Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

Αρχείο 04/11/2013

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.
   Αυτό είναι, αυτό, αυτό, αυτό! ούρλιαξε μια φωνή μες στο κεφάλι της. Μη σταματάς, συνέχισε, μη σταματάς, μη στα… μα…
   Προς στιγμήν η Λούλα είχε φοβηθεί ότι η συνειδητοποίηση του τι ακριβώς έκανε θα μπορούσε και να τη φρενάρει, αλλά τελικά την απελευθέρωσε και τώρα τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού βυθίζονταν σαν παλλόμενα έμβολα μες στην υγρή κάτω πύλη της, χωρίζοντας στα δυο την απαλή, φλογισμένη σάρκα. Ύστερα βγήκαν και, μουσκεμένα όπως ήταν από τα κολπικά υγρά της, άνοιξαν τα πέταλα του αιδοίου της και άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της. Την έτριβε και τη χάιδευε ανασηκώνοντας την και μπατσίζοντάς την ελαφρά με τις άκρες των δαχτύλων της, κάνοντάς την να κυματίζει μανιασμένα, όπως όταν χτυπάει ο άνεμος ένα κουρελάκι. Και ταυτόχρονα προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι είναι αυτό που κάνει, προσπαθούσε να εκτελεί τη διαδικασία μηχανικά, σαν κουρδισμένη.
   Τώρα είχε ξανά προσηλωθεί στις σκηνές που προβάλλονταν μέσα στη σκοτεινή οθόνη του μυαλού της. Ο γυμνάστης χτυπιόταν σαν παλαβός πάνω στα οπίσθια της ξανθιάς, η οποία είχε χώσει το πρόσωπό της ανάμεσα στα πόδια της καστανής και έγλειφε. Οι κραδασμοί από τις παλινδρομικές κινήσεις του νεαρού μεταφέρονταν πάνω στην καστανή, η οποία τρανταζόταν ολόκληρη, σαν να τη γρονθοκοπούσαν, με το κεφάλι της να πηγαινοέρχεται στους ώμους, τα γυμνά της στήθη να χορεύουν στον αέρα και το στόμα της ν’ αφήνει άναρθρες κραυγές από τη μεγάλη καύλα. Ο ρυθμός με τον οποίο έτριβαν τα δάχτυλα της Λούλας την κλειτορίδα της, ή και μπαινοέβγαιναν πότε πότε ανάμεσα στα πόδια της, ήταν ίδιος με το ρυθμό που γαμούσε ο γυμναστής την ξανθιά, ίδιος με το ρυθμό που δονούσε με τις παλμικές κινήσεις του ολόκληρο το τρίο, ολόκληρο εκείνο το αλλόκοτα ενωμένο ανθρώπινο σύμπλεγμα…
***
ΤΕΛΙΚΑ, η Λούλα δε χαϊδευόταν απλώς. Αυνανιζόταν για πρώτη φορά στη ζωή της και ένιωθε υπέροχα. Το χόρτο την είχε βυθίσει σε μια γλυκιά χαύνωση, την είχε λύσει και αυνανιζόταν με μια ονειρική βραδύτητα. Η όλη φάση κράτησε πάρα πολύ, αφύσικα πολύ και η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Λούλα δεν ήταν σταθερή, άλλαζε κάθε τόσο.
   Πότε καιγόταν ολόκληρη και μούγκριζε και συστρεφόταν πάνω στα μαξιλάρια και πότε βυθιζόταν σε μια υποτονική αδράνεια. Τα δάχτυλά της σούφρωναν τότε το ύφασμα του σλιπ, μέχρι να γίνει σαν ένα στριμμένο, χοντρουλό κορδόνι –το κορδόνι ενός πρωτόγονου, προχειροφτιαγμένου τάνγκα– το οποίο έσερνε τεμπέλικα ανάμεσα στα πρησμένα, μαλακά χείλη του αιδοίου της, μπρος πίσω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, απαλά απαλά ή και σκληρά, απότομα και άγρια.
   Άλλοτε το εγκατέλειπε εντελώς το αναψοκοκκινισμένο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει ανάμεσα στα πόδια της, και τα υγρά της δάχτυλα έτρεμαν αγγίζοντας τις ερεθισμένες θηλές του στήθους της (το λευκό T-shirt είχε ανασηκωθεί ψηλά, είχε φτάσει ως το λαιμό της, αφήνοντας εκτεθειμένο το όμορφο, στητό της στήθος), κάνοντάς την να τρέμει και να ριγεί ολόκληρη.
   Κάποια στιγμή, με τα μάτια της φαντασίας της, η Λούλα είδε τον Στέλιο στη θέση του γυμναστή, είδε το τεράστιο τρίτο πόδι του εραστή της να μπαινοβγαίνει στο στόμα της καστανής γυμνάστριας και… πάγωσε. Βιάστηκε ν’ ανοίξει τα μάτια της –στην τηλεόραση το πρόγραμμα είχε αλλάξει και τώρα η όμορφη παρουσιάστρια συζητούσε καθισμένη σ’ έναν καναπέ με κάποια ηλικιωμένη, παλιά δόξα του ντόπιου εμπορικού κινηματογράφου– και κλείνοντάς τα πάλι κατόρθωσε να επαναφέρει στη θέση του Στέλιου τον γυμναστή, παρόλο που η μαραμένη ομορφιά της ηλικιωμένης ηθοποιού δεν ήταν ό,τι καλύτερο και παραλίγο να της καταστρέψει εντελώς κάθε ερωτική επιθυμία.
Τέλος, κάποια άλλη στιγμή, είχε ανοίξει και πάλι τα μάτια της και είχε παρακολουθήσει, με καθαρά οφθαλμοπορνική διάθεση, την παρουσίαση μιας κολεξιόν μαγιό από φωτομοντέλα, οπότε, όταν λίγο αργότερα τα βλέφαρά της έκλεισαν ξανά, τις γυμνάστριες στη φαντασίωση της αντικατέστηκαν τα φωτομοντέλα.
   Υπήρχαν πολλές στιγμές, πολλές αλλαγές, πολλές μικρότερες φάσεις που εναλλάσσονταν, και στη διάρκειά τους η Λούλα δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να χαϊδεύεται και να στενάζει από ηδονική ευχαρίστηση. Συνολικά, από τις έντεκα παρά, που είχε ανάψει το «γεμιστό» (το οποίο είχε καπνίσει ως τη μέση και μετά το είχε σβήσει προσεκτικά, πατικώνοντας ελαφρά την καύτρα στα τοιχώματα του σταχτοδοχείου), μέχρι που σταμάτησε και έγειρε αποκαμωμένη στα μαξιλάρια του καναπέ – είχαν περάσει γύρω στα είκοσι λεπτά. Η ώρα τώρα κόντευε έντεκα και την πονούσε παντού το κορμί της σαν να είχε φάει ξύλο.
   Εκείνα τα είκοσι λεπτά φάνηκαν στη Λούλα σαν μια αιωνιότητα.
   Όχι μόνο εξαιτίας του χόρτου.
  Η αίσθηση αυτή είχε αναμφισβήτητα σχέση με το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή της αυνανιζόταν. Και με το ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να φτάσει σε οργασμό. Περίμενε και ήλπιζε και ευχόταν καυτά κύματα ηδονής να την πλημμυρίσουν, το κορμί της ν’ ανασηκωθεί και να σχηματίσει αψίδα, οι μύες της όλοι να τεντωθούν και στο πρόσωπό της να ζωγραφιστεί μια εκστατική γκριμάτσα. Ίσως να φώναζε ή και να δαγκωνόταν, έτσι όπως τα ρίγη θα τη διαπερνούσαν σαν σπαθιά και οι γοφοί της θα τινάζονταν με ακούσιες κινήσεις, ακολουθώντας τους απανωτούς σπασμούς που θα τη συγκλόνιζαν. Ύστερα οι σπασμοί θα εξασθενούσαν και θα έσβηναν και η Λούλα θα χαλάρωνε και θα την πότιζε ολόκληρη ένα αίσθημα γαλήνης, ευτυχίας και πληρότητας, ενώ θα ένιωθε την ανάγκη, έτσι, χωρίς λόγο, να βάλει τα κλάματα (κάτι τέτοια πάνω κάτω θυμόταν από όσα είχε διαβάσει για τον οργασμό στα διάφορα γυναικεία περιοδικά) .
Αλλά δεν είχε γίνει, δυστυχώς, τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
*

©Βαγγέλης Ραπτόπουλος -απόσπασμα από τις σελ. 188-191
Η φωτογραφία είναι του 19ου αιώνα.

*

raptopoulos-bkΕκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση 
με υστερόγραφο 
του συγγραφέα

Στο εξώφυλλο:
Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα

Εκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση με υστερόγραφο του συγγραφέα
Στο εξώφυλλο: Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Περίληψη

Προσπαθώντας να φτάσει πάση θυσία στο αποκορύφωμα της ηδονής, μια όμορφη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Αθηνών έρχεται αντιμέτωπη με μια εφιαλτική όψη της λαγνείας.
   Ένα μυθιστόρημα για τον γυναικείο οργασμό και την απουσία του. Για τη χρήση της ινδικής κάνναβης. Για σεξουαλικές διαστροφές. Για τη λαγνεία ως εφιάλτη της Aνατολής. Για βρικόλακες στην Aχαΐα του προηγούμενου αιώνα. Για κόσμους άλλων διαστάσεων στη σύγχρονη Aθήνα. Kαι για τον κόσμο των ψυχώσεων.

«H Λούλα δύσκολα κατατάσσεται. Aφήγημα ρεαλιστικό, σχεδόν πορνογράφημα στην αρχή, λογοτεχνία τρόμου και θρίλερ στο μέσον, ψυχωσικό παραλήρημα ή βιντεοκλίπ στο τρίτο μέρος… H Λούλα είναι ένα βήμα στη θολή περιοχή όπου κανένας από τους “φτασμένους” μας λογοτέχνες δεν έχει πατήσει. Πού ανήκει, τελοσπάντων, αυτός ο ταλαντούχος όσο και απρόβλεπτος πεζογράφος;»

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

«Συναρπαστική δεινότητα στο στήσιμο αναπάντεχων καταστάσεων. Δεξιοτεχνική εμβάθυνση του προφανούς και μετατροπή του ευτελούς σε απέραντο ταμείο ψυχογραφίας. Σε παρόμοια τολμήματα απαιτείται συγγραφική πείρα, ψυχική αντοχή και κυρίως χαρακτήρας… O Pαπτό¬που¬λος μπορεί δίκαια να πιστέψει ότι κέρδισε ένα δύσκολο στοίχημα. Mε βιβλία σαν τη Λούλα μια γενιά μπορεί να δείξει τα δόντια της».

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
~ ~ * ~ ~

Λούλασύνοψη

Tο μυθιστόρημα αρχίζει με ένα απόκομμα από την εφημερίδα «Tα Nέα» τής 11ης Iουλίου 1996. Σύμφωνα μ’ αυτό, η 20χρονη Λούλα (Bασιλική) Παπαχατζή, δευτεροετής της Φιλοσοφικής Aθηνών, εξαφανίστηκε από το διαμέρισμά της, στα Eξάρχεια, πριν από οκτώ ημέρες και οι γονείς της παρακαλούν όποιον γνωρίζει κάτι να ειδοποιήσει είτε τους ίδιους είτε το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.

 

***
Στο Πρώτο Mέρος του μυθιστορήματος, ανακεφαλαιώνεται το τελευταίο εξάμηνο πριν από την εξαφάνιση της ηρωϊδας. Eδώ, εκτός από έναν έντονο τόνο υπερβολής και παρωδίας, ο αναγνώστης συναντά και μερικές από τις πιο τολμηρές ερωτικά ― σχεδόν πορνογραφικές ― σελίδες του βιβλίου. H Λούλα, που είναι εκτυφλωτικής ομορφιάς και ταυτόχρονα τρομερά σεμνότυφη και ανασφαλής στις σχέσεις της με το άλλο φύλο, έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό. Tο ζήτημα τής έχει γίνει έμμονη ιδέα και σε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα δε φαίνεται να την απασχολεί τίποτε άλλο.
  Δύο μόνο είναι τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπει η ηρωΐδα να εισβάλουν στο «αυτιστικό» της σύμπαν: ο ένας είναι ο 24χρονος φίλος της Στέλιος Tέλογλου, ένας «χειριστής» κομπιούτερ σε ατελιέ φωτοσύνθεσης, ερασιτέχνης μουσικός της τζαζ και κάτοχος ενός τερατώδους σε μέγεθος πέους, χάρη στο οποίο η Λούλα ευελπιστεί ότι θα φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής― και η άλλη είναι η Λαρισαία φοιτήτρια της Nομικής, συγκάτοικός της στο νοικιασμένο διαμέρισμα των Eξαρχείων, η αθυρόστομη και με εντυπωσιακά πλούσια ερωτική ζωή, Eύη Zαούση.
  Mε τους γονείς της, που μένουν στη Xαλκίδα, όπου η Λούλα μεγάλωσε, να απουσιάζουν από την καθημερινότητά της, η κοπέλα περνάει ανυπεράσπιστη τις μέρες της κυνηγώντας τον αδιάφορο γι’ αυτήν Στέλιο, ο οποίος την απατάει με άλλες και της φέρεται με απαράδεκτη σκληρότητα και κυνισμό. Tο να τον χάσει, για τη Λούλα ισοδυναμεί με κατά κράτος ήττα, αφού μαζί του θα χαθεί και το υπερμέγεθες γεννητικό όργανό του και η πιθανότητα να φτάσει κάποτε η ηρωϊδα σε οργασμό. Eνώ, όποτε η Λούλα στρέφεται για συμπαράσταση στην συγκάτοικό της, ερχόμενη αντιμέτωπη με το στόμα-βόθρο και την αχαλίνωτη σεξουαλική ελευθεριότητα της Zαούση, το αποτέλεσμα είναι να νιώθει ακόμα πιο μειονεκτικά και να βυθίζεται ― η ηρωϊδα ― σε ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση.
Ώσπου, η Λούλα βρίσκει το θάρρος και ζητάει από τον Στέλιο να χωρίσουν.

 

***
Tο Δεύτερο Mέρος του μυθιστορήματος αρχίζει την ημέρα της εξαφάνισης της κοπέλας. Kαι παρακολουθεί τις μοναχικές πια προσπάθειές της να φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής. Για τον σκοπό αυτό, η Λούλα αυνανίζεται παρεταταμένα (σε περισσότερες από πενήντα σελίδες του βιβλίου), με την χαλαρωτική βοήθεια της κάνναβης, της οποίας κάνει κατάχρηση. Tόσο το λεγόμενο «απαγορευμένο χόρτο», όσο και ο αυνανισμός, είναι μέσα στα οποία η ηρωΐδα καταφεύγει για πρώτη φορά στη ζωή της. Eνώ, διαπιστώνοντας την αναποτελεσματικότητα και των δύο, θα προχωρήσει και στη δοκιμή μιας παράξενης σεξουαλικής διαστροφής, της ασφυξιοφιλίας (αυτοστραγγαλισμός, ενώ αυνανίζεται).
  Λίγο πριν βουλιάξει σε έναν ωκεανό απελπισίας, η Λούλα ακούει το κουδούνι του διαμερίσματός της και ανοίγει την πόρτα σε κάποιον άγνωστό της, ο οποίος, αφού της λέει ότι είναι ένα είδος από μηχανής Θεού, που έχει έρθει να τη βοηθήσει να λύσει το πρόβλημά της («προσφέρω ηδονή και λαγνεία»), ισχυρίζεται ότι είναι ο ίδιος ο Θεός Διόνυσος ή και ένας απεσταλμένος του ή ίσως ο ίδιος ο Διάβολος ή κάποιος κατώτερος δαίμονας, ένας πεπτωκώς άγγελος, ο δαίμονας της λαγνείας. Eις επίρρωσιν των λεγομένων του, ο άγνωστος της αποκαλύπτει διάφορα πράγματα σχετικά με τη ζωή της Λούλας, τα οποία είναι φύσει αδύνατον να ξέρει. H κοπέλα σοκάρεται και μαστουρωμένη όπως είναι τον παρασέρνει να φύγουν από το διαμέρισμα.
  Kαθώς κατευθύνονται προς την οδό Xαριλάου Tρικούπη, στο κέντρο της Aθήνας, όπου εργάζεται η Zαούση (στο συμβολαιογραφείο μιας θείας της), ο άγνωστος διηγείται στην κοπέλα την ιστορία της ζωής του. Γεννήθηκε τον προηγούμενο αιώνα στη Λίμνη Aχαΐας και ήταν πάντοτε η προσωποποίηση της λαγνείας. Aποκορύφωμα της ερωτικής του ζωής, την οποία περιγράφει καταλεπτώς, είναι και η αιμομεικτική σχέση με την κόρη του, η οποία γίνεται γνωστή στο χωριό, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθούν οι συγχωριανοί τους και να τους κάψουν ζωναντούς. Nεκραναστημένος έκτοτε, ο άγνωστος αναζητά και προσφέρει τη λαγνεία σε όσους την έχουν ανάγκη, ως ένα πρωτότυπο είδος βρικόλακα διψασμένου, όχι για αίμα, αλλά για έρωτα.
  Mε το τέλος της διήγησης του αγνώστου, το ζευγάρι εισέρχεται στην οδό Xαριλάου Tρικούπη και ζει μια υπερφυσική ― που παραπέμπει στον Λάβκραφτ [Lovecraft] ― εμπειρία: ο δρόμος είναι αλλόκοτα ήσυχος και άδειος (η είσοδος σ’ αυτόν γίνεται μέσω μιας διαφανούς μεμβράνης που σκίζεται και ανασυγκολλάται αυτόματα), γεμάτος σατανιστικά ή πρόστυχα συνθήματα στους τοίχους, και ο άγνωστος και η Λούλα αρχίζουν να ερωτοτροπούν ασύστολα πάνω στις βιτρίνες και στα πεζοδρόμιά του. Όταν δε φτάνουν στο σημείο όπου η Xαριλάου Tρικούπη συναντά την οδό Πανεπιστημίου, ο άγνωστος μεταμορφώνεται σε τραγόμορφο ζώο που στραγγαλίζει τη Λούλα ― γαμώντας την πάντα ― και τη στιγμή που εκείνη φτάνει επιτέλους σε οργασμό, πετάει το πτώμα της σε ένα ρήγμα απ’ όπου βγαίνουν φλόγες, ανοιγμένο στη μέση της οδού Πανεπιστημίου.
  Ύστερα, ενώ το ρήγμα κλείνει, ο άγνωστος μεταβάλλεται ξανά σε «έναν από μας», επιστρέφει στο σημείο απ’ όπου μπήκαν στον παράξενο αυτό και παράλληλο με τον δικό μας κόσμο και μέσα από τη μεμβράνη επιστρέφει ξανά στον γνωστό, στον υπαρκτό, κανονικό κόσμο.

 

***
Στο Tρίτο Mέρος του μυθιστορήματος, η αφήγηση υπερφυσικού τρόμου δίνει τη θέση της σ’ ένα ψυχωσικό παραλήρημα, γεμάτο άλματα, που η δομή του θυμίζει βίντεο κλιπ. Xάρη στις παραψυχολογικές ικανότητες του αγνώστου (τηλεπάθεια), επισκεπτόμαστε διάφορες γυναίκες-θύματά του και τους αρρωστημένους κόσμους τους. Eίναι σαν να μπαίνουμε σιγά σιγά στην ψυχή και στον ταραγμένο εγκέφαλο του πραγματικού πρωταγωνιστή του βιβλίου.
  Eκτός από τη Στέλλα Aμπατζόγλου, την 27χρονη Θεσσαλονικιά, σερβιτόρα στο (με το σημαδιακό όνομα) καφέ-μπαρ «Bίντεο Kλιπ», η οποία αποτελεί το επόμενο θύμα του αγνώστου, μαθαίνουμε διάφορα και για το προηγούμενό του θύμα, την 42χρονη νοικοκυρά, μητέρα δύο αγοριών, Φωτεινή Pηγοπούλου. Όπως μαθαίνουμε και τα της γνωριμίας του με τη Λούλα.
  Στο τελευταίο κεφάλαιο (τίτλος: «Στο λαβύρινθο του μυαλού του»), το μυθιστόρημα επιχειρεί μια κατάδυση στον αρρωστημένο πυρήνα της ψυχής του παρανοϊκού δολοφόνου, ο οποίος είναι ένας καλλιεργημένος εισοδηματίας. Mέσα από ένα σύνολο κατακερματισμένων σκηνών, που θυμίζουν πίνακα του Iερώνυμου Mπος, βυθιζόμαστε στο υποσυνείδητο του αγνώστου, εκεί όπου κατοικεί ένα βδελυρό πλάσμα (ο βαθύτερος εαυτός του), το πλάσμα που έχει δολοφονήσει όλες αυτές τις γυναίκες και κοπέλες, το πλάσμα που ξέρει όλη την αλήθεια και που δεν έχει ανάγκη να καταφεύγει σε εξωραϊστικές εικόνες των φρικτών εγκλημάτων του, σαν κι αυτήν που ο αναγνώστης παρακολούθησε διαβάζοντας την ερωτική σκηνή με τη Λούλα στον αλλόκοτο κόσμο της Xαριλάου Tρικούπη.

 

***
Tο μυθιστόρημα τελειώνει με άλλο ένα απόκομμα, αυτή τη φορά από την εφημερίδα «Tο Bήμα» τής 15ης Σεπτεμβρίου του 1996. Aπ’ αυτό μαθαίνουμε ότι το όνομα του ψυχοπαθούς σήριαλ κίλερ ήταν Σάββας Παταβούκας και ότι είχε μετατρέψει το υπόγειο του πατρικού του σπιτιού, στη Λίμνη Aχαϊας, σε ομαδικό τάφο. H αστυνομία έχει οδηγηθεί ως εκεί και έχει ανακαλύψει τα πτώματα τεσσάρων γυναικών, ύστερα από καταγγελία της Στέλλας Aμπατζόγλου, η οποία κατόρθωσε να το σκάσει από τα νύχια του Παταβούκα και η οποία νοσηλεύεται σοβαρά τραυματισμένη στο νοσοκομείο του «Eυαγγελισμού», χωρίς να έχει διαφύγει τον κίνδυνο.
  Στις τρεις τελευταίες σελίδες του βιβλίου παρατίθεται εξαντλητική βιβλιογραφία για τα θέματα του μυθιστορήματος, που είναι κατά σειρά: ο γυναικείος οργασμός και η απουσία του (ανοργασμία)• η χρήση της ινδικής κάνναβης και των παραγώγων της• η ασφυξιοφιλία ή σύνδρομο σεξουαλικής ασφυξίας• η επιστημονική γνώση και η λαγνεία ως εφιάλτες της Δύσης και της Aνατολής αντίστοιχα• οι βρικόλακες στις νεοελληνικές παραδόσεις• η Aχαΐα (και η Eλλάδα) του 19ου αιώνα• ο, επινοημένος από τον αμερικανό συγγραφέα του προηγούμενου αιώνα X. Φ. Λάβκραφτ [H.P. Lovecraft], Mύθος του Kθούλου• και ο κόσμος των ψυχώσεων.

Χρύσα Αλεξίου, όλες οι κραυγές άχνιζαν δίπλα μου -ποίηση

ο πλάτανος
είχε φωνή
δεν ήξερα τη γλώσσα του
ούτε εκείνος τη δική μου
μόνο ο ίσκιος έπαιζε
μαζί μας
να βρω τη θέση
που αγαπάς
για να μιλήσω
να σκύψεις κι άλλο
πάνω μου
να δροσιστώ
να γαληνέψω

*

το θαύμα
έγινε
πέτυχαν οι συρραφές
χώρεσε το κεφάλι
στο κρανίο
τέσσερα χέρια
κρέμονται
κάτω απ΄το κρεβάτι
ελεύθερα

*

εγώ
ο οβολός
με τα μάτια κλειστά
έχω καινούργιους δρόμους
ένα σοκάκι
τη μουσική του ονείρου
το νερό
το ποίημα
τη διγλωσσία

*

υπάρχω
σε κάθε σταγόνα
νερού
που θυσιάζεται
για μένα

*

δεν θυμάμαι
τα χέρια σου
καθόλου
κάτι σαξόφωνα βραχνά
περίεργα σονάτα
τρυπούσαν
το κορμί
όλες οι κραυγές
είχαν σχέση
με το φεγγάρι
όλες
άχνιζαν δίπλα μου

*
©Χρύσα Αλεξίου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Χριστούγεννα στο Ζάππειο», Αθήνα 2005

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Αρχείο 29/10/2013

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Αχιλλέας Κυριακίδης, Υπέρ της λήθης

Καθώς συνέθετα ένα κείμενο που μου είχε ζητηθεί ως συμμετοχή μου στον εορταστικό τόμο για τα 70 χρόνια των Εκδόσεων «Ικαρος», θυμήθηκα κάποια βιβλία ή κείμενα που είχα πολύ αγαπήσει κάποτε, που, ως φαίνεται, δεν τα κατάφερα ούτε πάσχισα καλά καλά να μην ξεχάσω να τα θυμάμαι, και που η ανάδυσή τους στην κατάκοπη μνήμη μου μ’ έκανε γι’ άλλη μία φορά να εκτιμήσω την ουσιώδη συμβολή της λήθης στην εντρύφηση της τέχνης.

Μόνο στην εντρύφηση, όμως;
Ολόκληρη η λογοτεχνία (θα μπορούσε να έχει πει ο Μπόρχες) είναι έργο μιας αδιάκοπης και ακάματης λήθης. Σήμερα πια δεν είναι δύσκολο να συναγάγουμε με σχεδόν ακλόνητη βεβαιότητα τι ακριβώς ξέχασε ο Ντίκενς πριν γράψει την «Ιστορία δύο πόλεων», ή τι είχε δραπετεύσει απ’ το διάτρητο μνημονικό του Μπαλζάκ πριν αυτός χυθεί στη θάλασσα της ανθρώπινης κωμωδίας. Ο,τι απομένει στη δημιουργικότητα, δεν έχει να κάνει τόσο με την επινόηση όσο με την τεχνική διαχείρισης αυτής της λήθης, δεδομένου μάλιστα ότι οι επινοήσεις (και οι συνδυασμοί τους) μπορεί να φαίνεται πως τείνουν προς το άπειρο, αλλά δεν παύουν να είναι πεπερασμένες. Αυτή η σχεδόν αυταπόδεικτη βεβαιότητα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επανάληψη και, ασφαλώς, στη μίμηση. Πολύ λίγα χρόνια πριν κατοχυρωθεί και ληξιαρχικά η γέννηση του μοντερνισμού, ο κυρ Μπουβάρ και ο κυρ Πεκισέ εγκαταλείπουν τα εγκόσμια, ασκούνται στη γνώση και, αφού εξαντλήσουν κυριολεκτικά το επιστητό, επιστρέφουν στην ασφάλεια της αντιγραφής και της μίμησης.
Λένε ότι ο Γκέτε έκλαψε όταν είδε για πρώτη φορά το Παρίσι, ακριβώς γιατί δεν θα το ξανάβλεπε ποτέ για πρώτη φορά, ενώ ξέρω από πρώτο δάκρυ ότι και ο υπογράφων έκλαψε όταν τελείωσε την ανάγνωση του «Εκατό χρόνια μοναξιά», ακριβώς γιατί δεν θα το ξαναδιάβαζε ποτέ για πρώτη φορά. Πολύ πολύ πρόσφατα ανακάλυψα ένα άρθρο του Χέμινγκουεϊ, γραμμένο τη δεκαετία του 1930, όπου παραθέτει τίτλους βιβλίων τα οποία «ευχαρίστως θα ξαναδιάβαζε για πρώτη φορά»! Το παράδοξο της διατύπωσης εξορθολογίζεται από (ποιον άλλον;) τον Μπόρχες, κατά τον οποίο, κάθε φορά που ξαναδιαβάζουμε ένα βιβλίο, είναι σαν να το διαβάζουμε για πρώτη φορά, αφού ναι μεν το βιβλίο παραμένει το ίδιο, αλλά έχουμε αλλάξει εμείς: έχουν μεσολαβήσει εμπειρίες, γνώσεις και, βέβαια, η λήθη…
Στην οποία και επιστρέφω, κλείνοντας: αυτές τις μέρες, χάρη σε μια μερική αλλά ικανής εκτάσεως λήθη, μπόρεσα να παρασυρθώ ξανά, να μαγευτώ ξανά και να γλεντήσω ξανά το θεοπάλαβο αριστούργημα «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ.
©Αχιλλέας Κυριακίδης
Πρώτη δημοσίευση:© Εφημερίδα των Συντακτών 20.10.13
Φωτο©Στράτος Φουντούλης 2008

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Αρχείο 28/10/2013

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου»