Κατερίνα Αγυιώτη, Είχε το κρύο στόμα της αναμονής

Αρχείο 10/03/2014

ΤΙ Θ’ ΑΠΟΓΙΝΕΙ

Τί θ’ απογίνει το ποίημα από το οποίο γράφεται το ποίημα
που γράφουμε; Θα ρίξει τις ελπίδες του
στο ποίημα του άλλου. Αλλιώς,
να λεγόμαστε ανέμελα
χαμένοι. Αυτονόητοι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Αγυιώτη, Είχε το κρύο στόμα της αναμονής»

Νίκος Σουβατζής, Εξορισμένος ουρανός

Αρχείο 07/03/2014

Έβρεχε. Σηκώθηκε αξημέρωτα και πήρε τους δρόμους. Χωρίς καφέ και χωρίς τσιγάρο. Τα είχε κόψει εδώ και καιρό, μαζί με όλες τις συνήθειες της παλιάς της ζωής. Ένα όνειρο την ανάγκασε να σηκωθεί άρον άρον. Στεκόταν λέει δίπλα στο παράθυρο, απέναντι απ’ το κρεβάτι, και την κοιτούσε θλιμμένος. Ξύπνησε με υγρά μάτια.

Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο. Άνοιξε το πορτοφόλι και κοίταξε τη φωτογραφία του. “Χτες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα” μονολόγησε. Ύστερα συνέχισε να περπατάει στον λασπωμένο δρόμο μέχρι που η βροχή έγινε ψιχάλισμα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Σουβατζής, Εξορισμένος ουρανός»

Βασίλης Λαλιώτης, Σκωριές -αποσπάσματα

Αρχείο 03/03/2014

 

– 1 –

ο πόνος διώχνει
στιλπνό από πόσο κοντά
το τέλος
θα παραδοθούµε
ανάµεσα ενόχληση
η λέξη
σταµάτα να είµαι λεξοµηχανή
ποτέ µόνος
κι από µητέρα

– 2 –

δεν είναι από ακοή
αντηχείσε µέτωπο σκυθρωπό
µητέρα µόνο οι λέξεις κανείς
εσύ κι ο κόσµος εγώ κι ο κόσµος
κι ο τελευταίος έχει
πως θα βγεις στο εσύ έτσι
πληγωµένο φως

– 3 –

στο τέταρτο ταξίδι παιδιά
βούλιαξαν
θωπεύει και η λέξη αν
κράτησέ το δεν
έχει παρηγοριά το πήρε
ο χρόνος
δεν γυρίζει
µόνο
λέγεται
το µέρος του πόνου
ποιός αποφάσισε εκεί
που κάποτε έδινε δύναµη θεός

– 4 –

µη µένεις εκεί
το φως θα σε σπάσει σε λέξεις
δεν έχει
µόνο είναι
το είµαι που είσαι
αυτό που δεν είπες γίνεται
σε κάποιο µέλλον ποίηµα
η στιγµή του µια
διάψευση ονόµατος

– 5 –

δεν έχει που να πας
να πεις
όσο τα τρως τόσο σε τρώνε
λόγια
θα δεις θα σου πω θα τίποτα
σε θεραπεύει ο δρόµος
σώµα κλεισµένο λόγια κατοικείς
του αφαιρείς ονόµατα
διαπερασµένος πας όπου κανείς

*

©Βασίλης Λαλιώτης, αποσπάσματα από: Σκωριές, Δοκίμιο, εκδόσεις Ενδυμίων

φωτο: Στράτος Φουντούλης, 2007

Ιστορίες της Πέμπτης της Μαρίας Πετρίτση: Περί συναισθημάτων [2014]

Αρχείο 27/02/2014

Mάθημα γιόγκα: «Κοιτάξτε τα συναισθήματά σας. Παρατηρήστε τα. Μην τα κρίνετε, μην τα αξιολογείτε. Συνειδητοποιείστε τι αισθάνεστε κι έπειτα αφήστε το να περάσει. Επικεντρωθείτε στο σώμα σας».

Συνεδρία με τον ψυχίατρο: «Η ύπαρξη διπλών συναισθημάτων αποδεικνύει την αναποφασιστικότητα του ατόμου να τοποθετηθεί ειλικρινά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιστορίες της Πέμπτης της Μαρίας Πετρίτση: Περί συναισθημάτων [2014]»

Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους

 

Κόκκινο φανάρι, γωνία Θεμιστοκλέους και Σόλωνος. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα ανθρώπινο ποτάμι χύνεται προς τα κάτω. Άνθρωποι και ποντίκια. Μια αναίτια βιασύνη κάνει τα βήματά μου να φεύγουν πιο μπροστά. Περπατάω ως συνήθως με το κεφάλι κάτω, κοιτώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μπας και μου πούνε μυστικά. Μπας και ανακαλύψω πάνω τους το νόημα του κόσμου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους»

Της Κυριακής: Iάκωβος Καμπανέλλης, Άσμα Ασμάτων

Ὄμορφη ποὺ εἶσαι, ἀγάπη μου! Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι!
Γλυκειὰ σὰν τοῦ περιστεριοῦ καὶ τρυφερὴ ἡ ματιά σου·
καμιὰ ἀπὸ τὶς ὄμορφες δὲν παραβγαίνει μπρός σου.

Ἐσὺ ‘σαι κρινολούλουδο καὶ κεῖνες εἶναι ἀγκάθια,
ἴδια μὲ κόκκινη κλωστὴ τὰ κόκκινά σου χείλη.

Σὰ ρόδι ποὺ τὸ κόψανε στὴ μέση πίσω ἀπ᾿ τὸ πέπλο σου
μοῦ φαντάζει τὸ ροδομάγουλό σου.

Τὰ δυό σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκάδια,
ποὺ νὰ βοσκήσουν βγήκανε μὲς στ᾿ ἀνθισμένα κρίνα.

——————Φίλα με, μὲ ὅλα τὰ φιλιὰ ποὺ ἔχεις μὲς στὸ στόμα.
——————Μέθα με στῆς ἀγκάλης σου τὸ πιὸ γλυκὸ κρασί.

Καὶ τ᾿ ὄνομά σου, ἄρωμα, μύρο χυμένο κάτω.

Ὅλων τῶν μύρων τ᾿ ἄρωμα, κι ἡ εὐωδιὰ ἐσύ ‘σαι.

——————Ναί, πιὸ πολὺ κι ἀπ᾿ τὸ κρασὶ μεθῶ ὅταν μ᾿ ἀγγίζεις.
——————Νὰ σ᾿ ἀγαπᾶνε, ἄντρα μου, αὐτὸ μονάχα ἀξίζεις.

Ὄμορφη κι ἀψεγάδιαστη, εἶσαι ἀγαπημένη.

Μοῦ ῾χεις κλέψει τὴν καρδιὰ ἀγάπη μου, ἀδελφή μου.

Μ᾿ ἕνα σου βλέμμα μοναχά, μιὰ χάντρα στὸ λαιμό σου.

Μέλι κερήθρας στάζουνε τὰ δυὸ γλυκά σου χείλη.

Μέλι καὶ γάλα ἀργοκυλοῦν στὴ γλώσσα σου ἀπὸ κάτω.

Κῆπος κλειστός, ὁλάνθιστος εἶσαι ἀγαπημένη.

Πηγὴ μὲ γάργαρο νερό, παράδεισος ἀπὸ δροσιὲς τὸ κάθε σου αὐλάκι.

Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι ὁ νάρδος μὲ τὸν κρόκο
καὶ ρίζες τοῦ Λιβάνου ἀρωματικὲς καὶ σμύρνα κι ἀλόη
κι ὅποιο μύρο πεῖς σὲ σένα εὐωδιάζουν.

Σήκω, βοριά, ἔλα, νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ οἱ εὐωδιές μου.
Σήκω, βοριά, ἔλα νοτιά, φυσῆξτε τὰ κλωνιά μου,
νὰ ξεχυθοῦν νὰ σκορπιστοῦν παντοῦ τ᾿ ἀρώματά μου.
Κι ἂς κατέβει ὁ ἄνδρας μου στὸν κῆπο πού ῾ν᾿ δικός του,
γιὰ νὰ γευτεῖ ὅποιον καρπὸ ἀπ᾿ τὰ κλαδιά μου θέλει.
***
Εικόνα©Στράτος Φουντούλης
 

Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές

 
 
I
Η Ω∆Η ΤΗΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Το «ξυράφι» που κοιµίζεις µες τα πόδια σου
Ευνουχίζει τα πιο άγρια αρσενικά
Κάθε βράδυ το τροχίζεις µε τα λόγια σου
Και κερδίζεις τη ζωή σου στα στενά
Γύρω απ’ τ’ «Εθνικό» η παράσταση ανεβαίνει
Μαύρη πόρνη η ∆υσδαιµόνα γυµνή βγαίνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπύρος Αραβανής, Δύο Αστικές Ωδές»

Έκτωρ Πανταζής: Σκυλοσόφου, τού (παραλογές)


α. Ετρουσκικό δέρμα κτέρισμα φωνής
τί είναι τούτη η αγιοτικιά
μʼ ένα πουκάμισο λευκό που φτερουγίζει
γύρω από την ομορφιά στις επάλξεις της θάλασσας

Θα περάσω γρήγορα μέσα από τα αυλάκια της λέξης
γρήγορα κολυμπώντας κατά δώ. Άρνηση που γευτήκαμε
ένα βράδυ καθώς κυμάτιζαν τα κυπαρίσσια
μνήμες αρχέγονες και λήθη. Στο δόξα πατρί της ποίησης.

β. Με τη βουκέντρα του ήλιου το σκοτάδι
πείθεται να παραδώσει στη μέρα
έκρηξη στερναριών καθώς μια αστραπή
νυστέρι σκίζει βαθιά το ατλάζι του ανέμου
πετράδι μουσικό η νύχτα γίνεται βινύλιο
φεγγάρι νύχι της μέρας τη διαβάζει
την παίζει κι αυτή είναι κύμα
κύμα μουσικό σε εκρηκτικό καμβά
σπιθιρίζουν τα σύμβολα και τα μάτια έρχονται
από το πουθενά να σε συναντήσουν
κρύωνες Αυτό δεν ήταν ήχος ήταν ένα στερεό φωνήεν
γιόρταζε την επέλαση του ωραίου ένας καλπασμός
από λέξεις συστρεφόμενες ήτανε το νυφικό σου φουστάνι
οξυδέρκεια, αυτό είναι το όνομά σου, το κάλεσμά σου
λαμπερό γρασίδι ψυχής τρέφει τα μάτια
πράσινο στέρνας σε φωτερό νυχτέρι
όσες ρυτίδες τόσοι στο φέγγος βρεγμένοι ήχοι

Έρωτας όπως βοριάς λιγώνει τα κλαδιά
τινάσσει τα φύλλα στα βουνίσια δέντρα
δεν ανέχεται το καλυμμένο,
γδύνει τα σώματα των εραστών
ρίχνοντας τα σε τσαλακωμένα κρεβάτια
με ανακατωμένα μαλλιά,
όπως αστραπή φλέγει το σύννεφο έτσι
σαν από αναμμένο σπίρτο
παίρνουν φωτιά τα κορμιά,
στην καρδιά στα σπλάχνα, τα αναφλέγει

γ. Οι ευαίσθητες χορδές τεντώνουν μά δε σπάνε
——————–συντρίβονται

Φυσώ το κόκαλο ,ο άνεμος ουρλιάζει
σείεται η ραχοκοκαλιά
οι σπόνδυλοι γίνονται κρόταλα

Χλωρή κορμοστασιά
η ομίχλη θυμάται το νερό
αυγό φτερό μάτι κοφτερό λεπίδι ακονισμένο
Φυσώ το κόκαλο ο άνεμος ουρλιάζει σαν τσακάλι
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί
Του αέρα φίδια όλη νύχτα σφύριζαν
Ξυπνάς οι πέτρες στο καλντερίμι λιώνουν σαν πάγος
Η πόλη που ήσουν παιδί αποχωρεί

Ατσαλένια σφυρά διώχνουν τη θλίψη
Κοιμήθηκε το λαγκάδι, τα αγρίμια αιφνιδιάστηκαν
Φλογίζανε τα μάτια τους μια νύχτα υγρή
Σηκώνεσαι χύνεις νερό στο παγωμένο αγρίμι
Κόκαλο η νύχτα μ αυτό το ξερό χιόνι
Αν δανειστώ τα μάτια σου για μια στιγμή
ουρανό θά ʼναι βροχή γαλάζια;

δ. Ρόδια στο πάτωμα ρόζοι στο ξύλο
ο λόγος έδεσε όπως λουλούδι καρπό
τρώγεται με τη φλούδα
δεν χρειάζεται να θρηνήσουν οι παναγιές
με λίγη στάχτη το παλίμψηστο ήχησε
φωνή που ο κόσμος ταξιδεύει προς εσένα
σπιθίζει όπως όταν χτυπιούνται
——————–δυό βότσαλα
——————–και το κύμα αφρίζει
Στα κάτω δώματα σαγίζανε τα άλογά τους δεμένα στα θεμέλια
Ξαναβρίσκω το βίωμα κάτω από στοιβάδες
Μια αλλόκοτη μέρα ανοίγεται
στο τρομαγμένο σαν ελάφι βλέμμα
κι αναρωτιέσαι πού θα βρεί τόπο να χωρέσει τις καμπύλες της
Μπαίνεις στο χωριό κι είναι άλλο χωριό
Το ημερολόγιο άλλαξε. Οι ειδήσεις είναι σε άλλη γλώσσα
το στήθος γέμισε απότομα αέρα

Σκάβει όλο και πιο μέσα
στο βασανισμένο τοπίο η μνήμη
——————–πηγάδι σπιτιού ερημωμένου
——————–ανεβάζει ο κουβάς
μυστικό νερό, πίνει σαν σκύλος η ζωή
δίψα στυφή με αιφνίδια ξανά χάνεται κατεβαίνει
κοιτά όλο και πιο μέσα. Κατάματα θάματα
Πώς να πιάνεις με μικρά εξαίφνης ζώα του δάσους
στο ξέφωτο χωρίς θηλιές μόνο με ξόρκι
Στη μικρή πατρίδα που άφησε όπως το κουνάβι δυό πόδια
στο δόκανο
χούϊ δεν αλλάζει ,έχει κάτι από τη φτιαξιά τρομαγμένου ζώου
Ολοκληρωμένες ενοράσεις, οι εικόνες κάνουν κύκλωμα εντός ψυχής
Το συναίσθημα παροχετεύεται ακαριαία.

ε. Κάτω από τους λόφους στις Λύπες
λιόφωτα λιόφυτα κυματίζουν ασήμι θάνατο
πετρωμένο φώς
πενθούν χίλια χρόνια την Κόρη
Ναυαγισμένες λάρνακες, στο χείλος των καμινιών
στις ασβεσταριές , χυτήρια της άγνοιας,
αναδύονται, φανερώνουν ψυχικά μας βάθη,
η μνήμη αλέθεται τη σκόνη των αιώνων

Ξαπλαρωμένες κολώνες, τις έγειρε ο χρόνος
τις έβαλλε να κοιμηθούν στο χορτάρι
δίπλα στα αρχαία μνήματα
θα ξαναστηθούν θα στεριώσουν με θάματα
τʼ αθάνατα

Ξύλινος σταυρός διασχίζει το τοπίο με τις πέτρες
μέχρι που συναντά το δάσος με τα ελάτια
μανιάζει η πράσινη θάλασσα των φύλλων
vox clamantis βουνίσιος άνεμος
ταΐζει τʼ αυτιά μου λέξεις εξαγνισμένες

Τώρα ,μπορώ να αρθώ ως το αναλόγιο
εκεί που οι λέξεις είναι ψαλμοί

Παραδίδω το ποίημα
λουσμένο τις ανταύγειες των σταροχώραφων
ψωμάκι.

ζ. Σαν να καρφώνεις αόρατες πρόκες
με αόρατο σφυρί

η λέξη σφυρί δεν είναι σφυρί
όσο κι αν σφυριά του αέρα
κοντεύουν να μου σπάσουν τις πόρτες

Περνάει ο χαροκόπος με το δρεπάνι ξυρίζοντας
σκοτεινό χορτάρι στο μάγουλο της γης

κάτω από την Εγνατία που μας διασχίζει σαν βουνά
ψηλά στον ελατότοπο
κρυμμένο αηδόνι
Αηδόνι, τρυπάς το σκοτάδι
χύνονται δροσιές αστέρια οι ήχοι σου
δάσος των σπλάχνων χρωματίζει τον αέρα
με το χωμάτινο των ίσκιων

Τώρα μιλάει η καπνιά κάτω απ τον ασβέστη
ό,τι ήταν κειμήλιο τώρα είναι ύπνος
Πού θα βρεί να πιεί νερό η διψασμένη μέρα;

η. ένα κούφιο μπρούτζινο χέρι
σ αγκαλιάζει ύλη σταθερή
μισοφέγγαρο νύκτιες ακτίνες
φωτίζουν την ακτή σου

ποτισμένα λυκόφως
στυγόνερα και χνώτα κέρβερου τοπία
Στους φράχτες από τριανταφυλλιές
που επιμελούνται οι γυναίκες της Παραμυθιάς
τα πράγματα είναι συγκεχυμένα
χύνω λίγη φύση στο ποτάμι
που αμέσως κυριεύει το δέλτα σου
οι λέξεις βρέχονται με αλατόνερο

Μεστώνουν τα γραμμένα της
ματάκια
ουρλιάζει φυσώντας τυλιμένη περγαμηνή
σαν ο άνεμος μέσα από τις πολεμίστρες.

*
©Έκτωρ Πανταζής
φωτο©Στράτος Φουντούλης, 2008