«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, εγώ πίσω από τα τζάμια του παραθύρου μου, κοιτώντας εκατομμύρια επιθετικές νιφάδες χιονιού να μου ψιθυρίζουν «κάτσε μέσα, κάτσε μέσα» εντελώς διαφορετικές από εκείνες που αναθυμάμαι παιδί να μου χαμογελάνε και να μου γνέφουν «έλα έξω, έλα έξω να παίξουμε» στέλνω το μυαλό μου όπως ένα παιδί για θελήματα, να μου φέρει εικόνες που μου είναι γνώριμες. Που τις ξέρω και με ξέρουν. Κλείνω τα μάτια κι αναθυμάμαι.

   Εκείνο τρέχει πάνω κάτω, μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60.
    Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας. Μια μεγάλη σειρά ανθρώπων φαίνεται, σα να κάνει παρέλαση.
     Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ με το «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις, παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κάτουρο του.
   Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς ενώ μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
     Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , δυο τρεις ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά – σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
   Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού.   Σε διάφορα βολ πλανέ ξεπροβάλλουν, ο Γιώργος Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν (καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν) οι εικόνες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
  Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κόσμος από κάτω, χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
   Σε μια άλλη μικρότερη εικόνα, η Δήμητρα Λιάνη ισιώνει τις ζαρτιέρες της κοιτώντας πίσω, πάνω από τον ώμο της.
  «Μνησθητί μου Κύριε, καλό κι ευλογημένο» είπα ανοίγοντας τα μάτια, νομίζοντας πως ήτανε όνειρο.

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο

Αρχείο 30/12/2013

Καμιά φορά, όταν τα πράγματα στενεύουν γύρω μου και ο φόβος, πάει να γίνει σχεδόν πανικός, όπως τώρα στις μέρες μας, με ανεργίες, πλειστηριασμούς και ειδήσεις για μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, με τίποτα να μην αναγνωρίζω πια και τον πρωθυπουργό στο Πεκίνο να κλείνει συμφωνίες για το καλό μας, Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Το Όνειρο»

Βασίλης Ζαρίφης, …για την απολογία μιας μηλόπιτας

 
Ανήμερα Χριστούγεννα, ξημερώματα, δύο κουραμπιέδες βρέθηκαν ξεροί και μισοφαγωμένοι μέσα σε μια λίμνη από ψίχουλα και ζάχαρη άχνη. Ποιος είχε διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα;
  Δύο μελομακάρονα κατέθεσαν πως την προηγούμενη άγια νύχτα τα είχαν ακούσει να καβγαδίζουν άγρια. «Άντε ρε μπακλαβά» το ένα, «Ίσα ρε κουρκουμπίνι» το άλλο. Οι υπόλοιποι κoυραμπιέδες όμως έριξαν την ευθύνη στην γλυκιά μηλόπιτα της διπλανής πιατέλας: «Αυτή η ξένη φταίει. Τι δουλειά έχει αυτή ανάμεσα στα γνήσια χριστουγεννιάτικα γλυκά; Την είχαμε πάρει χαμπάρι εμείς. Από την μια έδινε όρκους πίστης και αγάπης στο μεγάλο μελομακάρονο και από την άλλη έκανε τα γλυκά μήλα στο μικρό».
  Η γλυκιά μηλόπιτα άκουσε αμίλητη το κατηγορητήριο και απολογήθηκε: «Φαγώθηκαν ποιος θα με ξεζουμίσει. Θέλεις να φτιάξεις φαρμάκι; Ψέκασε ανθόνερο την κακία»

*
© Βασίλης Ζαρίφης
φωτογραφία: e-Συνταγόκοσμος

Νανά Τσόγκα, Τελευταία ευκαιρία: ουρανός

Όχι πως έχω να προτείνω
κάποια σωτήρια επανάληψη
– εξάλλου το οικείο έδαφος
είναι το ναρκοθετημένο.

Λες κι έχει ο άνεμος σκιά
και κρύβει παρελθόντα λάφυρα
– χάνει τόσον καιρό ο άνθρωπος
συνέχεια μιλώντας για την τύχη (του).

Ο άνεμος τού μίλησε.

Σού ανακατεύει το αεράκι τα μαλλιά
μόλις βγαίνεις στο κατώφλι
της καινούργιας μέρας
το πατρικό το χάδι σού θυμίζει
να μην σκιαχτείς, παιδί, στα ξένα μέρη
– της έγνοιας σου το σύννεφο
ανάμεσα στα φρύδια
μικρός φρουρός στη μέρα σου
από φτερά αγγέλου.

Όπου κι αν πας, θα σε ακολουθώ
σου ψιθυρίζει επίμονα ο αέρας
ακόμα κι αν ξεριζωθείς
και για αλλού κινήσεις
εγώ θα ’μαι μαζί σου σαν την αύρα
σαν τότε που έπαιζες
με της ανεμελιάς το ρίσκο
εν αγνοία σου – και όλο πίστωνες
το μέλλον με χαμόγελα.
Κι όταν μια νύχτα έρθεις και λυγίσεις
απ’ τα χτυπήματα της άγριας μοναξιάς
εκεί θα ’μαι κι εγώ με μαντηλάκι
της μνήμης πάλλευκο απ’ τις δαντέλες
της σμαραγδένιας ερωμένης θάλασσας
που στοίχειωσε τα όνειρα και ξύπνησε εφιάλτες
χάνοντας το γαλάζιο της στις ερημιές της Δύσης
εκεί που πήγε και μεγάλωσε μια ζωντανή σου λύπη.

Μα, μη λεκιάσεις το άσπρο της με δάκρυα του πόνου
αυτά κράτησέ τα να ποτίζεις τις δυο χούφτες χώμα
που έχεις φυλαγμένο στην πιο κρυφή
την πιο αποφασισμένη, εκείνη της καρδιάς σου
τη σφιγμένη τη γροθιά.

Σιγά σιγά θα μάθεις, είπε το αεράκι
γιατί παντρεύονται συχνά ο νόστος με το άλγος.

*
©Νανά Τσόγκα
φωτό©Στράτος Φουντούλης, «Η αυλή» 2012

Ασημίνα Λαμπράκου, Ησιόνη – μια γυναίκα

Με το αριστερό της χέρι προσπαθούσε να πάρει λίγο ζεστό ζωμό από τη κατσαρόλα, αποφεύγοντας επιμελώς τους κόκκους του ρυζιού και με το δεξί συνέχιζε να χτυπά το αυγολέμονο στο βαθύ πιάτο.

Σουσού.
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους.

Σουσού τη φώναζε κι η μάνα της σαν ήθελε να καλοπιάσει τη διάθεσή της.
Και το κατάφερνε. Ίσως δεν ήταν μόνο το χαϊδευτικό, αλλά και το χάδι του χεριού της κι η φωνή της. Μπορεί και το βλέμμα που συνόδευε τον λόγο.
Μια γλύκα που ξεπήδαγε και απλωνόταν πάνω της δίχως να ζητά τίποτα παρά μόνο να δώσει. Αυτό την ξεθάρρευε. Ένοιωθε ασφαλής και συνένοχη στο παιχνίδι. Της άρεσε όχι μόνο γιατί την γλύκαινε αλλά και γιατί καταλάβαινε τους όρους.
Έριξε με προσοχή το ζεστό ζωμό στάλα – στάλα στο πιάτο με το αυγολέμονο χωρίς να σταματά να το χτυπά με το δεξί χέρι. Κατόπιν αναποδογύρισε το πιάτο στη κατσαρόλα. Ανακάτεψε ήσυχα με μια ξύλινη κουτάλα και πέρασε το σκεύος σε άλλο μάτι της κουζίνας. Έπιασε το τσαγερό και το τοποθέτησε στο ζεστό μέρος να πάρει τη κάψα, μη χαλάσει το υλικό.
Σουσού τη φώναζε κι ο πατέρας της.
Το δικό του βλέμμα όμως έκρυβε μια προσμονή που την ανησυχούσε. Σα να αποζητούσε από κείνη να γεμίσει κάτι που ούτε το ’βλεπε κι ούτε, περισσότερο, ήξερε το με τι και πώς να το γεμίσει. Τότε γαντζωνόταν στη γκρίνια της κι έφευγε. Όχι δηλαδή πως απομακρυνόταν από την οικία. Που τέτοια πράγματα τότε; Κι ούτε καν στο άλλο δωμάτιο. Όλο το σπίτι, ένα. Έτσι ήταν φτιαγμένο από τους μαστόρους. Όλα τα δωμάτια σε κυκλικό διάδρομο δίχως κέντρο ή μάλλον με κέντρο τον μεσαίο τοίχο. Υπήρχαν πόρτες μα πάντα έμεναν ανοικτές.
Έφευγε στον κόσμο της. Γινόταν ένα κουβαράκι όπως η κάμπια άμα την πειράξεις, καμπουριάζει κι αγκαλιάζει το κορμί της. Έτσι κι αυτή. Κι όταν πια συνερχόταν από αυτή τη κατάσταση, ένοιωθε συντριμμένη. Κουρασμένη. Κακόκεφη. Σαν άνθρωπος που δε στάθηκε ικανός να καταλάβει και να αποδώσει το πρέπον ή το ζητούμενο.
Έπλυνε τα χέρια και τα σφούγγισε στην άκρη της ποδιάς της. Έπειτα, άνοιξε τη σιδερώστρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 19 του μήνα κι εκείνη μόνο τότε βρήκε το χρόνο και τη διάθεση να το στολίσει. Δεν την πείραζε. Και στο πατρικό της εκείνα τα χρόνια έτσι το συνήθιζαν. Κοντά στη γιορτινή μέρα. Πρώτα οι δουλειές του χειμώνα κι έπειτα τα στολίσματα. Κάθε πράμα στο καιρό του…
Με το σιδέρωμα ζεστάθηκε κι έβγαλε το πάνω της φόρμας της. Όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, σκυμμένη πάνω στα ρούχα να στρώνει τις ραφές και να τις πατά προσεχτικά με το σίδερο, μην ανοίξουν, μη ξεχειλώσουν και χάσει το ίσιο του το ρούχο, τα στήθη της κουνιόντουσαν πέρα δώθε ακολουθώντας τη κίνηση του κορμού στη προσπάθειά του, ελεύθερα μέσα απ’ το μικρό μακό της.
Δυο παλάμες την ακινητοποίησαν, την πάγωσαν και την ερέθισαν. Ο άντρας της. Τσιτώθηκε. Δεν άντεχε το χάδι το απρόοπτο, το δίχως πριν να την ηρεμήσει, να την ησυχάσει, να την ταξιδέψει. Να την ξεχωρίσει από την αγωνία της πορείας των πραγμάτων. Αρνήθηκε. Δεν ανέχτηκε. Αντέδρασε.
Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της. Και τις σκέψεις της.
Σουσού δεν την φωνάζει ο άντρας της. Κι ούτε που θυμάται να του έχει πει τα σχετικά. Κι αυτού το βλέμμα δεν κρύβει προσμονή παρά φανερώνει στα ίσια τι προσδοκά. Ούτε και τούτο τη γλυτώνει από εκείνο το συναίσθημα του πνιγμού σαν καλείσαι να σηκώσεις κάτι που δεν ξέρεις τι είναι κι ούτε από που να το πιάσεις, πώς να το χειριστείς, να το κουμαντάρεις και να το τελειώσεις. Γιατί, τι στο καλό εννοεί ο καθένας, τι νόημα δίνει στην έννοια χαρά; Που να ξέρεις και με ποια υλικά να παραγεμίσεις τις στιγμές και το σύνολο για να προσφέρεις χαρά. Κι ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό πως επειδή είναι μέρες γιορτινές και μ’ αυτό τον τρόπο γιορτινές, γιατί, παραδέξου το, κι οι γιορτές έχουν το δικό τους ύφος και περιεχόμενο η καθεμιά, κι άλλα έχει ανάγκη η μια κι άλλα η άλλη, είναι πιο εύκολο να τις γεμίσεις με χαρά. Ποια τα υλικά και ποιες οι δόσεις; Και τ’ ανακάτεμα; Κι αυτό θέλει μαεστρία.
Από παιδί νοιώθει να μπερδεύεται και να προκύπτει ανίκανη σε τούτα τα μαγικά. Να περνά στο προσκήνιο και σαν ταχυδακτυλουργός και ικανός ιερουργός, να στήνει τα κατάλληλα σκηνικά με νοήματα που δεν αποδίδονται αλλά ζητείται εσύ να αντιληφθείς το περιεχόμενό που οι άλλοι τους δίνουν. Μπλοκάρει στους πρώτους ρόλους. Απομονώνεται.
Χριστούγεννα. Πλησιάζουν δηλαδή.
Θυμήθηκε μια αφιέρωση που είχε γράψει σε μια φίλη της πριν χρόνια: ζήσε τις μικρές σου στιγμές για να μην έχει η ευτυχία σου ανάγκη τις μεγάλες…
Έριξε μια ματιά στο δεντράκι που είχε στολίσει αξημέρωτα. Χάιδεψε με το βλέμμα της τα στολίδια και χαμογέλασε. Μάζεψε τα σιδερωμένα ρούχα και την σιδερώστρα. Έβαλε το σίδερο όρθιο να κρυώνει. Μπήκε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι οσμίστηκε το φαγητό που κρύωνε μέσα στην κατσαρόλα. Χαμογέλασε. Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της φτιάξει γιουβαρελάκια!
Έβγαλε την ποδιά. Πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της να τα σιάξει λίγο κι έπειτα το δάχτυλο στη σχισμή του στήθους της. Η κολόνια της δεν ήταν φρέσκια αλλά κρατούσε καλά ακόμα. Άνοιξε την πόρτα του σαλονιού. Χαμογέλασε…
*
©Ασημίνα Λαμπράκου -Δεκέμβρης, 2010
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Γυναίκα, Επίδαυρος 2008»

Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια


…ΣΤΑ 53 ΕΒΓΑΛΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ

Ένας άγνωστος μου φίλος που με τίμησε με τη κριτική του, έγραψε για το βιβλιαράκι μου πως ‘’οι αναμνήσεις μου’’που το συνθέτουν, είναι μιας άλλης εποχής που ευτυχώς οι νεότεροι δεν θα ζήσουν.

   Χαίρομαι που άσχετα με τα σκαριφήματά μου με μηδενική επίδραση στη θάλασσα της ποίησης και την αποτίμησή τους, όλα όσα νόμιζα ‘’σημερινά’’, δεν είναι παρά οι τραυματικές προβολές του ‘’χθες μου’’, στο σήμερα. Χαίρομαι που το 1970 που ήμουν στα δέκα μου και θυμάμαι πιο ανοιχτά, δεν θυμίζει καθόλου τις όμορφες μέρες που βιώνουμε για ενεστώτα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Δεν με ξέρετε βέβαια»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε κοντά σαράντα χρόνια που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί• χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.
Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν• τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.
Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.
Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα• πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.
Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.
Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά• πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.
Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.
Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.
Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα• κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει• ποιος ζει ποιος πεθαίνει.
Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…
Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα• ξανά ξαναβλέποντας πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.
Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά• επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.
Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση• αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε• στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού• οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…
Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος• φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…
Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:
Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.
Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.
Γκρέμισες πολλά• μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε τ’ αυτιά.
Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.
Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο•
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά
Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε• ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου• όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα• κλάψε γοερά!

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος στη συλλογή «Για μια επέτειο» εκδόσεις ‘Ίκαρος’ 2013
photo©Στράτος Φουντούλης, «Aeroport de Zaventem, 2010»

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος είναι συγγραφέας. Άλλα έργα του: ‘Ο Σιμιγδαλένιος’ (11η εκδ. Εστία) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ (1η εκδ. Ίκαρος, 2η εκδ. Άγρα) ‘Ψέματα πάλι’ (Άγρα) ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ (Άγρα) ‘Οχιναιλέγοντας’ (Ίκαρος).

Γιάννης Γκέκας, Τριτογενές εκτόπλασμα

«Δε θ’ ανάψεις τα φωτάκια στο δέντρο;» ρώτησε η Αννούλα τη μητέρα της.
Η Κατερίνα δεν απάντησε, μόνο την κοίταξε και ξαναγύρισε στο πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο αναστενάζοντας.
Καθώς ο αναστεναγμός της φτερούγισε προς τον απέναντι τοίχο, η Κατερίνα άρχισε να θυμάται τα δικά της ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Πήγαινε ο πατέρας της στο βουνό για κυνήγι κι επέστρεφε με μπεκάτσες και έναν μικρό κέδρο υπό μάλης. Τον στόλιζαν την προπαραμονή των Χριστουγέννων και τον ξεστόλιζαν την επόμενη του Άη Γιάννη. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν παραπάνω γιατί ξεραινόταν και γέμιζε το σαλόνι βελόνες. Μετά δεν τον πετούσαν στα σκουπίδια αλλά τον έκοβαν για καυσόξυλα κι ευωδίαζε το σπίτι καθώς καίγονταν στην ξυλόσομπα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας πέθανε και έτσι οι μπεκάτσες αποδημούσαν χωρίς να κινδυνεύουν, οι κέδροι μεγάλωναν, η Κατερίνα παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αθήνα, ήρθε η Αννούλα και το πραγματικό δέντρο αντικαταστάθηκε από ένα πλαστικό.
Μέχρι και πέρυσι στόλιζε το σπίτι και όντως καταλάβαινες ότι πλησίαζαν Χριστούγεννα. Το σαλόνι μύριζε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτα, φωτάκια αναβόσβηναν στο μπαλκόνι, στολίδια και γιρλάντες πάνω στα τραπέζια και τις κουρτίνες, γκυ πάνω από την εξώπορτα και κουτιά με δώρα κάτω από το περίλαμπρο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Μέχρι που έγινε Αυτό.
Μέσα Ιουνίου πρέπει να ήταν, σιδέρωνε με ανοιχτή την τηλεόραση, όταν διέκοψαν το μεσημεριανό κουτσομπολίστικο για να μεταδώσουν έκτακτο δελτίο. Τα πρώτα κρούσματα, ανησυχία, αργότερα επεκτάθηκε το κακό, μετά η τηλεόραση σίγασε, όπως η ζωή τους.
Φόβος.
Έτρεχαν αντί να περπατάνε, την Αννούλα δεν την έστειλαν στο σχολείο, η Κατερίνα έβγαινε έξω προσέχοντας μην τη δει κανείς από αυτούς, έμπαινε στα ξεκλείδωτα σπίτια κι άρπαζε ό,τι έβρισκε και ο σύζυγός της, ο Πάνος επέστρεφε σπίτι με φαγώσιμα: Ήταν από τους πρώτους που χώθηκαν στο πάρκο και έσφαξαν τις πάπιες. Όταν εξαφανίστηκαν τα σκυλιά απ’ τους δρόμους, αναγκάστηκε να σφάξει τον Ριρίκο. Στη μικρή είπαν ότι πήγε ταξίδι και ότι θα επέστρεφε μετά από καιρό.
Η Αννούλα ζωγράφισε τον γάτο της με φωτοστέφανο.
Το βράδυ που έτρωγαν το Ριρίκο γιαχνί και είπε στους γονείς της: «Το κουνέλι είναι πεντανόστιμο».
Η Κατερίνα σκέφτηκε, κάποτε ξεπουπούλιαζα μπεκάτσες, τώρα έγδαρα τον γάτο της κόρης μου, κι έτρεξε στο σκοτεινό μπάνιο να ξεράσει.
Σύντομα θα γιόρταζαν τα πρώτα Χριστούγεννα μετά απ’ Αυτό.
Τα παράθυρά τους μονίμως κλειστά, αυτοκίνητα δεν περνούσαν, τα καλοριφέρ κλειστά, κιχ δεν ακουγόταν, μόνο κάποια μακρινά ουρλιαχτά. Δε μπορούσαν να στολίσουν το μπαλκόνι, θα τους έβλεπαν. Δε μπορούσαν να ψωνίσουν, θα τους έβλεπαν. Τα γειτονικά μικρομάγαζα κλειστά και λεηλατημένα. Αν έκαναν βόλτα, θα τους έβλεπαν. Δε θα πήγαιναν να δουν το καράβι στην πλατεία, είχαν μήνες να περάσουν από εκεί, ίσως και να μην υπήρχε φέτος καράβι.
Η Αννούλα, συνειδητοποιεί ότι η μητέρα της δε θα απαντήσει στην ερώτησή της για τα φωτάκια και πεισμώνει. Χτυπά το δεξί της πόδι πάνω στο γυμνό πάτωμα κλαίγοντας. Η μάνα της την αρπάζει απ’ τα μαλλιά, της αστράφτει ένα χαστούκι, της κλείνει το στόμα με τη χούφτα της ψιθυρίζοντας «σ’ αγαπώ μωρό μου, αλλά σκάσε γαμώ το κέρατό μου».
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πάνος. «Με τραυμάτισαν, Κατερίνα, δεν έχουμε χρόνο».
Εκείνη αφήνει τη μικρή, σηκώνει τη μπλούζα του, βλέπει ότι η πληγή είναι πιο κάτω από τον αγκώνα, σε λίγα λεπτά θα έχει μολυνθεί, θα κακοφορμίσει, φάρμακα δεν υπάρχουν, γιατροί δεν υπάρχουν, «αν στο έκοβα» τραυλίζει, παίρνει απ’ την κουζίνα τον μπαλτά, κοιτάζει τον άνθρωπό της βουρκωμένη, πρέπει να το κάνει, δεν πρέπει να σκεφτεί, αν δεν το κάνει θα πεθάνει, ίσως καλύτερα να πεθάνει, τι να την κάνει τέτοια ζωή, αλλά δεν μπορεί χωρίς αυτόν, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αλλά μάλλον όλες έχουν αποδημήσει, αποδημητικές οι ελπίδες, τις μπεκάτσες μην ξεχνάς. Σηκώνει τον μπαλτά.
Η Αννούλα βλέπει τη μάνα της να κλαίει και τον πατέρα της να σφαδάζει. Παίρνει το κομμένο χέρι, το τυλίγει στο σεντόνι, το βάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη Φάτνη.
©Γιάννης Γκέκας
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Afiche d’ Ancona, 2011»