«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα

Κυριακή πρωί ήτανε και ήμασταν καμιά δεκαριά παιδιά μαζεμένα να θέλουμε να παίξουμε μπάλα και μπάλα να μην έχουμε, τι μπάλα δηλαδή, ούτε καν ένα λαστιχένιο τόπι όπως τις πιο πολλές φορές. Καθισμένοι όλοι στη σειρά κάτω στο πεζοδρόμιο, σκασμένοι που θα πήγαινε η Κυριακή τσάμπα, δίχως ποδόσφαιρο.

  Και ξαφνικά από το απέναντι μπαλκόνι, να σου ο Βασιλάκης ο μυταράς με το κοντό του παντελονάκι και τα δερμάτινα παπούτσια και στα χέρια του κρατούσε μια μπάλα, μα τι μπάλα! Ούτε στα όνειρα μας δεν είχαμε δει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του ««Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα»

Κώστας Κουτσουρέλης, Η κατάρα των maudits

Ο ΠΑΡΑΓΚΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΜΥΘΟΣ

«Προς τι ποιητής

Σε μικρόψυχους καιρούς;» Ποιος δεν γνωρίζει τον περίφημο στίχο του Χαίλντερλιν; Ή εκείνον τον άλλο του Μπωντλαίρ, για τον αιθεροδρόμο ποιητή που όταν πατάει στη γη, τα γιγάντια φτερά του «τον δυσκολεύουν να βαδίζει»; Μεταξύ ποιητών, δεν πρέπει να υπάρχει στις μέρες μας πιο δημοφιλής δοξασία από το ότι η τέχνη τους ουδέποτε είχε απήχηση κοινωνική άξια λόγου. Ότι είναι αρχαιόθεν διωκόμενη και παραγκωνισμένη, προορισμένη να λαθροβιοί υπό συνθήκες αντίξοες. Και ότι μάλιστα αυτό δεν είναι μόνο αναπόφευκτο αλλά και καλό, αφού η ποίηση ωσάν «λουλούδι πείσμον και αναίτιο, ανθίζει περισσότερο και μοσχοβολάει όσο πιο πολύ μένει απότιστο και περιφρονημένο»… (Γ. Βαρβέρης)
   Πόση σχέση έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Καμμία απολύτως! Είναι ειρωνικό αλλά ο 19ος αιώνας που γέννησε τον μύθο του poéte maudit, του «καταραμένου», του απόβλητου ποιητή, είναι ο ίδιος αιώνας όπου η ακτινοβολία της ποίησης βρέθηκε στο αποκορύφωμά της. Είναι η εποχή των «εθνικών ποιητών»: απ’ άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης, από τον Σολωμό του «Ύμνου» ώς τον Λαίννροτ της «Καλεβάλας», η ποίηση εμπνέει κινήματα, επηρεάζει συνειδήσεις, διαπλάθει την ίδια τη λαϊκή γλώσσα. Είναι η εποχή όπου η ανάγνωση, η αποστήθιση, η απαγγελία ποιημάτων αποτελεί συνήθεια κάθε αστικής οικογένειας, μέσο διαπαιδαγώγησης, παιχνίδι συναναστροφής. Όπου οι ποιητικοί διαγωνισμοί εξάπτουν τα πνεύματα και αποτελούν γεγονότα πρώτης γραμμής. Όπου η έμμετρη σάτιρα είναι το πρώτο που διαβάζει κανείς ανοίγοντας την εφημερίδα. Όπου ένα και μόνο ποίημα, όπως το «Κοράκι» του Πόε, αρκεί για να κάνει διάσημο έναν ποιητή εν μιά νυκτί.
   Και είναι, βεβαίως, η εποχή της τεράστιας διάδοσης του ποιητικού βιβλίου. Από τον Μπάυρον ώς τον Πούσκιν, από τον Χάινε ώς τον Λονγκφέλλω, σ’ Ευρώπη και Αμερική, τα ποιητικά έργα κυκλοφορούν σε αριθμούς που συχνά τους φθονούν και οι πιο επιτυχημένοι μυθιστοριογράφοι. Τρεις εβδομάδες κυκλοφορίας των «Contemplations» έφτασαν στον Ουγκώ για να αγοράσει ιδιόκτητη οικία. Κι εδώ σ’ εμάς ο Αχιλλέας Παράσχος, λένε, όταν εξέδωσε τα Άπαντά του αποκόμισε 50.000 δρχ., ποσό μυθικό για την εποχή.
   Στη θαυμάσια μελέτη του «Ρομαντικά χρόνια» ο Αλέξης Πολίτης έδειξε γλαφυρά πόσο εξέχουσα, πόσο μοναδική υπήρξε η θέση των ποιητών στην Ελλάδα της περιόδου 1830-1880. Το ενδιαφέρον τώρα είναι ότι η διαπίστωσή του εκείνη μέσες άκρες ισχύει και για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Από το 1872 όταν ο Βαλαωρίτης προσφωνεί τον ανδριάντα του αοιδήμου Γρηγορίου Ε’ («Μη λησμονείτε το σκοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!») ώς τον Σικελιανό του 1943 που ξεπροβοδίζει για τελευταία φορά τον Κωστή Παλαμά («Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!»), η αίγλη του ποιητή παραμένει σπουδαία. Αλλά και μετά τον Πόλεμο, με τη στροφή τους στον δημόσιο λόγο, τη διεθνή τους αναγνώριση, τη μελοποίηση του έργου τους, οι ποιητές της Γενιάς του 1930 καθώς και μερικοί από τους διαδόχους τους, αυτή την αίγλη θα την συντηρήσουν σε μεγάλο βαθμό. Ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τουλάχιστον, η ποίηση στην Ελλάδα είναι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος.
   Η κακοπάθεια των ποιητών, η κοινωνική τους τάχα περιθωριοποίηση, η εχθρική στάση του κοινού απέναντί τους αποτελεί ιστορικά έναν μύθο. Μύθο όμως αποτελεί και για έναν άλλο λόγο, που δεν έχει να κάνει με τον χρόνο και τα τεκμήριά του. Στο στόμα του Χαίλντερλιν, στο στόμα του Μπωντλαίρ, η εικόνα του ποιητή που δεν είναι του κόσμου τούτου, που ίπταται υπερήφανος στους αιθέρες, είναι μια εικόνα δύναμης, άμετρης φιλοδοξίας και, ας μη το κρύβουμε, οίησης. Είναι η εικόνα του προφήτη που βοά εν τη ερήμω, όντας κατά βάθος βέβαιος ότι αύριο κιόλας θα τον καλέσουν να ξαναπάρει τη θέση του στο κέντρο της Αγοράς. Στο στόμα των σημερινών ποιητών, αντίθετα, οι ίδιοι στίχοι δεν είναι παρά φύλλο συκής. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια πόζα μηχανική, κληρονομημένη από το παρελθόν. Στη χειρότερη, μια απόπειρα να κρύψουν πίσω από την υποτιθέμενη μοίρα της τέχνης τους τη δική τους αδυναμία να κρατήσουν την προσοχή του μεγάλου κοινού, τη δική τους αποτυχία και γύμνια.

©Κώστας Κουτσουρέλης
Η Φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση
Καθημερινή της Κυριακής, 10.11.2013

*

Ο Κώστας Κουτσουρέλης είναι ποιητής. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς και στις Στάχτες. Τελευταίο βιβλίο του: «Αέρας αύγουστος», εκδ. Περισπωμένη, 2012.

Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο

Πιάνει τις βίδες πίσω απ’το ντουλάπι του μπάνιου, τις λασκάρει, το σηκώνει. Σε μια τρύπα στον τοίχο είναι ένα παλιό βάζο από μαρμελάδα κεράσι. Μέσα στο βάζο τα δόντια της. Το στόμα της είναι άδειο.

  Η Τάνια δεν είναι πλούσια. Δεν έχει λίρες. Ούτε χρυσές, ούτε τσίγκινες. Τα δόντια της είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει. Εκτός ίσως απ’την κόρη της και την εγγονή της.
  Αφού ετοίμασε τα πράγματα της στο σακ βουαγιάζ και σάντουϊτς για το δρόμο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε μπροστά στην τηλεόραση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Αγία Ιφιγένεια


Βασισμένο στο πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

  

Είναι κάτι ξύλινα σπίτια μες στο ρέμα. Η οδός Φλέβας εκτείνεται ως τον εθνικό δρόμο. Στις όχθες της ρεματιάς τα συνεργεία και τα μαγαζιά των ελασμάτων. Κάτι σκοτεινές αποθήκες με σίδερα και ακίνητους ανθρώπους, λερωμένους, σαν ελαιογραφίες. Οι κλειστές βιοτεχνίες, οι σταθμοί ανεφοδιασμού, τα πωλητήρια γκαζιού, τα τσιμεντένια γήπεδα, οι μάντρες και οι φωτογραφίες των λαϊκών τραγουδιστών κρύβουν τον ουρανό σε εκείνους που ζουν μες στο ρέμα. 

Έχουν απλωμένα ρούχα στα σύρματα οι άνθρωποι αυτοί και καίνε παλιά, χρωματισμένα ξύλα για να ζεσταθούν. Τα παιδιά ανεβαίνουν τις όχθες, κοιτούν τους δρόμους, έπειτα μιλούν για τις ομορφιές του και ζωγραφίζουν σε αυτοσχέδια τελάρα υψικάμινους, μεγάλα, διαφημιστικά πλαίσια αμερικανικών εταιρειών και τα χαμογελαστά, ηλιόλουστα κορίτσια των αρωμάτων. Τη νύχτα ορμούν στην πόλη, συλλέγουν ξύλα και πολυθρόνες, αποψιλώνουν με προχειρότητα τα σίδερα από τα ακίνητα φορτηγά των εταιρειών μεταφοράς. Τις νύχτες αργά οι γηραιότεροι τούτης της ιδιότροπης φυλής στέκουν γύρω από τη φωτιά. Παντρεύουν τα ανήλικα παιδιά τους, καταδικάζουν τους φονιάδες και τους ληστές, αγαπούν τις γυναίκες τους και αναριχώνται σαν καρκίνοι πάνω στα δροσερά κορμιά τους. Όλο παιδιά είναι το ρέμα. Ακίνητα στις όχθες, ρακένδυτα, προσδίδουν στο τοπίο μια νότα ανθρωπιάς, μια όψη φαραγγιού.
  Οι αρχηγοί των οικογενειών απόψε μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι.Η καλοκάγαθη γριά με τα χρυσά στολίδια και τα αρθρόμορφα χέρια χαράζει στο χώμα ήλιους, φεγγάρια και ανεπανάληπτα άστρα. Τα χέρια της εκτείνονται σε όλο το ρέμα, είναι δυο φλέβες πίσω και πέρα από τα μάτια των παιδιών.
  Τ΄άγρια τριαντάφυλλα που ανθίζουν στις όχθες τα πουλούν οι γυναίκες τα πρωινά. Ανάμεσα στα τροχοφόρα, επιδεικνύουν τα ολοπόρφυρα άνθη τους και ανεμίζουν σαν σκιές, τα κατάμαυρα φορέματα. Έχουν δεμένα με τους επιδέσμους παιδιά στις ράχες τους, εκείνα πεθαίνουν ακίνητα. Γελούν με τρυφερότητα στους επιβάτες και έχουν τα σώματα δέντρων. Με βαθιές, αναλλοίωτες χαραγματιές πάνω στο μέτωπο και στα μάτια. Ως μέσα οι ρυτίδες εκείνων των γυναικών που μοιάζουν με αρχαίες, πενθούσες νύφες. Κατάμαυρα τα φορέματά τους και τα ιωνικά, τα οστεώδη προσωπεία. Σε όλο τον τόπο θ΄ανθίσουν τριανταφυλλιές και άλλο τίποτε ετούτοι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται. Θάνατοι δίχως προσευχές και δίχως θεούς οι θάνατοι στο ρέμα.
  Η Ιφιγένεια είπαν χάθηκε το χάραμα. Έφυγε με τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν ξεθωριάσει η νύχτα προς τον εθνικό δρόμο. Ίσως να τράβηξε κατά την Κόρινθο. Ίσως πάλι να βαδίζει για μέρες προς το Άργος, ακολουθώντας την επιδαύρεια οδό. Μαζί με τ΄άλλα παιδιά της χαραυγής η Ιφιγένεια σπεύδει στους τάφους των Αργείων, κρατώντας την εικόνα και το ντέφι. Η Ιφιγένεια είναι ένα κορίτσι από μάρμαρο. Είναι από λευκή, καρυστιανή πέτρα και τα μάτια της καθρεφτίζουν παλιές νύχτες. Συχνά την θυμούνται στα πανηγύρια της Χαιρώνειας, πίσω από τους πάγκους, ανάμεσα στους οδοιπόρους και τις κραυγές της ηλεκτρογεννήτριας.
  Όμως η Ιφιγένεια είναι πια μακριά. Βρήκε τα χνάρια της ένα μικρό αγόρι. Την ακολούθησε ίσαμε που εκείνη εχάθη οριστικά πέρα από τα γήπεδα και τ΄άλλα, τα ηλεκτρικά, της πόλεως πράγματα. Έπειτα είπε το νέο, καταδικάσαν τον πατέρα της και τον ανάγκασαν να φύγει με τα γυναικόπαιδα για την Θήβα. Ύστερα γκρεμίσαν την καλύβα του με τα βαριά σφυριά και έσφαξαν ακόμη όλα τα ζώα που ήταν αφημένα πέρα στο ποτάμι. Μόνο τότε ησύχασαν και φρόντισαν να θάψουν δίχως σταυρούς τους σκοτωμένους και τα ζώα γιατί είναι αμέλεια και ύβρης να αφεθούν τα κουφάρια, έτσι ασάλευτα, μες στα σπίτια. Κάποιος από τους αρχηγούς είπε πως παλαιότερα, μετά τις σφαγές φάνηκαν λύκοι και άγρια σκυλιά στα υψώματα γύρω από μια πελοπονησιακή κωμόπολη. Έσκαψαν στα χώματα τα αρπακτικά, έσυραν κάποιες από τις σωρούς. Με ανθρώπους στα δόντια τα κτήνη φεύγαν για τα βουνά της Αρκαδίας. Στεφανωμένοι κάηκαν οι νεκροί με τα ασημικά τους στο βάθος του ρέματος. Ακούγονταν τα μοιρολόγια, τραγουδισμένα από χίλια στόματα.
  Την Ιφιγένεια την αγαπούσαν όλοι. Ήταν ένα μοναχικό και όμορφο κορίτσι. Φρόντιζε τους κήπους, έδενε πολύχρωμα πανιά στις στέγες, έτσι που στις ωραίες, ανοιξιάτικες μέρες να πετούν χρώματα πάνω από τις παράγκες. Ακόμα παρηγορούσε τα παιδιά, ερμήνευε τα όνειρα και τραγουδούσε στους γάμους με την κελαριστή, την ακηλίδωτη φωνή της. Η Ιφιγένεια δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Και τα παιδιά χαλούν τον κόσμο μες στα παραπήγματα, μπουκάρουν μέσα φόβοι και νερά, τα πανιά που σκίζονται, το κρύο που φθάνει.
  Απόψε βρέχει. Αναστατώθηκαν όλοι μες στο ρέμα γιατί το νερό μπορεί να σηκωθεί απότομα, μπορεί να πνίξει τις πλαγιές, η Ιφιγένεια λείπει μες στους κάμπους, στη Βοιωτία σκοτώνεται απ΄τη λύπη της η Ιφιγένεια που θελήσαν να την δώσουν χάρισμα στον τσιγγάνο. Γελούσε ο γέρος που προφητεύει τους χαλασμούς και την κοίταζε ίσια στα μάτια την Ιφιγένεια που σκοτωνόταν και ποτέ δεν την λυπήθηκε. Ούτε ακόμα όταν τιναζόταν στα χέρια του τσιγγάνου, γύρω γλέντια και μουσικές, η Ιφιγένεια τιναζόταν σαν σπασμός και έφεγγε γεμάτο, βρόχινο φεγγάρι. Τώρα μονάχα την θυμούνται, αργά τις νύχτες μες στους εφιάλτες προφέρουν εξωφρενικά τ΄όνομά της. Η Ιφιγένεια ανακηρύχτηκε αγία. Μες στα σπίτια του ρέματος καπνίζουν τα εικονίσματα για την αγία Ιφιγένεια. Κρεμούν φυλαχτά απ΄τα γλυπτά της και κάθε θέρρος τραβούν κατά την Χαιρώνεια που έχει λιτανείες και την περιφορά της εικόνας. Τους ναούς της τους φτιάχνουν μες στα ρέματα, στους καταυλισμούς, στους λόφους των προσφυγικών. Την αγία Ιφιγένεια την είπαν ονειροπομπό.
 
*
©Απόστολος Θηβαίος

Εικόνα Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, “Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”

Larry Cool, «Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες» -ποίηση


Ἀνία, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνυπαρξίας

Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω.
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
Ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς
Γιὰ κεφάλι ἔχω μιὰ πυργωτὴ φωλιὰ τερμιτῶν
Λέξεις, πράγματα, ἀνθρώπινα ὄντα,
Στέκουν νεκρά ἀπολιθώματα
Τὸ Τίποτε ὑψώνεται τεράστιο, σκουριασμένο
Καταρράκτες αἵματος χύνονται ἀπ’ τὸν οὐρανό.

Ὁ κόσμος εἶναι σύννεφο
Τὸ σῶμα μου, οἱ στίχοι μου,
Ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ σκέπτομαι,
Εἶναι μορφές τοῦ σύννεφου καὶ χάνονται.

~ ~ * ~ ~
 
Χιονοπτώσεις στὰ ὀρεινὰ τῆς συνείδησης

Πολιτικοὶ καὶ τραπεζίτες,
Συναλλάσσονται μὲ ἀνθρώπινα δόντια.

Νιφάδες πέφτουν στὴ συνείδησή μου
Πληροῦν ὡς τὸ ταβάνι τὰ δωμάτια,
Παραγεμίζουν τ’ἀνθρώπινα σώματα,
Χώνουν τὶς πολυκατοικίες.
Ἀνεβαίνω στὸ κλιμακοστάσιο σκάβοντας
Συναντῶ τὴν ἔνοικο τοῦ ἄνω διαμερίσματος
-«Τί ’ναι ὁ κόσμος χωρὶς τὴ συνείδησή μου;»
-«Ἡ συνείδησή σου χωρὶς τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
»Θὰ μοῦ γαμήσῃς τώρα τὸ μουνάκι;»
Μέσα στὸ χιόνια τὰ χέρια τοῦ συζύγου της μᾶς ψάχνουν.

Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες
Μιὰ μύγα κελαηδεῖ
Κάτι κοράκια ῥαμφίζουν τὸν σάκκο τοῦ ἥλιου
Σπίθες ξεχύνονται, -τὸ χιόνι ἀναφλέγεται.

~ ~ * ~ ~

Larry Cool, “Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες” -ποίηση

Αρχείο 11/11/2013

Ἀνία, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνυπαρξίας

Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω.
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
Ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς Συνεχίστε την ανάγνωση του «Larry Cool, “Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες” -ποίηση»

Μαρία Πετρίτση, Τα σκυλιά με τα κίτρινα μάτια

Δεν έχει ζήσει στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, στη βικτωριανή Αγγλία ή στην Κούβα στα χρόνια της δουλείας. Η μητέρα της δεν αυτοκτόνησε θεαματικά ένα βράδυ του Αυγούστου σε μια σοφίτα του Μιλάνου, με θέα δυο καράβια που ξόκειλαν σε κάτι στενά, άνυδρα ποτάμια. Έχει διαβάσει κάμποσες φορές το Θάνατο στη Βενετία και πολύ συχνά, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, ακούει με σύνεση και σεβασμό κάτι ποιήματα του Μπρεχτ, μελοποιημένα. 

Πότε πότε προσπαθεί να μιμηθεί τη φωνή της Λόττε Λένυα, όμως δεν της βγαίνουν οι χαμηλές οκτάβες και στο τέλος τα παρατά. Ζει σε ένα μικρό αλλά καλοβαλμένο ισόγειο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και κάθε τόσο ονειρεύεται έναν κήπο με λεμονιές και κόκκινες τουλίπες κάπου στην εξοχή. Μερικές φορές νιώθει άσχημη και βαρετή. Ανίκανη για το παραμικρό, πέρα από τις συγχυσμένες της σκέψεις. Κάνει βδομάδες ολόκληρες να βγει από το σπίτι της γιατί την τρομάζουν οι θόρυβοι του δρόμου και ο καιρός που κάθε τόσο αλλάζει σαν τρελός. Παλιά η κίνηση και τα κορναρίσματα των βιαστικών της περνούσαν απαρατήρητα. Όσο περνούν οι μήνες νιώθει όλο και πιο ευάλωτη στα εξωτερικά ερεθίσματα της ζωής που συνεχίζεται έξω από το παράθυρό της. Ξέρει να μαγειρεύει πικάντικες συνταγές που θα έστελναν για νοσηλεία όποιον πάσχει από έλκος στομάχου. Κάθε τόσο χαϊδεύει τη γάτα της και την ρωτάει σε άπταιστη νοηματική τι ώρα είναι. Η γάτα δεν καταλαβαίνει τη νοηματική. Νομίζει πως η κυρά της την καλεί για το δείπνο. Στα ράφια της συσσωρεύονται παλιά περιοδικά για κέντημα και βελονάκι, ληγμένα μακαρόνια νούμερο οκτώ, οδοντόπαστες, κουτιά με τσάι και κονσέρβες ροσμπίφ. Πάνω από το προσκεφάλι της κρέμεται ένας χειροποίητος Εσταυρωμένος, εργόχειρο της πρώτης εξαδέλφης της, τότε που ήταν μικρές και συναγωνίζονταν σε προκοπή και χάρη. Το κέντημα έχει κιτρινίσει λίγο στη γωνία πάνω αριστερά, και για να καλύψει τον ωχρό λεκέ έχει στερεώσει πάνω του με κλωστή ένα αποξηραμένο μπουκέτο λουλούδια. Της τα είχε προσφέρει ο πατέρας της για την ονομαστική της εορτή κάποια χρονιά που δεν θυμάται ποια ήταν. Την κάρτα που τα συνόδευε την έχει κολλήσει στο ψυγείο με μαγνητάκι και την διαβάζει πού και πού. Συχνά, μαζί με τον πρωινό καφέ που τον προτιμά πικρό και βαρύ, για να ταιριάζει με το τσιγάρο, σκέφτεται πως τα πάντα είναι ανόητα. Και η ζωή η ίδια μια κακόγουστη ανοησία. Χωρίς βαθύτερο νόημα, όπως υποστηρίζουν οι αισιόδοξοι σοφοί, χωρίς καν λίγο σκέρτσο πάνω στην αλλαγή του χρόνου. Μελοδραματική προσπαθεί να μην γίνεται ποτέ. Δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της αν με κάποιο τρόπο έχανε τον έλεγχο και εκτίθονταν μπροστά στα μάτια της γάτας. Όταν αισθάνεται πως κάτι πρέπει να συμβεί σκαλίζει με τα δάχτυλα το χώμα στις γλάστρες και ψάχνει να βρει τους σπόρους από τα κυκλάμινα του Απρίλη, να δει σε ποιο στάδιο βρίσκονται και αν μεγάλωσαν καθόλου. Έπειτα σκουπίζει τα χέρια στο φόρεμά της και θυμάται πως ποτέ της δεν φρόντισε να αγοράσει μια σωστή οικοκυρική ποδιά. Τις νύχτες της αρέσει να ανοιγοκλείνει την πόρτα του ψυγείου και να βλέπει το κίτρινο φωτάκι να ψυχορραγεί. «Όταν καεί εντελώς», σκέφτεται, «το ψυγείο μου θα βυθιστεί σε μια παγωμένη, ατελείωτη νύχτα, όπως εκείνη του παραμυθιού». Έπειτα βγάζει από τον αχρησιμοποίητο φούρνο μικροκυμάτων το χαρτονένιο κουτί με τις φωτογραφίες και προσπαθεί να θυμηθεί εποχές που δεν έζησε ποτέ και πρόσωπα αγαπημένων που δεν ζουν πια κοντά της. Είναι σίγουρη πως οι σκέψεις της έχουν συμβεί κάπου στο παρελθόν σαν πραγματική ζωή που όμως την έζησε μια άλλη γυναίκα. Και πως η ίδια είναι ένα μεσοδιάστημα, ένας άνθρωπος αναμονής – όπως οι αίθουσες στα νοσοκομεία – ανάμεσα σε δύο άλλους ανθρώπους, που δεν έχει καταλάβει ακόμα ποιοι είναι και τι θέλουν από τη ζωή. Αν κάποια μέρα πάψει να σκέφτεται με απορία τις ξένες ζωές και τις εκδοχές τους, ενδέχεται να ανοίξει επιτέλους τους ορίζοντές της και να ασχοληθεί ενεργά με τη διάσωση της σπάνιας χελώνας της Ζακύνθου, με τα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων στο Γκουαντάναμο, με την ετυμολογία των αρχαίων ονομάτων που απαντώνται ακόμα στο ορθόδοξο εορτολόγιο – Ευαγόρας, Λέανδρος, Αρσινόη, Χρυσηίς – και με μια σπάνια ράτσα άγριων σκυλιών της Ανταρκτικής, που κάποτε άκουσε πως έχουν κίτρινα μάτια.

 

 
*
©Μαρία Πετρίτση
photo©Στράτος Φουντούλης, «…de La garde-robe de Manneken-Pis», Bruxelles 2010

Κλείτος Κύρου, «Στις ομοιόμορφες οικοδομές και πάνω στις στέγες» -ποίηση


Πίστη

στον Θανάση Κωσταβάρα
που το ανακάλυψε

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμασταν όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη

Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυμπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κλείτος Κύρου, «Στις ομοιόμορφες οικοδομές και πάνω στις στέγες» -ποίηση»