. Το ποιητικό ζητούμενο κυριαρχεί μέσα σε τόνους μινιμαλιστικούς και σκηνικά όπου η λεπτομέρεια μεγεθύνεται ανησυχητικά ή ειρωνικά.
Πρόσωπα (συνήθως το υποκειμενικό βλέμμα) και καταστάσεις δεν υπακούουν αυστηρά στις επιταγές της κλασικής δραματουργίας, ενώ το σύνολο συντίθεται από ποικιλία θεματικών μοτίβων, τα οποία επιχειρούν να συλλάβουν τα φευγαλέα παράδοξα μικρών και μεγάλων «αντινομιών» της πραγματικότητας.
Τι είναι αυτό που ενοχλεί τον Γουδέλη στην καθιερωμένη εκφραστική – κλασική ή μοντέρνα; Προφανώς τίποτε άλλο από τη σύμβαση της κυριολεξίας όπου η οιαδήποτε φράση υπογράφει προκλητικά συμβόλαια πιστότητας με το πραγματικό! Έχουμε, δηλαδή, μια γενναία πνευματική άρνηση που απωθεί τα δεδομένα για να ελευθερώσει μια διαφορετική (και – γιατί όχι; – την αληθινή) αίσθηση ζωής. Ωστόσο ο Γουδέλης δεν καταφεύγει, όπως θα περίμενε κάποιος, σε αφηρημένες πρόζες στις οποίες δεν υπάρχουν: υπόθεση, δραματικότητα και αφήγηση. Απεναντίας, προτιμά τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ παραστάσεως και εσωτερίκευσης, όπου κατά κάποιον τρόπο μεσολαβεί ένας μετεωρισμός που παρευθύς βρίσκει καταφύγιο στη γνωστή μας αφηγηματική ροή. Με άλλα λόγια, είμαστε πολύ κοντά και συνάμα πολύ μακριά από το νόημα…
Κωστής Παπαγιώργης
*
ΚΡΙΤΙΚΕΣ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Πρόκειται για μία γλώσσα πρόσφορη για τη συστηματικά -και με την επιστράτευση μεθόδων του μαγικού ρεαλισμού- επιδιωκόμενη από τον αφηγητή απόδοση μετέωρων καταστάσεων, καθώς και για τη σύλληψη και ακινητοποίηση παράδοξων και φευγαλέων, στην πλειονότητά τους, εκδοχών της πραγματικότητας. Πρόσφορη, ακόμα, για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, στα στρώματα της οποίας μεγιστοποιείται το ενδεχόμενο της υποβολής, το παράδοξο γίνεται οικείο και, κυρίως, λύνονται ή εξευμενίζονται οι «κόμποι» της τρέχουσας –παλιάς ή νεωτερικής- αφηγηματικής λογικής, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για προφανείς αλλά και για αδιόρατους συνειρμούς• για συνειρμούς που είναι απόρροια μιας αδιατάρακτης σύζευξης -συνειδητής ή ασυνειδητοποίητης αδιάφορο- πραγματικών και αναγνωστικών βιωμάτων που, σε τελευταία ανάλυση, δεν διαφέρουν, αφού τα πρώτα μοιάζει να είναι διαπερασμένα από μνήμες αναγνωστικές και τα δεύτερα δρουν εμπλουτισμένα από ατομικές και συλλογικές μνήμες του αφηγητή.
Οι 22 «ιστορίες» του βιβλίου συντίθενται και οργανώνονται λεκτικά κατά τη διάρκεια της γραφής τους και καθ’ υπαγόρευσιν της γλώσσας, η οποία αφηγείται και, συγχρόνως, καταθέτει την αγωνία της να ανταποκριθεί στις αφηγηματικές προθέσεις του αφηγητή• πράγμα ιδιαιτέρως περίπλοκο -παρά την επικρατούσα επιφανειακή αταραξία-, αν σκεφτεί κανείς ότι, συχνά, τα κεντρικά πρόσωπα των ιστοριών του Γουδέλη είναι ο «άλλος» που γίνεται αφηγούμενος ο ίδιος ο αφηγητής. Πρόσωπα, σε τελευταία ανάλυση, πλασμένα από υλικά παλιών και νέων «παλίμψηστων» αφηγήσεων. Προσεγγισμένα έτσι, που να δημιουργείται στον αναγνώστη η ψευδαίσθηση ενός ακένωτου βάθους, ενώ στην πραγματικότητα δεν φωτίζονται παρά μόνο κάτι φευγαλέες και, με την επισφάλεια του ονείρου, επιφανειακές εκφάνσεις σκέψεων και αισθημάτων τους.
Όπως έχει αποδείξει στην εικοσιπεντάχρονη συγγραφική του παρουσία, ο Τάσος Γουδέλης είναι λάτρης της σκιάς και του φευγαλέου• σχεδόν απεχθάνεται τη συγκεκριμενοποίηση του όποιου υλικού τον κινητοποιεί αφηγηματικά. […] προτιμά να κινηθεί και να δράσει αφηγηματικά «μέσα στο αδιάσειστο της φαντασίας». Εκεί που τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονται από την αχλή απροσδιόριστων ψιθύρων ή μιας ομιλούσας σιωπής, απροσπέλαστης και ακατανόητης από τους ανυποψίαστους, τους συνηθισμένους στην ευθεία αναγνωστική πορεία, από αυτούς που προτάσσουν την κατανόηση της αναγνωστικής ηδονής. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα συγγραφέα μονίμως -αλλά με σύνεση τηρώντας τους κανόνες του λογοτεχνικού παιχνιδιού- πειραματιζόμενο –με έναν συγγραφέα που ακόμη και γράφοντας αναζητεί ερείσματα γραφής.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η Αυγή, 06/07/13
Συχνά έχουμε την εντύπωση ότι οι συλλογές διηγημάτων είναι ένα πάρεργο – πριν από το μείζον «τούβλο» κάποιου συγγραφέα. Δυστυχώς πολλοί γράφοντες τα αντιμετωπίζουν έτσι ακριβώς, ως διάλειμμα. Ο Τάσος Γουδέλης, σε συνέντευξή του, έχει δηλώσει -προς τιμήν του για την ειλικρίνειά του- πως δεν πιστεύει στα πολυσέλιδα βιβλία.
Και αυτό ακριβώς κάνει. Σμιλεύει εδώ και χρόνια ένα έργο από αλλεπάλληλες συλλογές σύντομων διηγημάτων. Με έναν λόγο εσωτερικό χωρίς να γίνεται χαώδης. Στην πρόσφατη συλλογή του συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε. Κείμενα που χρησιμοποιούν τη λεπτομέρεια μεγεθύνοντας τη – χωρίς να απουσιάζει η πλοκή ή η παράδοση της αφήγησης, απλώς ενίοτε παρακάμπτεται.
Γιώργος Ρομπόλας, METROPOLIS, 19/06/13
Από τη στιγμή –μεγάλη και κρίσιμη στιγμή– που τα μέσα της λογοτεχνίας αυτολογοκρίθηκαν και αποφάσισαν να πατάξουν τη φυσική παραστατικότητα, οι οιμωγές των λογοτεχνών συγκρότησαν ένα μέγα δράμα που συχνά είχε τα γνωρίσματα της κωμωδίας. Η μεγάλη απώλεια (όπως στη ζωγραφική, όπου το φυσικό σχήμα του ανθρώπου διαστρεβλώθηκε για να αποδώσει όσα δεν επέτρεπε η προτέρα τεχνοτροπία) αφορούσε, βέβαια, το φυσικό πρότυπο των πραγμάτων που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπρεπε να αναβαπτιστούν στην ατμόσφαιρα της νέας εποχής. Η μεταφορά, η μετωνυμία, η προσωποποίηση, ό,τι τέλος πάντων έριχνε γέφυρες ανάμεσα στο γραφτό και στο είδωλο του λογοτέχνη, λάου λάου απομυθεύτηκε για να επιτρέψει στη νέα τεχνοτροπία μια ελευθερία που (τρόπος του λέγειν) παρέμενε φυλακισμένη και άπραγη. Με άλλα λόγια, η νέα γραφή ήταν μια άδεια (=αφοβία σημαίνει η λέξη) που έχτιζε την κατοικία της στο μέλλον, έστω κι αν έδειχνε να είναι εκτός σχεδίου, με παράξενες εισόδους, όπου ο αναγνώστης άφηνε στην είσοδο ό,τι ήξερε για να μυηθεί στη νέα πραγματικότητα που ήταν η ίδια η ζωή του, αλλά με νέα κοπή. Θα μπορούσαμε να μιλάμε σε δεκάδες σελίδες γι’ αυτή την επανάσταση που ουσιαστικά διέλυσε και διαλύει τον ψυχισμό του ήρωα εις τα εξ ων συνετέθη και επιβάλλει εκφράσεις που είναι σύνθετες εκ συναρπαγής.
Ο Τάσος Γουδέλης, μετά από-έξι επτά βιβλία διηγημάτων και, πιο σωστά, μετά από επώδυνο φροντιστήριο πάνω στην καταστροφή της φράσης που εμπνέεται από τον ρεαλισμό και τη δεδομένη παρατήρηση, κερδίζει το «λίαν καλώς» και πιάνει πια την άκρη του αφηγηματικού νήματος, όπως κι αν εμπνευστεί τη συνέχεια.
Κωστής Παπαγιώργης, LIFO, 05/06/13
Τα διηγήµατα του Γουδέλη δεν είναι στεγνές επιδείξεις τεχνικής παγιδευµένες στην εσωστρέφειά τους αλλά ζωηρά στιγµιότυπα µιας εσωτερικής ζωής µε αληθινή δραµατική ένταση και πηγαίο ψυχικό ρίγος: χαρακτηριστικά που αποµακρύνουν αυτοµάτως την οποιαδήποτε υποψία εγκεφαλικότητας και µεταµορφώνουν το συγγραφικό υποκείµενο σε γνησίως πάσχουσα οντότητα. Και εδώ ο µοντερνισµός (στον οποίον ανήκει χωρίς την παραµικρή αµφιβολία ο Γουδέλης) κάνει µε τα πιο πειστικά αποτελέσµατα τη δουλειά του.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Το Βήμα, 23/06/13
Με αρωγό τα εξαίρετα ελληνικά του, ο Γουδέλης παρατηρεί την παρενδυσία της αλήθειας. Ανασύρει από τα σκεπασμένα κιτάπια της πραγματικότητας μια ζοφερή μέθεξη. Υλικά άυλα που παντρεύονται με ένα χιούμορ γεμάτο αυτοσαρκασμό, πλάθοντας το ανυπόφορο, σε ελεγειακά υποφερτό.
Το γεγονός ότι η ποίηση της Αλεξάνδας Μπακονίκα έχει επιτύχει να είναι αναγνωρίσιμη, διά μέσου ενός προσωπικού στυλ γραφής, δεν οφείλεται αποκλειστικά ούτε στην πεζολογική/ ρεαλιστική φόρμα, που η ποιήτρια υιοθετεί, ούτε στη θεματική (έρωτας, κοινωνικός προβληματισμός) που επιλέγει. Όσον αφορά στη μορφή, αυτή κινείται στο πλαίσιο μίας ήδη γνωστής ποιητικής παράδοσης· όσον αφορά, από την άλλη, στο περιεχόμενο, η θεματική είναι κοινός τόπος τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Προσπερνώντας «τον σκόπελο» της αγωνίας της επίδρασης, ο οποίος αφενός δεν συνεισφέρει ιδιαίτερα σε μία κριτική παρουσίαση, με την απαρίθμηση ομοτέχνων που κινήθηκαν ή κινούνται στους ίδιους δρόμους (άλλωστε οι βασικές οδοί κάποτε εξαντλούνται), και ο οποίος είναι και άκρως επικίνδυνος, διότι, κάποτε, δίνει την εντύπωση ότι υποτιμά ως «αντιγραφέα» τον δημιουργό, έχει κανείς να εστιάσει στον ιδιαίτερο τρόπο (όταν, βεβαίως, διακρίνεται) με τον οποίοεισέρχεται ο ίδιος για να υποστηρίξει τις προθέσεις και τις επιλογές του. Ως εκ τούτου, οι βασικές αρετές, στις οποίες οφείλεται και το ιδιαίτερο ύφος στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα —τις οποίες θα προσπαθήσω να επισημάνω, δίνοντας παραδείγματα—, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
(«Οι παρεκβάσεις είναι, χωρίς αμφιβολία, η λιακάδα»)
Λώρενς Στερν: Τρίστραμ Σάντι
Είναι σχεδόν αδύνατο να συνοψίσω σε λίγες γραμμές αυτά που διαδραματίζονται στη «Γνώση του πόνου». Πώς θα μπορούσα άλλωστε να καταφέρω κάτι τέτοιο όταν οι συνεχείς παρεκβάσεις του συγγραφέα είναι ουσιαστικά ο κορμός της αφήγησης; Μιας αφήγησης που δεν έχει ούτε καν τέλος (αν και ο Γκάντα γράφει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο τέλος ζητώντας μας συγγνώμη για το «μη τέλος»)! Ωστόσο θα μπορούσα να υποστηρίξω, χωρίς ελπίζω να προσβάλω τον Γκάντα (ό,τι χειρότερο καθώς μια προσβολή για τον Gatto -Gadda ήθελα να πω- ισοδυναμεί με θάνατο), ότι στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος (είναι άραγε μυθιστόρημα;) πρωταγωνιστεί ο Γκοντζάλο. Βρισκόμαστε κάπου στη Νότια Αμερική, στο Μαραγκαντάλ (όχι πολύ μακριά από το Μιλάνο) και ο Γκάντα (ο Γκοντζάλο ήθελα να πω) ζει με τη μητέρα του σε μια έπαυλη. Αφού θα παρακολουθήσουμε επί πενήντα σελίδες (εβδομήντα με την εισαγωγή) να διαδραματίζονται διακωμωδούμενα ένα σωρό γεγονότα, ειδικά αυτά που αφορούν κάποιον Πέδρο Μαχαγκόνες (ίσως να τον λένε και Γκαετάνο Παλούμπο αν και τον φωνάζανε Μανγκανόνες) θα φτάσουμε και στον… Άμλετ Εμίλιο Πιρομπουτίρρο Ντ’ Ελτίνο (Γκοντζάλο ήθελα να πω), που βρίσκεται σε κρίση και καλεί τον γιατρό να τον εξετάσει. Οι έμμονες ιδέες και η απροσδιόριστη ενοχή που τον τυραννούν θα ξεφύγουν από τις σελίδες (που από το πολύ ξεφύλλισμα τις τσάκισα) με τρόπο μαγικό και θα καταλάβουν όλη την επιφάνεια όχι μόνο του γραφείου μου αλλά και του πιάνου (όλα τα βιβλία του Γκάντα κάλυψαν τις οκτάβες του), που βρίσκεται δίπλα στο κρεββάτι μου και, εβδομάδες τώρα, αντηχεί τις σκέψεις μου για τη γραφή του Μιλανέζου μηχανικού, όπως και τα παράπονα της Χρυσάνθης… αλλά εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να συλλάβω το πνεύμα της γραφής του και των ιδεών του…
«Α! ο κόσμος των ιδεών! τι ωραίος κόσμος!… α! το εγώ… εγώ… ανάμεσα στις ανθισμένες μυγδαλιές… τις αχλαδιές, και τις Μπατιστίνες και τον Τζιουζέππε!… Το εγώ, το εγώ!… Η πιο αποκρουστική αντωνυμία!…»
«… Και γιατί διάβολε; Τι κακό σας έχουν κάνει οι προσωπικές αντωνυμίες; Όταν κάποιος σκέφτεται κάτι πρέπει πράγματι να πει: Εγώ σκέφτομαι… σκέφτομαι ότι ο ήλιος κάνει περίπατο πάνω απ’ την κολοκύθα μας από τα δεξιά στ’ αριστερά…» είπε ο γιατρός.
«… I think but I’ m ill of thinking…» ψιθύρισε ο γιος. «Οι προσωπικές αντωνυμίες! Είναι οι ψείρες της σκέψης. Κι όταν η σκέψη έχει ψείρες, ξύνεται, όπως όλοι οι ψειριάρηδες… και τότε στα νύχια βρίσκει τις αντωνυμίες: τις προσωπικές…»
Αν και ο παραπάνω απολαυστικός διάλογος συνεχίζεται για πέντε περίπου σελίδες, διακόπτω εδώ (τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στην Άγρα) και δηλώνω ότι η μπαρόκ γραφή (για τον ορισμό του μπαρόκ ανατρέξτε στο πρώτο μέρος της ανάρτησης) του Γκάντα με γοήτευσε, με αναστάτωσε, με μπέρδεψε, με δυσκόλεψε και τέλος… ζήτω ο Κάρλο Εμίλιο Γκάντα! Αυτό το μίγμα ειρωνείας, σάτιρας, παρωδίας, λυρισμού, φιλοσοφικού στοχασμού και εν τέλει οδύνης είναι πράγματι μοναδικό. Ας δώσουμε όμως την ευκαιρία σε μια σύντομη λιακάδα να κάνει αισθητή την παρουσία της δια χειρός Ρόμπερτ Ντομπρόσκι: «an obsession with knots, a penchant for extravagant verbal chemistry and intricate style, a desire to distort and pervert, a philosophical intelligence that seeks out obscure correspondences, a fascination with labyrinthine narrative structures, fragmentation, unpredictability, and obscurity -these are the characteristic features of Gadda’s art…»
Ο Μεγάλος Λομβαρδός γράφει στη «Γνώση του πόνου» για τις δικές του εμμονές, για τη δική του αλήθεια και το δικό του τρόπο να βλέπει τα πράγματα. Σε ένα από τα πρώτα του βιβλία («Μιλανέζικοι στοχασμοί») έγραφε:
«Τι πρέπει να κάνω; Όταν περπατώ νομίζω ότι δεν θα έπρεπε. Όταν μιλώ νομίζω πως βρίζω. Όταν στο μεσουράνημα του ήλιου όλα τα φυτά πίνουν το ζεστό φως, αισθάνομαι πως έχω όλες τις ενοχές και την ντροπή«.
Κι εδώ σταματώ (υπακούοντας στην παράκληση του Γκάντα: «per carità, non mi tradisca»), αφού όμως παραθέσω το αγαπημένο απόσπασμα του Πιερ Πάολο Παζολίνι, και λέω αγαπημένο, γιατί έχει γράψει ολόκληρη ανάλυση γι’ αυτή τη μία και μόνο παράγραφο του μυθιστορήματος, δηλώνοντας στο τέλος της κάθε ενότητας πως ο Μιλανέζος είναι ο μεγάλος του έρωτας («Ho avuto ed ho, un grande amore per Gadda«).
Αλέξανδρος Νεχαμάς,Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή, μτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2010, σελ. 168
Αν ήταν μόνο η ομορφιά που δίνει υποσχέσεις ευτυχίας, θα μπορούσαμε εύκολα να υπομείνουμε τις κάθε είδους διαψεύσεις ή απογοητεύσεις. Δυστυχώς, το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήσεις. Και οι διαψεύσεις, εκεί, δεν σηκώνουν μοιρολατρική αποδοχή ή κάποια συνετή μετάθεση προσδοκιών. Ιδίως από εκείνους που δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τους τις υποσχέσεις της ομορφιάς.
Η ιστορία του «προβλήματος της Δήλου» είναι γνωστή στους μαθηματικούς από ένα επεισόδιο που μεταφέρει ο Πλούταρχος. Καταπονημένοι από αρρώστιες και έριδες οι κάτοικοι του νησιού αποτάθηκαν στο μαντείο των Δελφών κι εκείνο τους παρήγγειλε να διπλασιάσουν τον κυβικό ναό του Απόλλωνα. Κάτι ακατόρθωτο για μια γεωμετρία του διαβήτη και του χάρακα (αφού η ακμή του νέου κύβου έπρεπε να είναι η τρίτη ρίζα του δύο, δηλ. το 1,25992… της αρχικής). Ωστόσο, το ουσιώδες μήνυμα του χρησμού ήταν να αφήσουν οι κάτοικοι της Δήλου τις μεμψιμοιρίες και τις έριδες και να καταπιαστούν με τα μαθηματικά, ώστε η σωτηρία να έρθει από την πνευματική τους καλλιέργεια.
Δεν ξέρω κατά πόσο μια ανάλογη συνταγή προσφέρεται για τις μέρες που περνάμε. Εάν, πάντως, οι αδικημένοι από τα μέτρα της άγριας λιτότητας, οι τόσο ευεπίφοροι να ξεσηκώνονται, να απεργούν και να διαδηλώνουν, διέθεταν κάτι από τους περικομμένους μισθούς τους για να αγοράσουν το βιβλίο του Νεχαμά και κάτι από τις μακρές τους συζητήσεις περί το μέλλον που μας επιφυλάσσεται, για να βρουν χρόνο να το διαβάσουν, ίσως η κατάσταση όλων γινόταν λιγότερο ανυπόφορη. Δεν ξέρω, επίσης, εάν μας περιμένουν καλύτερες μέρες κι αν θα βγούμε ποτέ από την περιβόητη οικονομική κρίση. Το να βγούμε όμως από την ακρισία, την απληστία και την προσήλωση στην τηλεοπτική χυδαιότητα, είναι στο χέρι μας. Η εποχή προσφέρεται απολύτως, όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν πρόκληση, τη στιγμή που «ο κόσμος καίγεται». Αλλά τα πιο καλοχτενισμένα εφηβαία εμφανίζονται, όπως δείχνει η ιστορία, κυρίως σε εποχές κατά τις οποίες ο κόσμος καίγεται.
Η ομορφιά πάντα μας γνέφει προς το μέρος της. Αν θέλουμε να επιμείνουμε στην τύφλα μας, είναι μάλλον βέβαιο πως δεν αξίζουμε καμιά άλλη υπόσχεση.
Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι καθηγητής φιλοσοφίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον και, πέρα από βιβλία για φιλοσόφους όπως ο Πλάτων ή ο Νίτσε, έχει επίσης ασχοληθεί με την αισθητική ορισμένων τηλεοπτικών σειρών. Η σύνδεση δεν είναι παράδοξη, αφού όλο και πιο συχνά, πλέον, οι φιλόσοφοι ασχολούνται με το τι είπαν οι συνάδελφοί τους, σύγχρονοι ή προγενέστεροι, όπως ακριβώς κάνουν και οι αστέρες της τηλεόρασης. Ως προς την ομορφιά, όμως, η στάση των φιλοσόφων, μετά τον Καντ, έγινε στάση απολύτως ασηπτική. Κρατώντας μιαν εύλογη επιφύλαξη απέναντι στη μεταφυσική του ρομαντικού πάθους και στον ανορθολογισμό των συγκινήσεων, έσβησαν τη φλόγα από την αναζήτηση του Ωραίου και κατέστησαν την ομορφιά θέμα διατριβών και πολύπλευρων ερμηνειών – όχι θέμα έλξης, απόλαυσης και αισθητικής ηδονής, η οποία ανοίγεται στην αυτογνωσία.
Σαν να τους άκουγαν, τα πλήθη της νεωτερικότητας συγκράτησαν την ψυχρότητα, δίχως να υιοθετήσουν την ερμηνευτική έφεση κι ακόμα λιγότερο την έφεση αυτογνωσίας. Έκαναν την ομορφιά κατανάλωση σε ευκαιριακούς περιπάτους, σε μουσεία ή σε αστικά πάρκα, για να αναζητήσουν αλλού τα ρίγη των ηδονικών ταραχών τους. (Σε ομαδικά γλέντια, τα πιο μεσογειακά πλήθη, ή σε περιοδικές αποχαλινώσεις αλκοόλ και σεξ, τα πιο βόρεια.). Έτσι, όμως, όσοι δεν μπορούν να βρουν την ηδονή στην ομορφιά της τέχνης, φοβάμαι ότι θα αδυνατούν και να δουν την ομορφιά στην ηδονή των αγαπημένων τους προσώπων – εκείνες τις στιγμές όπου η εγγύτητα του οργασμού μοιάζει να διαχέει ένα εσωτερικό φως, κάτω από μάγουλα ή κλειστά βλέφαρα.
Η επιλογή του τίτλου, από το Περί έρωτος του Σταντάλ –«Η ομορφιά δεν είναι άλλο από την υπόσχεση της ευτυχίας»[1]– δεν είναι διόλου τυχαία. Εκείνο που θέλει να επαναφέρει ο Νεχαμάς είναι η πιο άμεση, η πιο βιωματική και, κατά μία έννοια, η πιο ερωτική σχέση με το ωραίο και τα έργα τέχνης. Ό,τι, δηλαδή, εισηγούνταν και η Σούζαν Σόνταγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μόνο που εκείνη το εισηγούνταν με την απόρριψη κάθε κριτικού στοχασμού και ερμηνευτικής συστηματικότητας. Ο Νεχαμάς, αντίθετα, εισηγείται την ανάμειξη διάνοιας και πάθους. Με την αισθητική απόλαυση να συγκροτεί, τελικά, ένα τρόπο ζωής.
Θέτοντας στο εισαγωγικό κεφάλαιο το δίλημμα μεταξύ μιας στάσης σαν του Πλάτωνος –με τον έρωτα για το ωραίο να ξεκινά από απολύτως σωματικές αισθήσεις– και μιας στάσης σαν του Σοπενχάουερ –με την αγάπη για το ωραίο να συνδέεται με μια κατάσταση ουράνιας γαλήνης– υπερβαίνει αυτό το δίλημμα στα επόμενα κεφάλαια, με τις πιο προσωπικές του προτιμήσεις και εμπειρίες ως κορυφαία παραδείγματα. Και ηχεί απολύτως πειστικός, καθώς παραβάλλει, με αλλεπάλληλες ευκαιρίες, στάσεις απέναντι σε συγκεκριμένα έργα τέχνης, εικαστικά ή λογοτεχνικά, και στάσεις απέναντι σε πρόσωπα, φίλους ή ερωτικούς συντρόφους. Όπου επίσης εκτίθεται κανείς σε προσδοκίες ευδαιμονίας, οι οποίες διαψεύδονται, σε αισθήματα απλής συμπάθειας, που εμπλουτίζονται απροσδόκητα, ή σε κεραυνοβόλους έρωτες που αργοσβήνουν στην αδιαφορία. Όπως ακριβώς με καλλιτεχνήματα για τα οποία ακούει κάποιος πολλά και, περιμένοντας πολλά, απογοητεύεται σύντομα. Ή με άλλα, προς τα οποία έτρεφε μια μέτρια εκτίμηση κι έρχεται σιγά-σιγά να αναγνωρίσει τον πλούτο και την αξία τους.
Στη ζωή όπως στην τέχνη, λοιπόν. Ή στην τέχνη όπως στη ζωή, κάνοντας πρωτίστως τη ζωή μια αγάπη για την τέχνη. Με μια ειλικρίνεια που δεν συναντάται συχνά, ο Νεχαμάς ομολογεί προσωπικές του αρέσκειες και απαρέσκειες, το πώς απαλλάχτηκε από καθηλώσεις, σε έργα τα οποία ένιωθε υποχρεωμένος να εκτιμά, ή το πώς επανήλθε σε έργα προς τα οποία η αρχική συμπάθεια έγινε σταδιακά έρως και πηγή νέων νοημάτων κι ακόμα πλουσιότερων αποκαλύψεων ομορφιάς, πέρα από όποιες νόμιζε πως ήδη εποπτεύει.
Κορυφαία παραδείγματα αυτού του είδους το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ και η Ολυμπία του Μανέ. Μέσα από τα όσα παραθέτει, σε εικόνες και παρατηρήσεις, για να εκθέσει προσωπικά αισθήματα, πέρα από σχολαστικές κριτικές, έχει κανείς την ευκαιρία να μάθει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις συνθήκες δημιουργίας αυτών των έργων (ιδίως της Ολυμπίας και του περίφημου βλέμματός της). Λεπτομέρειες τις οποίες ποτέ δεν αξιοποιούν οι σχολαστικές κριτικές. Ενώ μέσω ενός τόνου εκμυστήρευσης, ο Νεχαμάς όχι μόνο πληροφορεί, μα και εμπνέει τους αναγνώστες του.
«Όσο επιχειρώ να εμβαθύνω στην Ολυμπία τόσο καλούμαι να διευρύνω τη σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο», επισημαίνει στο μέσον του τελευταίου κεφαλαίου. «Για να κατανοήσουμε την ωραιότητα ενός πράγματος πρέπει να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητά του, πράγμα που απαιτεί να μάθουμε σε τι διαφέρει από άλλα πράγματα. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει να μπορούμε να αντιληφθούμε, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, τι είναι τα άλλα πράγματα και πώς το καθένα τους διαφέρει επίσης από καθετί άλλο στον κόσμο. Ο έρωτάς μου για κάτι είναι αδιαχώριστος από την επιθυμία μου να το γνωρίσω και να το καταλάβω καλύτερα, και η επιθυμία αυτή δεν με απομονώνει από τον κόσμο –όπως πολλοί πιστεύουν– αλλά, αντίθετα, με φέρνει πιο κοντά σ’ αυτόν».
Το γεγονός ότι αυτή η επισήμανση ενός φιλοσόφου συμπίπτει απολύτως με εκείνο το τραγούδι που λέει: «Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι ωραία / Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι εσύ / Κι αγαπώ όλο τον κόσμο / Γιατί ζεις κι εσύ μαζί», σίγουρα ανατιμά τους στίχους του τραγουδιού. Χωρίς καθόλου να μειώνει, κατά τη γνώμη μου, την ίδια τη φιλοσοφική επισήμανση.
Τελικά, εκείνο που παρουσιάζει ο Νεχαμάς στο βιβλίο του δεν είναι μια ιστορία των αισθητικών θεωριών, από τον Πλάτωνα ως τον Άρθουρ Ντάντο, ούτε ένα πανόραμα των πιο σημαντικών καλλιτεχνημάτων και των σχέσεών τους με την υποδοχή που τους έτυχε, μέσα στην κοινωνική εξέλιξη, κι ούτε καν έναν συνοπτικό κατάλογο έργων που ο ίδιος εκτιμά, μαζί με τους λόγους για τους οποίους τα εκτιμά. Όχι ότι λείπουν αυτές οι πλευρές. Κι ο υπότιτλος: «Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή» δεν υπόσχεται τίποτε λιγότερο από ό,τι ο συγγραφέας επιδίδει εν τέλει στον αναγνώστη του, με εξαιρετικά εύστοχες στη συντομία τους αναφορές. Εκείνο όμως που κυρίως κάνει ο Νεχαμάς είναι να δείχνει, εύγλωττα και εύληπτα, το πώς αλλάζει κανείς τον εαυτό του και τη ζωή του, μαθαίνοντας να αγαπά ή να ερωτεύεται την ομορφιά, στα έργα της τέχνης, ή να αγαπάει και να ερωτεύεται την ομορφιά, εν γένει.
Κατά τούτο πιστεύω πως το συγκεκριμένο βιβλίο ενδείκνυται για τις μέρες που ζούμε. Εάν ούτε σε τέτοιες περιόδους κρίσης δεν μάθουμε να εμπιστευόμαστε τις υποσχέσεις της ομορφιάς, δεν θα αξίζουμε καμιά υπόσχεση ανάκαμψης, ευμάρειας ή επαναστατικών αλλαγών, ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν, όλες τους, κατά ιδεώδη τρόπο.
*
Αλέξανδρος Νεχαμάς,
Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή,
“All Its Little Sounds and Silences” by Barnaby Walsh
“Round Fat Moon and Jingling Stars” by Marie Murphy
“Dance Class” by SJ Bradley
“Bolt” by Thomas Morris
“Holidaying with the Megarrys” by Danielle McLaughlin
Contributors (2013)
SJ Bradley is a writer from Yorkshire. Her work has been published in various magazines and anthologies, and she was one of Untitled Books’ New Voices of 2011. She is one of the organising party behind Leeds-based DIY writers’ night Fictions of Every Kind, a venture which aims to give support and encouragement to anyone engaged in the lonely act of writing. Her work as a letterpress printer involves keeping the old skills of letterpress alive through practise and salvage. She lives with her partner and cat.
Alistair Daniel lives in Liverpool and teaches creative writing for the Open University. He was short-listed for the 2010 Bridport Prize and his short stories have been published in Narrative, Stand, Untitled Books, The Irish Times and The Stinging Fly. He is completing his first novel, supported by the Arts Council and a Charles Pick Fellowship from the University of East Anglia.
Merryn Glover is Australian, grew up in Nepal, India and Pakistan, and now lives in the Highlands of Scotland. She writes both stories and plays, with work broadcast on Radio 4 and published in a range of journals and newspapers including The Edinburgh Review, Wasafiri and The Guardian. She has recently completed her first novel, set in India.
Anna Lewis was born in 1984. In 2010 she won the Orange/Harper’s Bazaar short story competition, and in 2011 was selected by the Hay Festival to take part in the Scritture Giovani short story project. Her debut poetry collection, Other Harbours, was published by Parthian in 2012.
Danielle McLaughlin lives in County Cork, Ireland. Her stories have appeared or are forthcoming in The Long Story Short, The Burning Bush 2, The Stinging Fly, Inktears, Southword, Boyne Berries, Crannóg, Hollybough, on the RTE TEN website, on RTE Radio and in various anthologies. She has won a number of prizes for short fiction including The Writing Spirit Award for Fiction 2010, the From the Well Short Story Competition 2012 and the William Trevor/Elizabeth Bowen International Short Story Competition 2012.
Thomas Morris is from Caerphilly, South Wales. He has previously published short fiction in The Irish Times, The Moth, and ETO. In 2012, he received an Emerging Artist Bursary from the Arts Council of Ireland. Currently enrolled in the Creative Writing MA at the University of East Anglia, Thomas is working on a collection of short stories set in Caerphilly, and a novel, Second Best: The Diaries of a Substitute Goalkeeper.
Marie Murphy began to write full-time three years ago. In 2012, she was a finalist in the Novel Fair run by The Irish Writers’ Centre in Dublin. Also in 2012 she was long-listed for the Power’s Short Story Competition. Marie grew up on a farm in north Cork but has worked in England, France and Ireland (chambermaid, waitress, cook, cleaner, lady’s companion, nurse’s assistant.) On qualifying from University College, Cork, (B.A. H. Dip. Ed.) she taught in England and Ireland. Married with three children, she lives in the country in west Cork where she is currently working on a novel of connected short stories.
Angela Sherlock has worked in engineering and in education but now lives in Devon where she writes full time. She has published reviews and articles but now concentrates on fiction. Her first novel, The Apple Castle, (as yet unpublished) was long-listed for the Virginia Prize and short-listed for the Hookline Novel Writing Competition. She has published some short stories and is currently working on a novel that draws on the history of Plymouth. Hangman, her second story to be short-listed by Willesden Herald is from her collection, Exports, which explores the Irish Diaspora.
Nici West likes to write short stories and is tying her brain in knots trying to write a novel. She was born in Essex and is making her way up North, currently living in Manchester. She recently completed an MA in Creative Writing from The University of Manchester and spends her days writing, looking after two guinea pigs and producing literature projects.
Barnaby Walsh originally studied theoretical physics by mistake, but recently completed his master’s in creative writing at the University of Manchester. He lives up north, in Bolton.
Το πρώτο διάβασμα των ποιημάτων του Τάκη Παπατσώνη προκαλεί στον μεθοδικό αναγνώστη της ποίησης ένα παρόμοιο ίσως αίσθημα με εκείνο που έχει ο μαθητής του Δημοτικού την πρώτη ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, ή ο πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής που προσπαθεί να διαβάσει ένα βιβλίο φιλοσοφίας με «βατό» τίτλο, λόγου χάριν την Εισαγωγή στη μεταφυσική του Χάιντεγκερ. Αν ο φιλέρευνος αναγνώστης είναι τόσο υπομονετικός όσο και περίεργος, θα άξιζε πιθανώς τον κόπο να σταθεί σε κάποια ποιήματα της πρώτης συλλογής του Παπατσώνη με τίτλο Εκλογή Α΄ (1934), όπως λ.χ. στο ποίημα «Ταραχή», που σήμερα βρίσκεται στις αρχικές σελίδες της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όντας, ο μεθοδικός αναγνώστης, κάποιος που έχει ενηλικιωθεί στο οικοτροφείο της μοντέρνας ποίησης, θα είναι πιθανώς έτοιμος να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του δαίμονα της «δυσκολίας», όπως επίσης και αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης που αγαπά και διαβάζει προέρχεται από έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό του. Γεγονός που σημαίνει ότι οι έννοιες και τα πράγματα της βιωμένης εμπειρίας κινούνται, για κάθε ποιητή, μέσα σε έναν κύκλο πολλαπλών συνδηλώσεων, στην καλύτερη περίπτωση κατανοητών με την καταβολή ενός κόπου που είναι απαραίτητος, γιατί ο κόπος αυτός συνήθως οδηγεί στην απόλαυση.
«Βγήκαν δυνάμεις του Αέρος και βοΐζουν/ επάνω από την πόλη μας… Ξέσπασε η Έριδα μετά το Δειλινόν, αλλά τη Νύχτα/ έφθασε σε κορύφωμα», εξαγγέλλει στους πρώτους στίχους το ποίημα. Οι εικόνες της νύχτας, του ξημερώματος, του δειλινού –όλες οι ώρες της ημέρας– μαζί με δυνατές εικόνες από τη φύση, «δασώδεις Κήπους», «Λίμνες, Καρπούς στητούς, θεόδοτους,/ χρωματιστούς, χυμώδεις και Λεοπαρδάλεις λαστικές/ με μάτια φλογοβόλα» («Αφθαρσία»), όλα αυτά τα πράγματα –με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα τους– διατρέχουν ολόκληρο το σώμα της ποίησης του Παπατσώνη. Ωστόσο ο Παπατσώνης δεν είναι αγροτικός ποιητής· όπως δείχνει ήδη στα ποιήματα της Εκλογής Α΄, είναι ένας ποιητής του οικοδομημένου ναού –της χριστιανικής Εκκλησίας– που εμφανίζεται ως αναλογία της Φύσης, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο του πνευματικού και του αισθητού κόσμου. Με αυτή την προϋπόθεση ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1910 ένας «νεωτερικός» ποιητής που είναι συνομήλικος με τον Άγρα, τον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη:
Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει και τάβλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη. Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της, των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης. Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε. Και η θλίψη μας, μακριά από κάθε γήινα ζιζάνια, ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.
«Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής» (1914)
Ξανακοιτάζοντας το ποίημα «Ταραχή», είναι λογικό να αναρωτηθούμε ποια έριδα προαναγγέλλουν οι εναρκτήριοι στίχοι. Το γεγονός δεν είναι καθόλου σαφές, αλλά δεν ξεκαθαρίζεται κι αργότερα με τις αναφορές: Μάχη των Θεών και Πάλη των Στοιχείων. Πιθανώς η λύση να κρύβεται στους καταληκτικούς στίχους, τους οποίους θα επιχειρήσω να παραφράσω: είναι προτιμότερο να εξαρτάται κανείς από μια Δύναμη με δέλτα κεφαλαίο, από την «πέρα Ισχύ», ακόμη και με τρόπο «σφαλερό», παρά να παραμένει «ελεύθερος άνθρωπος», έρμαιο δηλαδή της πλάνης του «περί της βουλήσεως και όλων των αυτονομιών της».
Η ποιητική του Παπατσώνη φαίνεται λοιπόν να προϋποθέτει δύο θεμελιώδεις ιδέες: ότι ο άνθρωπος είναι «έρμαιο των Πλανών» («Ταραχή»), ζει μέσα στην αυταπάτη όπως «οι πλείστοι των ανθρώπων,/ που απ’ τον δασώδη Κήπο δεν έχουμε εκβληθεί» («Οι εκβεβηλμένοι»), μια αυταπάτη που «δεν ξέρω να ’ναι τίποτε παραπάνω, από κεντρί της φιλαυτίας/ από μαστίγιο του υπεραιρομένου» («Σχήμα περί της πλάνης»)· και ότι η «θειότητα του ανθρώπου» μαζί με την «Πράξη των Χαρίτων», η οποία πραγματώνεται με την «Απόλυση την αιφνίδια της αισχράς Αμαρτίας/ υπό του Πρεσβυτέρου, σε ώρα Εξαγοράς» («Η εξαγορά»), αποτελούν τον δρόμο προς τη θέαση της Αλήθειας, η οποία απορρέει από την «Τάξη την θεσπεσία» («Παροιμία»). «Δεν είναι φωτεινότερο πράγμα από την Αλήθεια» διαβάζουμε στον πρώτο στίχο του εναρκτήριου ποιήματος της συγκεντρωτικής έκδοσης, όπου το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα, αλλά ένας θάνατος «δίχως καν την στιλπνότητα/ Κρίσεως μελλοντικιάς μετά Σαλπίγγων» («Σχήμα»). Υπό το φως της Αληθείας εξαφανίζεται σαν το «στοιχειό» οποιαδήποτε πλάνη, με την «επιφοίτηση δυνάμεων άλλων από τις ταπεινές μας»: «είναι όπως ο Πάπας, όταν αποφαίνεται για Άρθρα της Πίστεως./ Ε, τότε βέβαια, το παραδέχομαι το μέγα Αλάθητο» («Σχήμα περί της πλάνης»).
Με αυτή τη λιτή, σχεδόν προφορική φράση ανακοινώνει ο Παπατσώνης τον Δεκέμβριο του 1930 από τις σελίδες της Αλεξανδρινής Τέχνης το θρησκευτικό του credo, την εποχή που ο Κωνσταντίνος Καβάφης δημοσιεύει στο ίδιο έντυπο ποιήματα όπως «Ο Δαρείος» και το «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Μέχρι κάποιο βαθμό, τα ποιήματα του Παπατσώνη εκείνης της δεκαετίας επιχειρούν μια συνομιλία με την ποίηση του Αλεξανδρινού με σοβαρές αξιώσεις. Ήδη το 1924 βρίσκουμε στη Νέα Τέχνη την ενθουσιώδη παραίνεση του Παπατσώνη ότι «είναι καιρός να βουτηχθούμε ολόκληροι σε ποιήσεις σαν την καβαφική, να ζωογονηθούμε, βαφτιζόμενοι σ’ έναν γλυκύ θάνατο»[1], ενώ το 1932 ο Καβάφης αποτιμάται ως «μοναδικός ποιητής παγκόσμιας αξίας που κατόρθωσε να γεννήσει ο ελληνισμός»[2]. Για να τελειώσουμε με το υποκειμενικό κοίταγμα του Παπατσώνη στην καβαφική ποίηση –υποκειμενικό, δηλαδή πρωτογενώς λογοτεχνικό και, για τους επαγγελματίες θεωρητικούς της λογοτεχνίας, φυσικά εσφαλμένο– αξίζει να παραθέσουμε την κατακλείδα της μελέτης του «Συμβολή σε κριτική του έργου του κ. Καβάφη»[3], όπου συμπυκνώνει τα τρία βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη:
«Ψυχαναλυτική μέθοδος, θρησκευτικότητα, λατινικά [Ο Παπατσώνης αναφέρει εδώ τα λατινικά, επειδή προηγουμένως έχει υποστηρίξει ότι «ορισμένες φράσεις του Καβάφη, σε μια γαλλική ή νεολατινική μετάφραση θα έπρεπε ν’ αποδοθούν στα λατινικά»]. Οι αναγνώστες μου, τους βλέπω πολύ πρόθυμους να κραυγάσουν, πως πρόκειται για τις τρεις κηλίδες που με διακρίνουν. Και μάλιστα θρησκευτικότητα με λατινικά αποτελεί στον εύκολο νου την Εκκλησία της Ρώμης. “Ρήμα καυχήσεώς μου” είναι, αν πω πως και οι τρεις κηλίδες μου ανήκουν. Προκειμένου δε για την έννοια της θρησκευτικότητας πρέπει να επαναλάβω, πως είναι η παράλληλη προς την Ερωτική έννοια».
Καβαφικούς απόηχους μπορούμε να βρούμε σε αρκετά ποιήματα του Παπατσώνη, όπως το γνωστό «Περιηγητές στη Λειτουργία» του 1929, όπου η εισβολή των ξένων περιηγητών στην εκκλησία, η οποία είναι «προικισμένη με την απάθεια του θείου», όπως παρατήρησε ο Νίκος Φωκάς,[4] ανοίγει ένα πεδίο έντασης ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό βλέμμα, το βλέμμα του πιστού και του περιηγητή, ή του χριστιανού και του εθνικού, όπως συμβαίνει στο καβαφικό ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.». Στο ποίημα «Παροιμία» του 1932, ο σύντομος στίχος εκβάλλει, κατά το καβαφικό πρότυπο, στον διδακτισμό με την αναφορά στο δεύτερο πρόσωπο. Πίσω από τον στίχο «αν σου έγινε συνήθεια τον βίο σου να μετράς» ακούγεται, βέβαια, ο απόηχος του καβαφικού «Μονοτονία», πλαισιωμένος από την ειρωνική αντίθεση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση των απατηλών φαινομένων και την πραγματικότητα της θεσπέσιας, δηλαδή της υπερβατικής τάξης. Οι λέξεις «Ώρες», «Ίχνη», «Σελήνες», «Λάμψη», «Τάξη», με κεφαλαίο κι εδώ το πρώτο στοιχείο, λαμβάνουν, όπως εξηγεί ο ποιητής, «την αρχαία τους ιερότητα», «για να ξεφύγουν από την τριβή που η επιπόλαια χρήση τούς έφερε» και να έλθουν «πλησιέστερα στη βαθύτερη ουσία που συμβολίζουν μέσα στο ποίημα»[5].
Εάν στην ποίηση του Καβάφη αποτυπώνεται, όπως παρατηρεί ο Νάσος Βαγενάς, «η μοίρα του ανθρώπου, που αναζητεί την απελευθέρωσή του από τους εσωτερικούς διχασμούς και τους εξωτερικούς καταναγκασμούς, χωρίς να κατορθώνει να το επιτύχει, γιατί η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια ειρωνική σύζευξη αντιθέσεων»[6], ο Παπατσώνης προχωρεί προς τη λύση των αντιθέσεων εξαιτίας της πεποίθησής του ότι πίσω από την κατ’ επίφαση αντινομία των φαινομένων κρύβεται η αρμονία των αόρατων πραγμάτων. Εδώ, βέβαια, συναντιέται με τη μεγάλη δυτική θεολογική και λογοτεχνική παράδοση, με κορυφαίους συνομιλητές τον Δάντη, τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Φρήντριχ Χαίλντερλιν, τον Πωλ Κλωντέλ και τον Τ.Σ. Έλιοτ (ο Παπατσώνης μεταφράζει το 1933 την Έρημη Χώρα με τίτλο Ερημότοπος). Εξαιτίας αυτής της εκλεκτικής συγγένειας, ο στίχος του Παπατσώνη απηχεί το μέταλλο της φωνής των προμοντερνιστών ποιητών της αλλαγής του αιώνα, χωρίς όμως να φθάνει την ιστορικο-πολιτική αναστοχαστικότητα του Έλιοτ ή τη μετρημένη –και στα εκφραστικά της μέσα– παρατηρητικότητα του Καβάφη.
Για να γυρίζουμε στις αρχικές μας σκέψεις, θα χρειαστεί να κοιτάξουμε το ποίημα «Μεγάλη αναμονή της επιούσης» (1930), όπου ο Παπατσώνης απεικονίζει τον άνθρωπο που, μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς αναμονής, ελπίζει, πίσω από το φάσμα των απατηλών φαινομένων, για «τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων»:
Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν. Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό. Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων. Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας, από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού. Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων. Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής. Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης. Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας, τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο, την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος, ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές. Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό, ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια, η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.
«Η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς». Όπως κάθε σοβαρός ποιητής, ο Παπατσώνης λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και, χωρίς να μας παραπλανά, καταθέτει τη δική του αλήθεια (κι όχι Αλήθεια). Άλλοτε τρυφερός κι άλλοτε ανυπόμονος, ο λόγος του δοκιμάζεται στο μέτρο της ποίησης, για να επιτύχει ή να αποτύχει· και, στο μέτρο της δικαιοσύνης, συνήθως επιβεβαιώνεται χωρίς να χαρίζεται:
ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές, ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις, δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή. Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.
*
[1] Νέα Τέχνη, έτος Α΄, Ιούλιος-Οκτώβριος 1924.
[2] Ο κύκλος, χρόνος α΄, τ. Β΄, 1932.
[3] Ό.π.
[4] «Η θρησκεία ενός ποιητή», Τιμή στον Τ. Κ. Παπατσώνη για τα ογδοντάχρονά του, Τετράδια «Ευθύνης», 21999.
[5] Τ. Κ. Παπατσώνης, FriedrichHölderlin 1770 1843 1970, Ίκαρος, Αθήνα 1993.
[6] Νάσος Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη, 1979.
*
Στην έντυπη έκδοση διαβάστε ακόμη τα κείμενα: ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη Επίσης:
Περιεχόμενα 41ου τεύχους, Ιούνιος 2013
Μαρκ Φορντ, «Και τα κορίτσια από μετάξι να φέρνουν σερμπέτι»
Κώστας Κουτσουρέλης, «Αυτό που δεν ανθεί. Αυτό ζούμε» — Το ποιητικό έργο του Γιάννη Πατίλη
Μίλτος Φραγκόπουλος, Ομπερίου απ’ την Αθήνα ή η τόλμη της «δεύτερης φοράς»
Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
Δημήτρης Ελευθεράκης, Ποιος ήταν ο Τ. Κ. Παπατσώνης;
Βαρβάρα Ρούσσου, Ουράνια σώματα στο κατοχικό σκοτάδι: Ήλιος ο πρώτος του Ο. Ελύτη και Ursa Minor του Τ. Κ. Παπατσώνη
Νάσος Βαγενάς, Ο Τ. Κ. Παπατσώνης και η πρωτοποριακότητα Οι περιπέτειες της πρόσληψης ενός αιρετικού
ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Τατιανή Γ. Ραπατζίκου, Οι εκδοτικές περιπέτειες της Έμιλι Ντίκινσον — Από τη συγγραφική φαντασία στην εκδοτική πειθαρχία
Ζωή Σαμαρά, Θραύσματα τέχνης και ζωής
Δημήτρης Αρμάος, Έμιλι Ντίκινσον: στα όρια «κλασικού» και «μοντέρνου»
Χ. Άλλεν Ορ, Περιμένοντας έναν νέο Δαρβίνο
Μαριγώ Αλεξοπούλου, Και πάλι η τραγωδία
ΜΙΧΑΗΛ Β. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πρωτοπόρος, εμπνευστής και δάσκαλος
Μαρία Ευθυμίου, Η εμβληματική αφετηρία του ιστορικού
Θάνος Βερέμης, Ο μύθος του Ιμπραήμ και η πραγματικότητα του εμφυλίου
Λουίζα Λουκοπούλου, Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Το «καταφύγιο» της αρχαιότητας
Γιώργος Κόκκινος, Η ιστορία των ευγονικών θεωριών από τα μέσα του 19ου αιώνα έως το Ολοκαύτωμα
Ηρακλής Μήλλας, Tο σπίτι ως πατρίδα στον λόγο του Σεφέρη
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.