Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο -απόσπασμα [2014]

Από το χαμένο Αρχείο 22.3.2104

Μικρό ενδεικτικό απόσπασμα από «Το Μπουρδέλο», εκδόσεις Γράμματα

Περί πορνείας στο Βυζάντιο

[…]

Πριν τριάντα χρόνια τό Institut Francais d’ Athenes έδημοσίευσε, κλιμακωτά, τήν πολύτομη εργασία τού Φαίδωνος Κουκουλέ βυζαντινώνβίος καί πολιτισμός. Πρόκειται γιά μιά μελέτη-τοιχογραφία. Άν καί πολλά μέρη αυτής τής μελέτης είναι ξεπερασμένα, άν καί ό γέρο-Κουκουλές χρησιμοποιεί μιάν άσχημη γραφή, καί, συγχρόνως, επαναλαμβάνει καί κόντρα-έπαναλαμθάνει (συχνά στήν ϊδια παράγραφο) τίς πληροφορίες του, είμαστε υποχρεωμένοι νά δεχτούμε αυτό τό βυζαντινολογικό / κοινωνιολογικό / ίστοριοδιφικό / γλωσολογικό / λαογραφικό σύγγραμα σάν βασική πηγή. καί, συχνά, νά τό ακολουθούμε σάν οδηγό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ηλίας Πετρόπουλος, Το μπουρδέλο -απόσπασμα [2014]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Franca Rame in tutta casa letto e chiesa di Franca Rame

[Αρχείο 18.03.2014]

Στη γη του Ντάριο Φο και της Φράνκα Ράμε

Ένα τέτοιο τέλος αρμόζει στην εξωφρενική Αλίκη. Ένα τέλος φανταστικό, μακριά, πολύ μακριά απ΄τα παραμύθια και τους ξέφρενους ρυθμούς μιας παιδικότητας. Η Αλίκη μεγάλωσε πια για τα παραμύθια, κάτι κατάλαβε από τον υπερμεγέθη κούνελο. Κάτι που κατάγεται, ας υποθέσουμε από τις ποιητικές δολιοφθορές ενός Μίλτου Σαχτούρη ή ό,τι μας απέκρυψε τεχνηέντως ο αδικοχαμένος Γιώργος Ιωάννου στην ομίχλη ή τη σαρκοφάφο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Franca Rame in tutta casa letto e chiesa di Franca Rame»

Λευκάδιος Χερν: Ζώντας μπροστά από την εποχή του [χαμένου Αρχείου]

Μέρος του χαμένου αρχείου του 2014

Από τον ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΖΟΥΣΔΑΝΗ

Πώς μπορεί έναν άνθρωπο που γεννήθηκε σε ένα ελληνικό νησί το 1850 να τον γνωρίζουν οι πάντες στην Ιαπωνία σήμερα; Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία του Λευκάδιου Χερν, του οποίου η ζωή ήταν διεθνής,διαφυλετική και πολυπολιτισμική έναν αιώνα πριν γίνουν της μόδας οι έννοιες αυτές. Χωρίς να το ξέρει, ο Χερν είχε γίνει ο ίδιος ένα πρώτο μοντέλο ανθρώπου του εικοστού πρώτου αιώνα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λευκάδιος Χερν: Ζώντας μπροστά από την εποχή του [χαμένου Αρχείου]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Καράκας 1954

Το θέαμα ήταν ένα θαύμα. Μια έδρα στο σώμα της Βενεζουέλας. Στα όρια των πόλεων. Εκείνη η κατασκευή που ποτέ δεν φαντάστηκες πως θα πραγματοποιηθεί στηριζόταν σε μια ακραία γωνία, μια πολύ οξεία γωνία. Ο κόσμος όλος έπειτα θα στηριζόταν στην πλατυτέρα επιφάνεια εκείνης της δημιουργίας. Κάπως έτσι Οδυσσέα αναδεικνύεται το δίκιο σου, όταν έλεγες πως η φαντασία αρμόζει, όχι ως φυγή από το πραγματικό, αλλά σαν προβολή στο μέλλον και σαν γενναία, μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες του παρόντος. Έτσι Οδυσσέα, μόνον έτσι μπορεί κάποτε να συντελεστεί το θαύμα.

   Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς σχεδιάζει το κοινοβούλιο της πόλεως Μπραζίλια, χαμηλό, πολύ χαμηλό, πλησιέστερο όσο ποτέ στους λαούς και τις επαναστάσεις. Ο αιρετικός, καθεδρικός ναός, με τ΄ακροδάχτυλα από χώμα και τσιμέντο, ογκώδη χέρια να στηρίζουν το λεπτό σταυρό. Μια αντένα, σημάδι της πίστης και του παραδείσου. Με τόσο θάρρος ο Νιεμάγερ, ολοζώντανος μες στο ιωβηλαίο του, αρνείται τη θεολογική του ανυποκοή και όλος ο ουρανός ως μες στα μάτια των πιστών. Μες στους βυθούς κρατιέται με θάρρος η ευλάβεια, μες στους βυθούς, δυο χιλιάδες λεύγες κάτω από τους τελευταίους καταρράκτες ένας Χριστός της Αβύσσου. Κάπως έτσι ονειρεύεται τα κτίρια κύμματα ο Νιεμάγερ, κάπως έτσι καθρεφτίζονται στα νερά οι ναοί και οι προσευχές. Εκείνος που ΄θαψε μαζί του ολόκληρη την ισπανική τέχνη, παραδέχθηκε τόσους αιώνες πριν τις αρχιτεκτονικές και τα οράματα πως τούτος ο κόσμος είναι φτιαγμένος από σκιά και φως. Ονειρεύτηκε τις θρυλικές κληματίδες, τις όψεις που ΄χουν κάτι από τα νερά. Έτσι γεννιούνται οι πιο ελεύθερες απ΄τις φόρμες, όπως οι πορείες κατά μήκος της Casa do Baile. Αυτές επιβεβαιώνουν έναν ρυθμό, έναν αισθητικό συγχρονισμό που μπορεί μόνο ως δυνατότητα να εκτιμηθεί.
   Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από εμπειρίες. Ομόκεντροι κύκλοι πέρα από το κέντρο της ιστορίας και τις πρώτες πόλεις του κόσμου. Ο κόσμος φτιαγμένος από εμπειρίες και φαντασίες και τίποτε και ποτέ δεν θ΄απομονωθεί. Έτσι αναδεικνύονται οι καμπύλες σαν αγκαλιές, σαν αγκαλιές γύρω από τον κόσμο μας. Ο Νιεμάγερ, Όσκαρ κατά κόσμον κρατά το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Και όταν τα κτίσματά του σηκώνονται σαν βρέφη στους δρόμους είναι πλοία που θα πλεύσουν προς το μέλλον, ακουμπώντας ευλαβικά στη φύση, τη λογική και τ΄όνειρο. Ο Νιεμάγερ μες στους καπνούς χαράζει υψικάμινους και βωμούς. Εκεί θ΄αφήσει ο τελευταίος άνθρωπος τον κόκκινο ανθό της ευχαριστίας, για την παγκόσμια σκηνογραφία, για το σεβασμό στην ιδέα του ανέμου και της διαχρονικότητας. Λιγότερο ανεδαφικός από τις προτάσεις των κάθετων πόλεων, όμως εξίσου ανισορροπητικός, προτείνοντας τις γεωμετρίες ενός νεοπλαστικισμού, διόλου διακοσμητικού. Ετούτες οι γεωμετρίες ανοίγουν τις προοπτικές, σηκώνονται με σεβασμό, κρατούν ορίζοντες, κρατούν τις κατατομές των θεών όπως ποτέ δεν αναδείχτηκαν, έξω και πέρα από τ΄ανθρώπινα. Κατώτερες απ΄εκείνα.
   Ο Νιεμάγερ καπνίζοντας αφήνει πίσω του την Μπραζίλια των εξερευνητών, τις ισλαμικές τεχνοτροπίες που τόσο τον γοήτευσαν. Πρόκειται για εκείνη τη διαρκή εμμονή του ονειρικού στη γραμμή, όπως ρίζα μες σε άνθρωπο. Επαναλαμβάνεται ένα χαμηλό γεγονός. Ετούτο είναι το Ισλάμ, ένα συμπλήρωμα της συναρπαστικής μας φύσης.Τα σπάταλα άκοσμα κτίσματα, δίχως Αφροδίτες, σίδερο και γυαλί και το σχήμα του ήχου ή τέτοια πράγματα αδιόρατα, μαθηματικά. Συγκρατημένη η πόλη, με την ηθική και το τοπίο της αποχαιρετά τον Όσκαρ Νιεμάγερ, μια μοναχική ταυτότητα, ένα όνομα γραμμένο στα υψωμένα σύμβολα.
   Σε κάθε τέχνη, λεν εκείνοι που γνωρίζουν είναι η αθωότητα μια διακριτική και διακεκριμένη ιδιότητα, ένα χάρισμα που δεν ερμηνεύεται και δεν αμφισβητείται. Ένα χάρισμα τέτοιο δεν συνιστά παρά μια αντίσταση αισθητική, μια μοναδικότητα, κτίρια νησιά στην καρδιά της βραζιλιάνικης πρωτεύουσας και αλλού.Η καταγωγή του Νιεμάγερ δεν διαθέτει κανένα χρώμα, η καταγωγή του συνθέτεται από την απλότητα του λευκού και απ΄τα οράματα που μόνο σε ορισμένα ύψη καθίστανται αντιληπτά. Όπως ένας Χριστός, τα σύμβολα της ισότητας και οι καθεδρικοί της τέχνης. Όπως εκείνη η κοσμική έδρα στο Καράκας, πάνω στους όγκους, ισορροπώντας στην κόψη της γης, χνάρια από γρανίτες και άλλες ασύλληπτες σκιαγραφήσεις. Οι κάθετες πόλεις του Ξενάκη ίσως ερείζουν μια θέση ανάμεσα σε τόσα θαύματα. Μια κοινή καταγωγή στη φόρμα μιας συνάρτησης.
   Δεν είναι η ζωντανή ποσότητα που γίνεται αντιληπτή στην αρχιτεκτονική του Όσκαρ Νιεμάγερ. Είναι ένας σκοπός υψηλότερος, κάτι σκληρότερο από χρόνο, αισθήσεις, σχεδόν θνητές που δεν θα μπορούσε κανείς να επισημάνει. Η Μπραζίλια συνιστά μια άλλη πρόταση, τόσο μακριά από τις οικείες περιπτώσεις του νεοκλασσικισμού. Τέτοιες προτάσεις καταθέτονται μόνον από βαρετές, αισθαντικές συγκινήσεις, εξαιρετικά συγκεκριμένες. Παραλαγές του βιομηχανικού σχεδιασμού, με μια αδικαιολόγητη επιμονή να συντηρηθεί η παράδοση. Η τελευταία αξίζει μονάχα όταν αποδίδει σε πρωτοπορίες, όταν διαφεύγει της φιλολογίας.
   Είναι η αρχιτεκτονική μιας ανθρώπινης ψυχής, ένα ηχόγραμμα και άλλες εξειδικεύσεις. Οι καμπύλες που αφήνει πίσω του θα΄ναι πάντα η ροή των ποταμών, οι ωκεανοί και το διεγερμένο σώμα ενός αγαπημένου κοριτσιού. Εκεί που ζούσαν κάποτε οι θεοί, ο Νιεμάγερ στήνει τα μνημεία του μέλλοντος. Καθώς οι καιροί θα περιπλέκονται, εμείς θα θυμόμαστε ευλαβικά τον Όσκαρ Νιεμάγερ που ακολουθεί με κυκλικές γραμμές τα σκοτεινά πλαίσια και την ανάδειξη ενός πλαισίου πολύ κοντύτερα στη φύση του αδιέξοδου. Η ελευθερία στην τέχνη είναι ανεδαφική, είναι το κούφιο των κυμμάτων στα υψηλότερα επίπεδα των εγκαταστάσεων του κτίσματος Copan. Ο Όσκαρ Νιεμάγερ κατάγεται από το γένος της κορινθιακής ακάνθου. Εξωθεί την τέχνη του στ΄άκρα. Κινείται κοντά στα σύνορα και συντελεί την έκπληξη.
   Έτσι ως πρώτη, ως πρωτόγονη σκέψη να εκτιμηθούν όλα αυτά, συνειρμική.
*
© Απόστολος Θηβαίος

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Ζωγράφος της οδού Καρλ Γιόχαν


Αυθαιρεσία σε πίνακα του Munch

Στο Όσλο συμβαίνουν θαύματα. Αργά τις νύχτες, στη λεωφόρο Καρλ Γιόχαν που ήταν πάντα ένας δρόμος αστικός και κοσμικός οι νεκροί Νορβηγοί επαναλαμβάνουν τις απογευματινές συνήθειές τους. Πάει να πει πως συνοστίζονται στις πλατιές πεζοδρομήσεις, επιδεικνύοντας ένα ενδιαφέρον ζωηρό για τις βιτρίνες και τα νορβηγικά καταστήματα. Στέκουν νεκροί, μες στη λήθη τους, παρατηρούν τους μετανάστες, τους αργυραμοιβούς, τους εργάτες της πυλοποιίας και άλλους που ως αργά μένουν μες στα μαγαζιά και δεν μιλούν, μήτε ποτέ θα μπορέσουν να υποψιασθούν πως οι νεκροί, αστοί Νορβηγοί τις νύχτες κατακτούν και πάλι την πόλη τους.
Πως έχουν περάσει πια οι εποχές του χρώματος και του ονείρου δεν φαντάζονται. Και έτσι ζουν ανάμεσα στις σκιές και τους αδρούς ήλιους, ανάμεσα στ΄αστικά φαντάσματα και τα επιγραφοποιεία. Οι νεκροί Νορβηγοί, άνδρες και γυναίκες της εποχής του Μυνχ και ίσως παλαιότεροι ακόμα, φορούν κατάμαυρες κάπες, τα υψηλά των ευγενών. Περπατούν με τις γυναίκες τους, οι κορδέλες ανεμίζουν πάνω στα γείσα, αποκαλύπτονται ονόματα θρυλικών, ψαράδικων πλοίων και άλλων που ανήκουν στους στόλους του παρελθόντος.
  Λοιπόν, εκείνοι οι νεκροί Νορβηγοί στέκουν στο τέλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Στέκουν και δεν μιλούν, μόνο κοιτούν με τα λευκά, πανσέληνα μάτια τους ίσια ευθεία στις καρδιές. Και δεν μιλούν, με σφραγισμένα στόματα και όλο χώματα στα βλέφαρά τους δεν μιλούν, συντριμένοι με τα παιδιά τους μερικοί. Θα φθάσουν κάποτε στο ακραίο σημείο του πλαισίου, φανερώνοντας μια τραγική κατατομή. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, δίχως αμφιβολία πως οι νεκροί Νορβηγοί των θαυμάσιων νυχτών, ανήκουν στη μεγάλη εποχή της σιωπής, σηματοδοτώντας μια πόζα καλλιτεχνική, στο ύψος του εξπρεσιονισμού. Ίσως ακόμη συγκρατούν μονάχα τα ανυποψίαστα περιεχόμενα.
  Τα σπίτια σ΄όλο το μήκος της οδού Καρλ Γιόχαν ανοίγουν τα βραδινά τους μάτια, κοιτούν προς το δρόμο που είναι πια αλλιώτικος, διόλου αγροτικός. Είναι γεωμετρικές κατασκευές ετούτα τα σπίτια, κρατούν τα ποικίλα επίπεδά τους στο χείλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Κάποτε ανήκαν στους νεκρούς Νορβηγούς, με τα οστεώδη πρόσωπα μάσκες, κοντά, πολύ κοντά στην αισθητική μιας πεπαλαιωμένηες πινακοθήκης. Προτού ξημερώσει ο αιώνια εφηβικός, νορβηγικός ήλιος, οι Νορβηγοί ευγενείς, οι γυναίκες και τ΄άλλα, τα πιο θολά και αδιάκριτα λάδια θα αποσυρθούν προς το κοιμητήριο του Όσλο. Ανάμεσα στις λίμνες κοιμούνται οι πεθαμένοι, κάτω από ψηλούς σταυρούς και ομοιώματα του αρχαιοελληνικού, νεανικού θεού Ύπνου. Αυτά τα σπάταλα διακοσμημένα μαρμαρόγλυπτα είναι τ΄άσπρα, τα ωραία σπίτια των πεθαμένων. Σ΄ένα μνημείο, μάλλον αριστοκρατικότερο του συνηθισμένου μπορεί κανείς να δει μια έξοχη μίμηση του μαρτυρίου του Αγίου Μαυρικίου. Αλλού επαναλαμβάνονται τα δράματα της πόλεως Τολέδο, όπως ας πούμε η ταφή του κόμητος Οργκάθ και άλλα. Οι ευεργεσίες και οι καταγωγές απόψε εκπληρώνονται.
  Εκεί θα ησυχάσουν οι νεκροί, πετώντας τα καπέλα τους στου ανέμους. Αυτά τα τελευταία θα φέρει ο καιρός πολύ αργότερα μες στα νερά. Τα ήσυχα ποτάμια που κυκλώνουν την πόλη του Όσλο πλέουν γεμάτα από τις κορδέλες και τους παναμάδες και τα υψηλά μιας ολότελα λησμονημένης τάξεως. Είναι πανικός οι νεκροί του Όσλο, είναι τα πρόσωπα μετά την κραυγή, είναι πρόσωπα με σκοτωμένη και ασάλευτη την άλλοτε προτεταμένη φλέβα του μετώπου. Οι νεκροί του Όσλο κρατιούνται στους καμβάδες σαν χαμένα χρώματα, τεμαχισμένοι και μόνοι θα επιστρέψουν λοιπόν κάποτε στα Λίβυθρα μ΄ολη τους τη λύπη και τη σιωπή. Οι νεκροί Νορβηγοί, σύμβολα της τάξης και της εποχής τους, περίλυποι απομένουν, με φωνή παλιά και υλική εμπρός στα τετράγωνα σπίτια, οι Νορβηγοί, δίχως τα στόματα πια, δίχως τα χέρια τους, άνθρωποι από κιμωλία, γραμμένοι εδώ και χρόνια.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός, πλησιάζοντας το χώμα. Είναι ένα βλέμμα σε απόσταση από τους ανθρώπους και τους συχνωτισμούς. Γερασμένος και μυστηριώδης εκείνος ο άνδρας, ένας παλιός αναρχικός της τέχνης και της πόλεως. Ένας ποιητής, πάντοτε πέρα και έξω από κάθε μονομέρεια και κάθε θάνατο και απ΄όλα τα πλήθη. Ετούτοι οι νεκροί Νορβηγοί θα μπορούσαν να αποτελούν τη μυθολογία των αποκρεών ή ένα μύθο, δίχως πια την υγεία του.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός.
  Βαδίζει μόνος στην οδό Καρλ Γιόχαν και ήσυχα απομακρύνεται. Καταυγάζει, δίχως παραφορά, σαν τέχνη. Έχει διδάξει μ΄επάρκεια την τεχνική της κραυγής που θα μας απασχολήσει.Δεν είναι καθόλου απόμακρος, διόλου νεκρός. Είναι ζωγραφιά αυστηρή και απλή. Μορφή του μέλλοντος, ανεπανάληπτη. Άνθρωπος των συνόρων με μια καταγωγή που μόλις στις μέρες μας τείνει να επιβεβαιωθεί πια ως είδος. Ο αδιόρατος άνθρωπος όλο κατευθύνεται.
*

©Απόστολος Θηβαίος
Εικονογράφηση: Edvard Munch, «Ανοιξιάτικη μέρα, στην οδό Karl Johan», 1892

Όλες οι «Ανταποκρίσεις του Απόστολου Θηβαίου»

Αιμίλιος Χουρμούζιος, Παλαιά και νέα ποίηση

Θεωρία ποίησης: Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1980

Είναι καιρός που επαύσαμε να ταλαιπωρούμεθα για τον προσφορότερον ορισμό της Ποιήσεως. Και είναι, νομίζω, ο καιρός της χρεωκοπίας των «σχολών», των κινημάτων στην τέχνη, των μανιφέστων και των θρησκειών. Η Ποίηση οδοιπορεί μαζί με τη διαλυμένη ψυχή του ανθρώπου κι αν κάπου σταθμεύει, είναι για να μετρήση το πλάτος των παρθενικών της βημάτων. Είναι αληθινά η καταλυτική εποχή του θανάτου των ενθουσιασμών που σ’ άλλα χρόνια, παλαιότερα πολύ – αφού οι δεκαετίες έχουνε τώρα για μας την έκταση των αιώνων και το χτες βιάζεται να περάση στην προϊστορία – αρκούσαν για να γίνουν οι στρατολόγοι των «σχολαρχών». Ο ποιητής είναι σήμερα περισσότερο μόνος απ’ όλους τους περήφανους ερημίτες που την αχνή τους μορφή μας περισώζει το εικονοστάσι της παγκόσμιας γραμματολογίας. Μόνος είναι, γιατί λείπει τώρα το στοιχείο της κοινότητας των σκοπών κι ο μυστικιστικός φανατισμός του συνεκτικού ιδεώδους. Τίποτα δεν είναι πια πλήρες, τίποτε δεν είναι άρτιο. Και η Ποίηση, αφού έγραψε την τροχιά του ιδεολογισμού από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρίσκεται τώρα στη νεκρή ζώνη της αοριστίας. Έχει ξεπεράσει το στάδιο των απατημένων προσδοκιών. Δεν πιστεύει ο ποιητής και δεν δέχεται. Δεν ελπίζει, γι’ αυτό και δεν αυταπατάται. Μα είναι η Ποίηση αγώνας;…

Η εισβολή του ιδεολογισμού και της φιλοσοφίας στην Ποίηση που έχουν εκτοπίσει, ή τουλάχιστον παραμερίσει, το καθαρό συναίσθημα και βάρυναν τον μελωδικό λυρισμό, δεν είναι φαινόμενο των σύγχρονων καιρών. Οι καιροί μας και οι ποιητές των καιρών μας έχουν αντιδράσει στην οργανωμένη ιδέα της εποχής του επιστημονισμού. Το σκίρτημα του υπερρεαλισμού υπήρξε μια ανταρσία και της οργανωμένης ιδέας, κατά της λογικής, αλλά η ανταρσία δεν θα διεκδικούσε τη θέση της στο χρονικό της Ποιήσεως του ΧΧού αιώνα αν δεν υψωνόταν κάθετη για ν’ αγγίση τον προσανατολισμό. Ήδη, με πολλή λογική ο Αντρέ Ζιντ διατύπωσε στις Νέες Τροφές το επαναστατικό σύνθημα: «Α! ποιος θα λυτρώση το πνεύμα μας από τις βαρειές αλυσίδες της Λογικής;». Κι αυτός ο Πωλ Βαλερύ γινόταν κατά κάποιον τρόπο ο πρόδρομος του αυτοματισμού με τον περίφημον αφορισμό του: «Η παραμικρότερη διαγραφή (rature), παραβιάζει τον αυθορμητισμό». Η κατάλυση της λογικής υπήρξε μια προσπάθεια διαφυγής των ανθρώπων του πνεύματος από τα αδυσώπητα συμπεράσματα των λογικών κατασκευών και ο αυθορμητισμός μια παραλλαγή της διαφυγής αυτής που αναζητούσε με την ανασκαφή του υποσυνειδήτου την εξαγωγή ενός καινούργιου εγώ, απείραχτου από τη φθορά της προσαρμογής με τον πολύμορφο –ηθικό, ιδεολογικό και πολιτικοκοινωνικό- συμβατισμό. Ολόκληρο το υλικό της Ποιήσεως είχε τριβεί από την αδιάλειπτη επανάληψη κι από την αποθήκευσή του στα ίδια μορφικά περιγράμματα. Ακόμη και οι λέξεις, τα φραστικά σχήματα, οι λεκτικοί συνειρμοί φαίνονταν τρομεροί αναχρονισμοί. Αν ο Βαλερύ πίστευε πως «οι ολόγυμνες σκέψεις και οι ολόγυμνες συγκινήσεις είναι τόσο αδύνατες όσο κ’ οι ολόγυμνοι άνθρωποι, γι’ αυτό, θα πρέπει να τις ντύσουμε» -και ποιο θα ήταν το ντύμα τους, αν μη οι λέξεις;- ο Αντρέ Μπρετόν, ο πρωθιεράρχης του υπερρεαλισμού, ζητώντας και τον λεκτικό αυτοματισμό, θεωρούσε πως «ήταν τερατώδης πλάνη να πιστεύουμε πως η γλώσσα δημιουργήθηκε για να διευκολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις». Ο ριζοσπαστισμός του υπερρεαλισμού, δαμασμένος από τον σατανά του, τη λογική, επαναλαμβάνει το σύνθημα του Μπρετόν με αυτή τη λεπτή υπεκφυγή του Αντρέ Ζιντ που συναντά ο μελετητής του χρονικού της Νεώτερης Ποίησης στο ίδιο εκείνο απόσπασμα των Νέων Τροφών που δημοσίευσε το ντανταϊστικό όργανο η Λογοτεχνία: «Ονειρεύομαι νέες αρμονίες, μια τεχνική των λέξεων λεπτότερη και ειλικρινέστερη, χωρίς ρητορική και που δεν ζητάει τίποτε ν’ αποδείξη». Αυτό το «που δεν ζητάει τίποτα ν’ αποδείξεη» είναι μια άλλη μορφή του υπερρεαλιστικού αυτοματισμού, μια άλλη άρνηση του λογικού συνειρμού που οδεύει πάντα προς ένα κάποιο αποδεικτικό συμπέρασμα, είτε τούτο διατυπώνεται είτε απλώς υποβάλλεται.
***
Η Ποίηση, από τα πρώτα χρόνια της τρίτης δεκαετίας του ΧΧού αιώνα, αγωνίζεται να κερδίση κάποιαν αυτονομία όχι τόσο ειδολογική όσο πνευματική. Προσπάθησε ν’ αποχωριστή από τη γενική κίνηση του πνεύματος, εγκαταλείποντας σιγά σιγά και με θυσίες οδυνηρές τις μεστότερες κατακτήσεις της. Από τότε χρονολογείται η ρήξη με την παράδοση. Από τότε σημαδεύεται αυτό το έξαλλο ταξίδι προς το άγνωστο που έμελλε να περάση από τις αδυσώπητες Συμπληγάδες του Ορθολογισμού και του Παραλογισμού για να μας φτάση δεινά τραυματισμένη αλλά και με πολλή δύναμη κι αυτοπεποίθηση για να μην επιχειρήση καμιάν επώδυνη επιστροφή προς ό,τι με τόσο πάθος και με τόσην αγωνία αποχωριζόταν. Τριάντα περίπου χρόνια διαρκεί η κρίση της αναζήτησης, η δοκιμασία των επάλληλων αποτυχιών, η θανάσιμη πάλη με την πρόζα για τη βεβαίωση του ιδιότυπου εδάφους όπου καλλιεργείται ο νέος ποιητικός λόγος, και στα τριάντα τούτα χρόνια οι κατακτήσεις υπήρξαν τόσο μεγάλες όσο μεγάλη υπήρξε και η αυτοκαταστροφή και η αυτοκατάλυση σε στείρα αποτελέσματα. Μ’ όλο τούτο, τα τριάντα αυτά χρόνια έγιναν ήδη μια ιστορία και το πρώτο κεφάλαιο μιας νέας παράδοσης που έχει τούτη την ιδιοτυπία από ό,τι συνήθως εννοούμε λέγοντας παράδοση: την αέναη κινητικότητα και τον δυναμικό μεταβολισμό. Σήμερα η Ποίηση δεν διεκδικεί πια έναν νέο ορισμό που να θέτει με τον περιοριστικό του χαρακτήρα ορόσημα, φράγματα και τυπικούς κανόνες. Η Ποίηση σήμερα, αν βρίσκεται από ιδεολογική πλευρά στη νεκρή ζώνη της αοριστίας, από καθαρά τεχνολογική βρίσκεται σε μια ρευστότητα ιδεολογική που φαίνεται να δικαιολογεί τη ρήση του Βαλερύ: «Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους έχουν για την Ποίηση ιδέα τόσο αόριστη, που η ίδια αυτή αοριστία της ιδέας τους είναι γι’ αυτούς ο ορισμός της Ποιήσεως». Αυτή η αοριστια είναι ό,τι απελευθερώνει τον σύγχρονο ποιητή από την οποιαδήποτε πειθαρχία, που ενδυναμώνει την ατομική προσπάθεια τα κατάχτησης ενός προσωπικού αισθητικού πιστεύω και γίνεται το κίνητρο της ατομικής συνεισφοράς για την αργή μορφοποίηση του νέου ποιητικού ιδεώδους. Εξάλλου η βαθμιαία ιδεολογική απομόνωση του ποιητή που ζει μετ α άλλα ανεξάρτητα πνεύματα τη στιγμή της Μεγάλης Διάψευσης του ιδεώδους του ομαδισμού, αν απελευθερώνει την ποιητικήν έμπνευση και κινεί τις δημιουργικές δυνάμεις της φαντασίας, βοηθεί ταυτόχρονα, χωρίς ιδιοτέλεια, την ίδια μορφοποιητική λειτουργία που συντελείται σχεδόν ασυνείδητα, αλλά γι’ αυτό όχι λιγότερο οικοδομητικά. Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει πόσο διάστημα χρόνου θα καλύψη η απομόνωση τούτη που μπορεί να χαρακτηρισθή με πολλή σχηματοποίηση σαν μια επιστροφή στο άτομο. Όμως ουσιαστικά δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για μια νέα ανίχνευση του ατόμου. Επιστροφή θα ήταν αν το σημερινό άτομο ήταν το προπολεμικό μόριο της ομάδας που είχε παραμερίσει για να κονιορτοποιηθεί από τον οδοστρωτήρα του ομαδισμού, ένα μόριο αυτάρεσκο, εγωκεντρικό, αλαζονικό κι ατίθασο, ξένο προς ό,τι θα ήταν δυνατό να θεωρηθή σαν προσπάθεια κοινωνικού μεταμορφισμού ή καν το μόριο εκείνο το ομφαλοσκοπικό και αδιάφορο που στένευε τον κόσμο σε μια γειτονιά και την παγκόσμιαν αγωνία την περνούσε από τη βελονοτρυπίδα του μικρόχαρου εγώ του. Σκέπτομαι το άτομο που ήταν μια άρτια κοινωνική μονάδα και δέχτηκε ν’ ακρωτηριάση τις προεξοχές του ατομισμού του για χάρη του ομαδικού σχήαμτος της ευτυχίας. Τώρα που το σχήμα τούτο αποδείχτηκε τόσο κακότεχνο και τόσο στενόχωρο που να μη μπορεί να δεχτή την ανθρώπινην αγωνία και τώρα που το προσωπείο της ελευθερίας φενακίζει το τερατώδες πρόσωπο της δουλείας, το άτομο θέλει να ξαναγυρίση στον εαυτό τουτον ανανεωμένον από τον πύρινο κύκλο της μεγάλης δοκιμασίας. Έτσι φαντάζομαι και τέτοια νομίζω, πως είναι αυτή η επιστροφή που δεν γίνεται μ’ ενθουσιασμό αλλά με πολλή πίκρα. Πόσον καιρό θα είναι ο άνθρωπος ερημίτης του εαυτού του δεν είναι δυνατό να προμαντευθή γιατί κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η φοβερή σύγχυση των ιδεών, που την ξεκαθαρίζει ο καθένας μας ξέχωρα για την ειρήνευση της δικής του ψυχής, θα οδηγήση σε καινούργιο χάος. Ωστόσο το διάστημα τούτο δεν μπορεί πια να είναι ένα διάστημα σιγής για τους ανθρώπους που έχουν ακόμα φωνή. Και οι σκόρπιες φωνές μ’ όλη την πολυτονία τους είναι ικανές να δημιουργήσουν τη συμφωνία των διάσπαρτων και συχνά παράταιρων ήχων που είναι χίλιες φορές προτιμότερη από τη διατεταγμένην ομοφωνία. Η έλλειψη σταθερού προσανατολισμού, ιδεολογικού και αισθητικού, αν αποκόπτει κάθε δεσμό με την άστατη παράδοση των μεσοπόλεμων χρόνων, αρχίζει να γίνεται η ίδια παράδοση. Οσο οξύμωρη κι αν φαίνεται η βεβαίωση τούτη, δεν παύει να είναι περίεργη πραγματικότητα. Αρχίζει δηλαδή να σταθεροποιείται το κλίμα της ασύδοτης ελευθερίας που επιτρέπει τα πιο επικίνδυνα τολμήματα, αλλά και τα πιο γόνιμα συνάμα, γιατί η αλυσίδα της μίμησης συναντά τουςτουςείποντες κρίκους. Εκεί, είτε σταματά, είτε επιχειρεί το άλμα της νοητής ανασύνδεσης με το παρελθόν. Όμως το άλμα πέφτει συχνά στο κενό γιατί είναι πάντοτε δύσκολη η ψυχολογική γεφύρωση του σήμερα με το χτες. Το χτες είναι γεμάτο με προσδοκίες που σήμερα, κάτω από το ωμό φως των ξαστοχημένων πραγματοποιήσεων, αναδίνουν τη νοσηρότητα ή, στην καλύτερη περίπτωση, τη χίμαιρα. Ό,τι αναβιώνει το χτες ηχεί στην ψυχή μας σαν ήχος κούφιος, ήχος στεγανός, αφού δεν υπάρχει καμιά ανακλαστική επιφάνεια για να τον αναζήση. Τι επιζή σήμερα; Ισως κάποιος τρόπος ποιητικός, κάποια στιχουργική τεχνική, κάποια υπολείμματα ρυθμών που αγωνίζονται να θεμελιώσουν τη συνέχεια χωρίς να το πετυχαίνουν, γιατί κανένας άξιος ποιητής του καιρού μας δεν επιχειρεί το αβέβαιο τούτο βάδισμα απάνω στο τεντωμένο σκοινί που θέλει να συγκρατήση το ολάρμενο καράβι από το μεγάλο ταξίδι. Οι ποιητικοί τούτοι τρόποι και οι στιχουργικές επαναλήψεις των προτύπων του χτες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της πορείας. Και συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι η Νέα Ποίηση έχει κιόλας ηλικία γιατί δυσκολευόμαστε πάντα να εμπιστευτούμε στα νεογέννητα.
***
Περιπέτεια λυρισμού
Η ηθική διάλυση του υπαρκτού κόσμου, η αξεπέραστη, υποκειμενικά και αντικειμενικά, κρίση των ιδεών, η αδυναμία της φιλοσοφίας να στηρίξη μια κατάφαση κα να διεκδικήση αδιασάλευτο έδαφος στο χώρο της ψυχής, υπήρξαν οι συντελεστές της αοριστίας. Η αοριστία, από τα πρώτα χρόνια της μεσοπόλεμης παρένθεσης, είχει επιβληθή σα κλίμα αισθητικό, αφού προηγουμένως είχε δημιουργήσει την ηθικά περιρρέουσαν ατμόσφαιρα –(πόσον αληθινά λαμπρός είναι, στη γενικευτικότητά του, ο ροϊδικός όρος…). Η αοριστία είναι και αυτή μια κρίση – μια κρίση ιδεολογική στην ευρύτερη και περιληπτικότερη έννοια του όρου. Αλλ’ υπάρχουν κρίσεις και κρίσεις. Οι παροδικές και οι μόνιμες. Ό,τι χαρακτηρίζει τις παροδικές κρίσεις είναι ένας οξύτατος αγώνας ανάμεσα στην κατάφαση και στην άρνηση, ωσότου η κατάφαση εξουδετερώση την άρνηση και συνεχίση, μ’ όλη την ταλάντευση, τη γραμμή της πορείας, ή ωσότου η άρνηση αποσυνθέση την κατάφαση και δίνοντας στην πορεία μιαν άλλη κατεύθυνση, εγκατασταθή σαν μια νέα, αυτή, κατάφαση χρησιμοποιώντας τα διαλυτικά στοιχεία της πρώτης, που μεταβάλλονται τώρα σε στοιχεία θετικού δυναμισμού. Στις παροδικές κρίσεις η Ιστορία σταθμεύει πρόσκαιρα, όσο χρειάζεται για να σημαδέψη την ταραχή. Αλλ’ η συνέχεια επιβάλλεται, κυριαρχεί και οδεύει, είτε στην παλιά γραμμή είτε στη νέα, γιατί και η νέα γραμμή είναι μια συνεχής κατάφαση μ’ ελαφρούς τιναγμούς. Στις μόνιμες κρίσεις ο αγώνας είναι αδιάλειπτος˙ όμως, μετά την πρώτην οξύτητα, αποκαθίσταται σιγά σιγά ένα καθεστώς που έχει το στοιχείο κάποιας ρευστής μονιμότητας. Είναι η μονιμότητα που δεν κλείνει τον θάνατο του στατικού, γιατί οι αντιφατικές δυνάμεις βρίσκονται πάντοτε σ’ ενέργεια και εγρήγορση. Ωστόσο καλύπτει ένα χρονικό διάστημα επαρκές για να δημιουργήση ατμόσφαιρα, θερμοκρασία, κλίμα. Η κρίση γίνεται συνείδηση και απαιτεί την προσαρμογή. Και η Αισθητική είναι κυριότατα μια προσαρμογή στο ηθικό κλίμα της εποχής. Δεν είναι δύσκολο ν’ αντιληφθούμε πως η ιδεολογική αοριστία δημιούργησε την αισθητική της αοριστίας. Οι απαρχές πρέπει να ν’ αναζητηθούν στην περίοδο της τυπικής εκείνης προσπάθειας της επιστήμης να διασπάση το διάφραγμα που εχώριζε την έννοια της στατικής ύλης από την εν δυνάμει ύλη, δηλαδή την ενέργεια. Είναι μια αποφασιστική περίοδος μεταξιώσεως των αξιών, η εποχή μιας νέας φυσικής που ανέτρεπε με ραγδαιότητα τις παραδεγμένες ιδέες και κλόνιζε σύρριζα τις καθιδρυμένες αντιλήψεις. Η βαθύτατη αλλαγή που έμελλε να επηρεάση τη φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και φυσικάη την αισθητική, που αποτελεί έναν κλάδο του ιδεολογικού επιστεγάσματος της κοινωνικής διάρθρωσης, υπήρξε η βασική αιτία του μεγάλου αποχωρισμού του ατόμου από την παράδοση, το κίνητρο της διαφυγής του από την κοινή κοίτη του πνεύματος, η αφορμή της ρήξης με την οργανωμένη ιδεολογία της κοινωνικής μάζας. Από τη στιγμή που οι τρέχουσες ιδέες έχασαν την πειστικότητά τους, το καθορισμένο εννοιολογικό τους περίγραμμα με τη σαφήνεια του περιεχομένου του έγινε εξαιρετικά στενόχωρο, η φθορά των λέξεων πρόβαλε με περισσότερη γυμνότητα, κι ο αγώνας αίφνης του Μαλλαρμέ, για την κάθαρση και τη λεκτική αποπνευμάτωση φαινόταν ανεπαρκής για να τους ξαναδώση την παρθενικότητα και τη στίλβη τους. Δεν έφταιγαν τόσο οι λέξεις όσο το εννοιολογικό τους φορτίο. Οι λέξεις, ειδικά μετά το ουμανιστικό στάδιο της ποιήσεως που χρονικά τάσσεται ανάμεσα στον συμβολισμό και τον νεοσυμβολισμό, (δηλαδή σε μια περίοδο που καλύπτει περίπου τριάντα τόσα χρόνια, από το 1890 έως το 1920), και μετά τη φιλοσοφική φάση, όπου η ποίηση προσπαθούσε ν’ ανταγωνισθή τη φιλοσοφία στο επίπεδο της μεταφυσικής γνώσεως του κόσμου, οι λέξεις έμειναν αυτό που ήταν: οχήματα ιδεών που δεν άργησαν να γνωρίσουν βίαιους τιναγμούς πάνω στα κοφτερά χαλίκια της αποκαλυπτικής παρουσίας του υποσυνείδητου. Η γεφύρωση του διχασμού του βαθύτερου εγώ με το εγώ το διαμορφωμένο από την τριβή του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο, η κατάργηση της διάστασης ανάμεσα στην παρθενική ψυχή του ανθρώπου και του αντικειμενικού κόσμου, η συγχώνευση δηλαδή του υποκειμένου με το αντικείμενο, άλλοτε μόλις συνειδητή, ή μάλλον χαμένη στις σκοτεινές περιοχές του ονείρου, σήμερα ανάγκη επιβλητική μέσα στην απόγνωση της αυτοκαταδίκης και της αυτοεξορίας, υποβάλλει την έφεση μιας γνώσης ολοκληρωτικής του εγώ και του κόσμου, και παράλληλα μιας ηθικής που θα ρυθμίση την ατομική αγωγή απέναντι του συνόλου ή, καλύτερα, της ηθικής που θα καταργήση τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική και τη μαζική αγωγή.
***
Η αγωνία της Ποιήσεως και η περιπέτεια του Λυρισμού άρχισαν από την ώρα που το άτομο ζήτησε να γνωρίση τον εαυτό του, να τον γνωρίση ολοκληρωτικά, σε βάθος και σε πλάτος, κι από τη στιγμή που η αυτοεμπειρια χρησιμοποιήθηκε σαν ένα μέσο για να γνωρίσουμε τον κόσμο. Από την ίδια στιγμή η Ποίηση γίνεται ένας αγώνας για την κατάχτηση του επιστητού και μαζί πλουτίζεται με διεκδικήσεις που άλλοτε παρακολουθούσαν μονάχα το φιλοσοφικό πνεύμα στις αναζητήσεις του. Ήδη ο Μπωντλαίρ θεωρούσε τον εαυτό του το σκεύος εκλογής που είχε επιλεχθή για να εκφράση το μυστήριο της ζωής, ενώ πριν από τον υπερρεαλισμό και τον πρωθιεράρχη του τον Αντρέ Μπρετόν, ο Ζερράρ ντε Νερβάλ αναζητούσε χωρίς καμιά προπέτεια ταχυδακτυλουργική, να ισορροπήση το υπαρκτό με το ανύπαρκτο, το απτό με το ασύλληπτο, το όνειρο με τη ζωή: «Θαρρώ, έλεγε ο ανύποπτος εκέινος πρόδρομος των νεώτερων εξερευνητών του ονειρικού χώρου, πως η ανθρώπινη φαντασία δεν επινόησε τίποτα που να μην είναι αληθινό». Κι από τότε η υπαρκτή ζωή, ο θεατός κόσμος αποτελούσαν μια δεύτερη αλήθεια που ερχόταν να προστεθή στην αλήθεια την ονειρική. Αν η αντίληψη τούτη, στην εποχή ακόμη του ρομαντισμού, ήταν μια καθαρά ποιητική βεβαίωση, που είχε μόνο στήριγμα τη μυστικιστική προσήλωση των ποιητών στην αποκαλυπτικότητα της εμπνεύσεως, στα νεώτερα χρόνια οι ψυχαναλυτικές έρευνες επροίκισαν τις ποιητικές φαντασιώσεις με τη θετική κι αποδεικτική δύναμη της επιστήμης.
[…]
Αιμίλιος Χουρμούζιος (Λεμεσός, 12 Αυγούστου 1904 – 16 Σεπτεμβρίου 1973). Κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, μεταφραστής, γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου το 1904.
Εξέδωσε το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό της Κύπρου την Αβγή. Το 1925 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου άρχισε να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα Εστία ενώ παράλληλα σπούδασε στη Νομική. Το 1927 εξέδωσε το περιοδικό Λογοτεχνική Επιθεώρηση και στη συνέχεια τη Νέα Επιθεώρηση και από το 1930 έγινε συντάκτης της εφημερίδας Καθημερινή. Κατά τη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και μετά τον πόλεμο διετέλεσε γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Συνεργάστηκε κυρίως με το περιοδικό Νέα Εστία δημοσιεύοντας κριτικές μελέτες, μεταφράσεις και δοκίμια. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς και Αιμ.Χ.

H Εργογραφία του στο BiblioNet

[πηγή]

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος

Γιάννης Σκαρίμπας

ΗΑθήνα είναι λάδι σε τελάρο, πιο πέρα τ΄αρχαίο τρίγωνο της πόλεως και άλλες ιστορίες. Και στη Χαλκίδα ακόμη τραγουδούν τα μπλουζ του Σκαρίμπα. Οι λιγνές υπάρξεις, τα σύνθετα, βαδίσματα μες στις πόλεις και επιγραφές. Ο ευβοϊκός κόσμος του Γιάννη Σκαρίμπα είναι ένα άλμα. Και ως τέτοιο αναμένεται να το συνοδεύει ένα ρίσκο, ο κίνδυνος και ο θεσμός του ακροβάτη, τα τολμήματα στις επικίνδυνες περιοχές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος»

Κώστας Κουτσουρέλης, Η κατάρα των maudits

Ο ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΜΥΘΟΣ

«Προς τι ποιητής

Σε μικρόψυχους καιρούς;» Ποιος δεν γνωρίζει τον περίφημο στίχο του Χαίλντερλιν; Ή εκείνον τον άλλο του Μπωντλαίρ, για τον αιθεροδρόμο ποιητή που όταν πατάει στη γη, τα γιγάντια φτερά του «τον δυσκολεύουν να βαδίζει»; Μεταξύ ποιητών, δεν πρέπει να υπάρχει στις μέρες μας πιο δημοφιλής δοξασία από το ότι η τέχνη τους ουδέποτε είχε απήχηση κοινωνική άξια λόγου. Ότι είναι αρχαιόθεν διωκόμενη και παραγκωνισμένη, προορισμένη να λαθροβιοί υπό συνθήκες αντίξοες. Και ότι μάλιστα αυτό δεν είναι μόνο αναπόφευκτο αλλά και καλό, αφού η ποίηση ωσάν «λουλούδι πείσμον και αναίτιο, ανθίζει περισσότερο και μοσχοβολάει όσο πιο πολύ μένει απότιστο και περιφρονημένο»… (Γ. Βαρβέρης)
   Πόση σχέση έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Καμμία απολύτως! Είναι ειρωνικό αλλά ο 19ος αιώνας που γέννησε τον μύθο του poéte maudit, του «καταραμένου», του απόβλητου ποιητή, είναι ο ίδιος αιώνας όπου η ακτινοβολία της ποίησης βρέθηκε στο αποκορύφωμά της. Είναι η εποχή των «εθνικών ποιητών»: απ’ άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης, από τον Σολωμό του «Ύμνου» ώς τον Λαίννροτ της «Καλεβάλας», η ποίηση εμπνέει κινήματα, επηρεάζει συνειδήσεις, διαπλάθει την ίδια τη λαϊκή γλώσσα. Είναι η εποχή όπου η ανάγνωση, η αποστήθιση, η απαγγελία ποιημάτων αποτελεί συνήθεια κάθε αστικής οικογένειας, μέσο διαπαιδαγώγησης, παιχνίδι συναναστροφής. Όπου οι ποιητικοί διαγωνισμοί εξάπτουν τα πνεύματα και αποτελούν γεγονότα πρώτης γραμμής. Όπου η έμμετρη σάτιρα είναι το πρώτο που διαβάζει κανείς ανοίγοντας την εφημερίδα. Όπου ένα και μόνο ποίημα, όπως το «Κοράκι» του Πόε, αρκεί για να κάνει διάσημο έναν ποιητή εν μιά νυκτί.
   Και είναι, βεβαίως, η εποχή της τεράστιας διάδοσης του ποιητικού βιβλίου. Από τον Μπάυρον ώς τον Πούσκιν, από τον Χάινε ώς τον Λονγκφέλλω, σ’ Ευρώπη και Αμερική, τα ποιητικά έργα κυκλοφορούν σε αριθμούς που συχνά τους φθονούν και οι πιο επιτυχημένοι μυθιστοριογράφοι. Τρεις εβδομάδες κυκλοφορίας των «Contemplations» έφτασαν στον Ουγκώ για να αγοράσει ιδιόκτητη οικία. Κι εδώ σ’ εμάς ο Αχιλλέας Παράσχος, λένε, όταν εξέδωσε τα Άπαντά του αποκόμισε 50.000 δρχ., ποσό μυθικό για την εποχή.
   Στη θαυμάσια μελέτη του «Ρομαντικά χρόνια» ο Αλέξης Πολίτης έδειξε γλαφυρά πόσο εξέχουσα, πόσο μοναδική υπήρξε η θέση των ποιητών στην Ελλάδα της περιόδου 1830-1880. Το ενδιαφέρον τώρα είναι ότι η διαπίστωσή του εκείνη μέσες άκρες ισχύει και για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Από το 1872 όταν ο Βαλαωρίτης προσφωνεί τον ανδριάντα του αοιδήμου Γρηγορίου Ε’ («Μη λησμονείτε το σκοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!») ώς τον Σικελιανό του 1943 που ξεπροβοδίζει για τελευταία φορά τον Κωστή Παλαμά («Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»), η αίγλη του ποιητή παραμένει σπουδαία. Αλλά και μετά τον Πόλεμο, με τη στροφή τους στον δημόσιο λόγο, τη διεθνή τους αναγνώριση, τη μελοποίηση του έργου τους, οι ποιητές της Γενιάς του 1930 καθώς και μερικοί από τους διαδόχους τους, αυτή την αίγλη θα την συντηρήσουν σε μεγάλο βαθμό. Ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τουλάχιστον, η ποίηση στην Ελλάδα είναι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος.
   Η κακοπάθεια των ποιητών, η κοινωνική τους τάχα περιθωριοποίηση, η εχθρική στάση του κοινού απέναντί τους αποτελεί ιστορικά έναν μύθο. Μύθο όμως αποτελεί και για έναν άλλο λόγο, που δεν έχει να κάνει με τον χρόνο και τα τεκμήριά του. Στο στόμα του Χαίλντερλιν, στο στόμα του Μπωντλαίρ, η εικόνα του ποιητή που δεν είναι του κόσμου τούτου, που ίπταται υπερήφανος στους αιθέρες, είναι μια εικόνα δύναμης, άμετρης φιλοδοξίας και, ας μη το κρύβουμε, οίησης. Είναι η εικόνα του προφήτη που βοά εν τη ερήμω, όντας κατά βάθος βέβαιος ότι αύριο κιόλας θα τον καλέσουν να ξαναπάρει τη θέση του στο κέντρο της Αγοράς. Στο στόμα των σημερινών ποιητών, αντίθετα, οι ίδιοι στίχοι δεν είναι παρά φύλλο συκής. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια πόζα μηχανική, κληρονομημένη από το παρελθόν. Στη χειρότερη, μια απόπειρα να κρύψουν πίσω από την υποτιθέμενη μοίρα της τέχνης τους τη δική τους αδυναμία να κρατήσουν την προσοχή του μεγάλου κοινού, τη δική τους αποτυχία και γύμνια.

©Κώστας Κουτσουρέλης
Η Φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση
Καθημερινή της Κυριακής, 10.11.2013

*

Ο Κώστας Κουτσουρέλης είναι ποιητής. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς και στις Στάχτες. Τελευταίο βιβλίο του: «Αέρας αύγουστος», εκδ. Περισπωμένη, 2012.