Παύλος Τζιούρρου, Κέρματα περαστικών

photo ©S.F. – Lille, France

Ξυπνάει αποφασιστικά από το παγκάκι όπου κοιμόταν, στη πλατεία Αριστοτέλους και με τα λιγοστά κέρματα που του άφησαν οι περαστικοί, σηκώθηκε με μιας όρθιος. Πηγαίνει και παίρνει το λεωφορείο για Χαλκιδική. Ο ‘οδηγός’ δέχτηκε με χαρά να μπει στο λεωφορείο, με τα σκισμένα βρομερά του ρούχα. Διάλεξε το πιο όμορφο μέρος της για να ταξιδέψει. Ίσως χωρίς επιστροφή. Ποιος ξέρει…

Φθάνει στο προορισμό του. Κατεβαίνει από το λεωφορείο και περπατάει ξυπόλυτος μέχρι την αμμουδιά. Ξαπλώνει πάνω σε αυτή και κυλιέται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Παύλος Τζιούρρου, Κέρματα περαστικών»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η Μονίκ ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Εκδόσεις Οδός Πανός

– Κι όμως· εμένα με λένε Κίμωνα! Και ακριβώς έτσι με γράφουν· ακούς: Κί-μω-να! Τριάντα αιώνες… μού είπε μόνο.
Και το ίδιο κιόλας βράδυ· επίτηδες, για να με προ-καλέσει ακόμα περισσότερο, πήρε μέσ’ απ’ τη μεγάλη βιτρίνα με τ’ αρχαία κεραμικά, κι έψησε χταποδάκι στα κάρβουνα πάνω σε μια πήλινη ελληνιστική φουφού… Αν είναι ποτέ δυνατόν: Έψησε χταποδάκι, πάνω σ’ έναν αρχαίο, σπάνιο πύραυνο, του 3ου αιώνα!
Του 3ου αιώνα προ Χριστού…
Τρελάθηκα: Στον 21ο αιώνα μετά Χριστόν να ψήνει χταποδάκι στα κάρβουνα πάνω σε μια ελληνιστική φουφού του 3ου αιώνα προ Χριστού… Απίστευτο…
«Sacrilege!» ούρλιαζα, «Sacrilege!», «Ιεροσυλία!»
Έχασα το φως μου. Ζαλίστηκα, μού κόπηκε η ανάσα κι έπεσα χάμω ξερή.
Κι ο άλλος μπροστά μου, γελούσε σαν μωρό παιδί…

✳︎

Γιώργος Αναγνώστου, Ρευστότητας Έρωτας

 Στο ήθος γενναιοδωρίας Θ.Τ.

Η έλξη σκίρτησε. Στο σημείο ακριβώς που παιχνίδισαν δυο γλώσσες. «Ο παλιός έρωτας με νεράιδες…», άρχισε την ιστορία. Την είχε ακούσει από τον μετανάστη παππού του. Τελετουργική αφήγηση καλοκαιρινή. Η κάθε επιστροφή στον προγονικό τόπο. Οι σταθεροί της παρέας δεν έπαυαν να την εκτιμούν σαν κάτι που ακόμα μάγευε. Τα νέα μέλη σαν να αποκόμιζαν κάποιο ηθικό μήνυμα. Αυτή όμως εστίασε αλλού. Επέλεξε άλλη ερμηνεία. Περίμενε μέχρι να καταλαγιάσουν τα σχόλια. «Αχ αυτός ο φιλαράκος ο ιός!» πρόσθεσε ανέκφραστη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Αναγνώστου, Ρευστότητας Έρωτας»

Δημήτρης Τούλιος, Ο δειλός των δεινών καιρών

Δημόσιος λόγος

Καφέδες λεκιάζουν τα γράμματα
τα κάνουν φαντάσματα.
Κι ύστερα τα έργα του δρόμου που επιμένουν ολοένα.
Τρυπάνε τη μνήμη των βημάτων
και αναταράζουν τα φλιτζάνια.
Μια κοπέλα που σερβίρει
νυχτώνει το βλέμμα στον λογαριασμό.
Χέρια ψαχουλεύουν στις τσέπες,
πελάτες συνωστίζονται στα καθίσματα.
Όλοι περιμένουμε το θαύμα μιας γουλιάς, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Τούλιος, Ο δειλός των δεινών καιρών»

Λεωνίδας Καζάσης, σε ορίζοντες που η ρέμβη δεν ορίζει

Λή

Τα σκέλη σου ορθάνοιχτα,
αχόρταγα ρουφούν
την ρώμη την αρσενική,
την φλόγα της συλφίδος,
που κάθυγρα τα χείλη της,
τα χείλη σου που πάλλονται φιλούν.

Αγλάϊσμα των γυναικών!
Της ηδονής ιέρεια! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, σε ορίζοντες που η ρέμβη δεν ορίζει»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, εις το χωρίον της Πιάδος

Πιάδα Αργολίδας, 20 Δεκεμβρίου 1821

Πίνακας που απεικονίζει τη στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος. Έργο του Ludwig Michael von Schwanthaler.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝ ΕΠΙΔΑΥΡΩι Α΄ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ*

ΑΚΤΙΣ ΕΛΠΙΔΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

Εν ονόματι της Αγίας
και Αδιαιρέτου Τριάδος,
εις το χωρίον της Πιάδος·

ότε το Έθνος ή μέλλον κράτος
συνήρχετο δι’ αντιπροσώπων
– και δια πολλών άλλων προσώπων.

Δες κοτζαμπάσηδες του τόπου
ή προύχοντες πτωχών κι απόρων Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, εις το χωρίον της Πιάδος»

Γιώργο Παπαγιαννόπουλος, Τρεις νότες

Αυτή την ουράνια οπή που χάσκει
κάθε φορά που τα μαχητικά της Άγκυρας περνούν-
πρέπει να κλείσω.
Τρόπο δεν βρίσκω.
Μόνος, αδύναμος
και οι δικοί μου πουλημένοι.
Σ΄αυτή την Πράσινη γραμμή
θέλω να ζωγραφίσω.
Λουλούδια,γκράφιτι
κι ένα συρμάτινο στεφάνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργο Παπαγιαννόπουλος, Τρεις νότες»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Universo Agrietado

 ανταποκρίσεις από τη ζωή της Μπεά. Κάποτε

Θέλει χάρη να γλιστράς μες στα στενά όρια του διαδρόμου. Η Μπεά έχει αναδείξει για παλάτι της εκείνα τα δυο δωματιάκια με την μικρή κουζίνα και το λουτρό. Και προσέχει ποτέ μα ποτέ να μην πέσει η αξιοπρέπειά της θύμα τίποτε ιστών. Και τότε το παλατάκι της θα γινόταν συντρίμμια μεμιάς και η προσπάθεια να την θαυμάζουν όλες ανεξαιρέτως οι φιλένάδες  για τη νοικοκυροσύνη της θα πήγαινε περίπατο.

Για τη χάρη της δεν θα γράψει κανείς, για την Μπεά δεν θα ‘χει φιλί πια, μόνο  βαθιά και στεγνή λύπη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Universo Agrietado»