Larry Cool, ποίηση

Ἀνέμελος Νεκρὸς

Κρατῶ στὴν παλάμη τὸ μυαλό μου
Ἐντός του ὑποφώσκουν ὁ κόσμος καὶ ὁ βίος μου:

…βρίσκομαι ἀποκλεισμένος στὴ “Μεγάλη Βρετάνια”
Στὴν κορνίζα τῆς ὀροφῆς,
Κουρνιάζουν ἀγγελούδια μὲ γούνινα μάτια
Στὸ πλακόστρωτο ἕρπει ὁ παραπληγικὸς Σόϊμπλε
Ῥάμφη τοῦ τρυποῦν ἐκ τῶν ἔνδον τὸ πρόσωπο 
Ὄρνεα μέσα του τοῦ καταβροχθίζουν τοὺς ὀφθαλμοὺς
Διακοπὴ ῥεύματος…
Βυθίζω τὰ χέρια στὸ σῶμα τῆς μαγείρισσας
Τῆς ἀναδεύω μὲ λαγνεία τὰ σπλάγχνα
Χώνει τὰ δάκτυλα καὶ πιάνει τὴν καρδιά μου
-«Δὲν μ’ἀγαπᾶς» διαπιστώνει, «νὰ γαμήσῃς θέλεις»…

Κλειδώνω τὴν φαιὰ οὐσία σ’ἕνα συρτάρι
Τὸ ἄδειο μου κρανίο,
Εἶναι τὸ πανδοχεῖο τῶν ἀνέμων.

***
Ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ θὰ εἰσέλθουμε στὴν Οὐτοπία

Ἄνθρωποι διασταυρώνονται στοὺς δρόμους
Περνοῦν ἀπρόσκοπτα ὁ ἕνας μέσα ἀπ’τὸν ἄλλον,
Προκαλῶντας ἠλεκτρικὲς ἐκκενώσεις.

Ντριίν, ἀνοίγω· ἀντικρίζω μιὰν ἄγνωστη
-«Μὲ καταδιώκουν οἱ ἀρχές,» λέει μὲ κομμένη ἀνάσα
Μ’ἕνα αἰφνίδιο ἅλμα,
Βρίσκεται ὀκλαδὸν στὸ πρόσωπό μου
Ἀπ’τὴ μυρωδιὰ τοῦ μουνιοῦ της,
Ὁ νοῦς εἰσέρχεται σὲ μιὰν ἱδρωμένη οὐτοπία
Στὸ στόμα της ἀναβλύζει μελάνη,
Ἐμβάφει τὴν γραφίδα καὶ γράφει:
“Ποίημα, ποιητής κι ἀναγνώστης, ταυτίζονται”
Φτύνει τὴν μελάνη κι ἁπλώνεται νύκτα.

Ἐναερίτες ποιητές,
Καταρριχῶνται ἀθόρυβα ἀπ’τὴν κοιλιὰ τοῦ νέφους
Πάνω στὶς γλῶσσες τους τρεμοφέγγουν φλογίτσες
Καταλαμβάνουν τὴν πόλη, καίουν ὅλο τὸ χρῆμα.

***

© Larry Cool 
image © ffffound

Κωνσταντίνος Καβάφης, Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

 

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση

Αρχείο 25/04/2013

Εκδόσεις Περισπωμένη, 2013

Ι

Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη καραβιῶν
ποὺ ἀνοίγουν μέσα μου ἀποβάθρες καὶ λιμάνια
τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη χαμένων ταξιδιῶν
τῆς ἀπεραντοσύνης τὰ ὑδάτινα στεφάνια.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση»

Απόστολος Θηβαίος, «Ο άνθρωπος των ρεμβασμών»

Αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη,
Τον Οικουμενικό και τον Ερωτικό.

Τον αναγνώρισα με κάποια δυσκολία, καθώς στεκόταν σε μια μακρινή πια απόσταση. Έφερε απλά σημάδια γήρατος, ο χρόνος είχε διανύσει ήδη ολόκληρες εποχές. Ήταν καλοντυμένος, με ένα από εκείνα τα βρετανικά κοστούμια τύπου london cut που τόση εντύπωση προξενούν με την κομψότητά τους. Κάθε τόσο, με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο που δεν θα μαρτυρούσε ποτέ την ενόχλησή του από την τόση θερμή ημέρα, εκκινούσε το καπέλο του, τύπου παναμά, κίτρινου, ανοιχτού χρώματος. Φανέρωνε την εντύπωση ενός πολύ αριστοκρατικού ανθρώπου με ανάλογες καταβολές. Δεν θα μπορούσες με τίποτα να φανταστείς ένα τέτοιο τύπο μες σε τούτα τα καφενεία με τους ύποπτους νεαρούς, τους χαρτοπαίκτες, τις ύποπτες συναλλαγές. Ετούτα τα μέρη προσελκύουν μονάχα την έξαψη και την αισχρότητα παράξενων ανδρών, πλάι στο λιμένα με τα παλιά, πορφυρά συντρίμμια ενός φάρου που λέγεται πως κάποτε ανεγέρθηκε σε αυτόν τον τόπο υπάρχουν παραπήγματα με μια απρόσμενη κοσμοσυρροή. Ο ηλικιωμένος, κομψός άνδρας τους παρατηρούσε, κάποτε το ενδιαφέρον του διέγειρε κάποιο από τα νεανικά αγόρια που πουλούν μαστίχα ή τάχα εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες στις ανυπόφορες, θερμές αναμονές τους.

 

    Έπειτα ανασηκώθηκε από τη θέση του. Ήταν μεσημέρι, αργά πολύ, οι εργαζόμενοι της εταιρείας υδρεύσεως τέτοια ώρα περπατούν νωθροί στην προκυμαία, ψωνίζουν καπνό και έπειτα χάνονται σε δρόμους με σιδηρουργεία και ταβέρνες κλειστές. Ανασηκώθηκε, άφησε το αντίτιμο της παραγγελίας του και πλησίασε αργά, αιώνιο το βήμα του ανθρώπου εκείνου καθώς περιφερόταν τάχα άσκοπα μα εποφθαλμιούσε πια με έκδηλο τρόπο εκείνο το αγόρι στη μέσα σάλα. Ήταν ένα αγόρι, σχεδόν ποιητικό, με πρόσχημα και πόζα ακαδημαϊκή. Μα σε τέτοια μέρη δεν συχνάζουν παρά διψασμένοι και φορτισμένοι άνθρωποι και το αγόρι ετούτο φέρει όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά που είναι της νεότητος. Με τι ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο ο άνδρας εκείνος πλησιάζει το αγόρι, πώς του μιλά, με τι τρυφερότητα περιεργάζεται τα βιβλία του, τα ακουμπά με δύναμη γιατί είναι πριν πιασμένα από τα σφιχτά, τα παρθένα χέρια του παιδιού. Έπειτα η σιωπή και ο καπνός που τους κρύβει καθώς καίγονται και λιώνουν τα κάδρα, οι φωτογραφίες στους τοίχους, πέφτει βαριά, υπέροχη σκιά, καθώς πεθαίνει το μεσημέρι στην Αλεξάνδρεια. Τώρα οι Αγριάνες τοξότες, παιδιά από τα βουνά του Άτλαντα, με τατουάζ και εκδορές εγκαταλείπουν το χαμαιτυπείο και έτσι ο άνδρας με το παιδί μιλούν χαμηλόφωνα, εκείνος του υποδεικνύει τα βρώμικα δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και ύστερα αποχωρούν και οι δυο, με τόση, Θε μου ενοχή! Και είναι λησμονημένα πια τα βιβλία και η σχολή και ο τόσος ακαδημαϊσμός, είναι λησμονημένος και αυτός και εξαντλημένος και όλες του κόσμου οι ελπίδες, διαψευσμένες και αυτές και να βρέχει τώρα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εκείνοι οι δυο πώς δένονται και αφήνονται και τα σημάδια, τα δυνατά χέρια, λείο, γλυπτό της νεότητος το σώμα. Τους είδα που φύγαν, αραιά, σαν να μην γνωρίζονται και να ’ναι τυχαίο το συναπάντημά τους. Οι εργάτες τους κοίταξαν βέβαια με υποψίες, μα και εκείνων τα σώματα ποιος ξέρει σε τι κλίνες έχουν κυλησθεί. Δίστασε να φύγει. Ξυπνούσε η πόλη τώρα, ξανά οι ίδιες, τρωικές μορφές, οι βάρβαροι ξανά στα σύνορα, τώρα που ο έρωτας σκοτώθηκε σε εκείνα τα δωμάτια, τώρα τίποτε, κανένα σημάδι από το μυστικό, εκείνο θίασο που μας μεθά. Τίποτε. Ο κομψός, ηλικιωμένος άνδρας συνέχισε αργά το βήμα του. Απομακρύνθηκε και έπειτα με τον πιο διακριτικό τρόπο, καθώς, ας πούμε μια καταιγίδα που έχει ένα αδιάφορο ξεκίνημα, πέρασε μες στην ιστορία, έγινε ορίζοντας. Το καπέλο τύπου παναμά τώρα πετά ψηλότερα, η κορδέλα του πώς ανοίγει και εκείνο το όνομα του ένδοξου πλοίου που πιάνεται στα πιο ψηλά σημεία, φτάνει σε εξώστες και τελικά αποκαλύπτεται για πάντα. Μιλώ για εκείνο το στίχο που σημαίνει ταξίδι και ανήκει στις τάξεις των ιδεών. Ο κομψός, εκείνος άνδρας έγραψε, λένε με όλο του το σώμα, με τα δάκρυα και τις ακαθαρσίες και τα αμαρτήματά του. Ο άνδρας εκείνος, μες στον κοσμοπολιτισμό και την πλούσια αύρα της πόλεως του αρνήθηκε το χρυσάφι και έτσι σοφός και πικραμένος αντίκρισε τον κόσμο, ευρύτερο από τις πιο πλατιές φυλακές. Της ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας σκληρά δεσμά. «Έτσι, πολύ ατένισε…» ο άνθρωπος αυτός.
*
©Απόστολος Θηβαίος

Γιάννης Λειβαδάς: La Chope Daguerre + Ποιήματα Κελύφους


Εκδόσεις Κέδρος

Η ατέλεια μες στην οποία το μάταιο
Είμαι το σφυρί και το αμόνι
και η διαμόρφωση ανάμεσα.
Η ατέλεια μες στην οποία
το μάταιο
σφυρηλατείται
ακατάπαυστα.
Γράφω το βιογραφικό
ενός μέχρι
προ ολίγου
αδιάβατου χρόνου
πάνω στο χαρτί περιτυλίγματος
του δημιουργού.
Εδώ συνεχίζεις εσύ.
***
Κάθομαι σʼ όλες τις καρέκλες
Κάθομαι σʼ όλες τις καρέκλες
γιατί δεν υπάρχει θέση
για την τέχνη
που ξεκίνησε το
2008 το 2011
Ή το 2012
Σταγόνες απʼ το πουκάμισό μου
που στεγνώνει.
Οι καμπανιές της Σεν Ζενεβιέβ
καθότι οι κλώνοι δεν είναι θεματοφύλακες•
οι δημοκράτες είναι φτιαγμένοι
να πέφτουν από τα σύννεφα.
Το αδυσώπητο επικεφαλής.
Μια νύχτα στεφάνι στο απροκάλυπτο.
Τα προβλήματα είναι λύση.
Τα οστά μου σούπα
μέσα στου τάφου μου
τη λάσπη.
***
©Γιάννης Λειβαδάς

Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα

Αρχείο 23/04/2013

Κυριακή. Μισούσε τις Κυριακές. Ήταν αναγκασμένος να μένει όλη τη μέρα σπίτι και να τρώει στη μάπα την άθλια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια. Πότε άρχισε να αισθάνεται έτσι; Πότε έπιασε για πρώτη φορά τον εαυτό του να θέλει να αποδράσει; Ούτε που θυμάται.
    Καθισμένος στην πολυθρόνα διάβαζε την εφημερίδα του. Ψέματα. Η εφημερίδα ήταν πρόσχημα. Απλώς ήθελε να αποκοπεί από το υπόλοιπο περιβάλλον. Είχε την ανάγκη να υψώσει έναν τοίχο, έστω και χάρτινο, να μη βλέπει. Το έκανε συχνά τελευταία…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα»

Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα

Κυριακή. Μισούσε τις Κυριακές. Ήταν αναγκασμένος να μένει όλη τη μέρα σπίτι και να τρώει στη μάπα την άθλια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια. Πότε άρχισε να αισθάνεται έτσι; Πότε έπιασε για πρώτη φορά τον εαυτό του να θέλει να αποδράσει; Ούτε που θυμάται.
    Καθισμένος στην πολυθρόνα διάβαζε την εφημερίδα του. Ψέματα. Η εφημερίδα ήταν πρόσχημα. Απλώς ήθελε να αποκοπεί από το υπόλοιπο περιβάλλον. Είχε την ανάγκη να υψώσει έναν τοίχο, έστω και χάρτινο, να μη βλέπει. Το έκανε συχνά τελευταία…
   Στον διπλανό καναπέ καθόταν η Μυρτώ, η δεκαεξάχρονη κόρη του, με τα ακουστικά στα αφτιά και με το laptop στα πόδια, συνομιλούσε με τους διαδικτυακούς της φίλους. Την παρατηρούσε να σμίγει τα φρύδια της, να χαμογελά, να κοιτάζει το ταβάνι κάθε φορά που έπρεπε να σκεφτεί μια έξυπνη απάντηση, να κοκκινίζει! Όταν κάποια στιγμή ακούμπησε τον υπολογιστή στο τραπεζάκι, πρόσεξε στην οθόνη τη φωτογραφία ενός νεαρού αγοριού. Ποιος ήταν αυτός; Τι δουλειά είχε με την κόρη του; Και αυτή η μελανιά στο λαιμό, η οποία δεν είχε κρυφτεί καλά κάτω από τη στρώση του μεικαπ; Ήθελε να της μιλήσει, να την κατσαδιάσει που μια σταλιά κορίτσι ήθελε έρωτες. Αλλά η σκέψη ότι και αυτός τα ίδια έκανε στην ηλικία της τον σταμάτησε.
    Δίπλα της η Χαρά, η γυναίκα του. Με το βλέμμα κολλημένο στην οθόνη της τηλεόρασης, περίμενε τη στιγμή που η παρουσιάστρια θα αποκάλυπτε στο τηλεοπτικό κοινό το νέο καυτό ειδύλλιο της πόλης.
   «Κλείσε επιτέλους αυτό το πράγμα» ήθελε να της φωνάξει. Να την πιάσει από το χέρι και να κλειστούν στην κρεβατοκάμαρα για ώρες, μέρες, μέχρι μια μελανιά να φανεί στο λαιμό του, στο λαιμό της…
   Ο Αλέξης γνώρισε τη Χαρά πριν είκοσι χρόνια. Εκείνος τελειόφοιτος της Φιλοσοφικής, εκείνη ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Ήθελε να σπουδάσει Ψυχολογία ξεπηδάει από το πουθενά αυτή η λεπτομέρεια στο μυαλό του. Τη γνώρισε στο φροντιστήριο του Κώστα Βασιλείου, του πατέρα της, στο οποίο είχε πιάσει δουλειά. Την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα που μπήκε στην αίθουσα για να διδάξει.
   Συνήθως είχε τα μακριά μαύρα μαλλιά της πιασμένα, αφήνοντας σε κοινή θέα τον λεπτό λαιμό της.  Τα ντροπαλά χαμόγελα που του χάριζε κάθε φορά που τα βλέμματα τους συναντιόντουσαν τον έκαναν να καταλάβει ότι και εκείνη τον είχε προσέξει.
   Λίγο καιρό μετά ο πατέρας της τον κάλεσε στο γραφείο του και του ζήτησε να κάνει ιδιαίτερα στην κόρη του. Στην αρχή δίστασε. Ήξερε πως πίσω από αυτή την πρόταση κρυβόταν η Χαρά και δεν είχε στο μυαλό της τα ιδιαίτερα. Δεν ήθελε να ρισκάρει τη θέση του στο φροντιστήριο. Τελικά δέχτηκε την πρόταση όταν οι γονείς του, του έκοψαν την οικονομική ενίσχυση και δεν είχε σκοπό να γυρίσει στα Γιάννενα.
   Από το πρώτο μάθημα η Χαρά του έδειξε τις προθέσεις της. Ακουμπούσε δήθεν τυχαία τον ώμο της στο δικό του, κάρφωνε το βλέμμα της στο δικό του κάθε φορά που εκείνος έσκυβε δίπλα της για να της εξηγήσει κάτι. Του χαμογελούσε αμήχανα. Το απαλό άρωμά της τον υπνώτιζε και συχνά έκανε σαρδάμ.
   «Είσαι μαλάκας, δεν καταλαβαίνεις πως η γκόμενα θέλει να την πηδήξεις;» του φώναζε ένα απόγευμα ο Αντρέας, συμφοιτητής από τη Θεσσαλονίκη και συγκάτοικος στην Αθήνα.
   «Τι περιμένεις; Πήδηξέ τη να τελειώνουμε». Έτσι σκεφτόταν ο Αντρέας ο οποίος κατά τη διάρκεια των φοιτητικών τους χρόνων είχε «πάρει» τις μισές φοιτήτριες της Φιλοσοφικής, μαζί και την υπάλληλο της βιβλιοθήκης που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο στενό μαρκάρισμα που της έκανε και στο βαθύ μπλε των ματιών του.
   Εκείνο το απόγευμα ο Αλέξης δεν άντεξε. Οι γονείς της τον υποδέχτηκαν στο σαλόνι. Μετά από μια γρήγορη ενημέρωση για την πρόοδο της κόρης τους, ακολούθησε τη Χαρά στο δωμάτιο της. Τα χείλη τους πλησίασαν σε απόσταση αναπνοής μέχρι που ενώθηκαν. Στο δωμάτιο απλώθηκαν επιφωνήματα ηδονής. Η αδρεναλίνη του ανέβαινε ακόμα περισσότερο στη σκέψη ότι οι γονείς τηςβρισκόταν στο σαλόνι και εκείνος ξεπαρθενεύει την κόρη τους στον επάνω όροφο. Λίγο αργότερα ο Αντρέας έδινε τα συγχαρητήρια του στον κολλητό του. Τα ιδιαίτερα συνεχίστηκαν όπως και η σχέση τους. Τα επιφωνήματα της ηδονής κατέκλυζαν το δικό του σπίτι ελεύθερα και χωρίς φόβο. Η Χαρά απέτυχε στις εξετάσεις αλλά δεν την ένοιαζε. «Θα δώσω ξανά του χρόνου» έλεγε. Αλλά δεν έδωσε ποτέ ξανά. Έμεινε έγκυος. Η Ψυχολογία ξεχάστηκε. Έπρεπε να ετοιμάσει το γάμο της δεν είχε καιρό. Στην αρχή οι γονείς της τσίνησαν αλλά όταν έμαθαν για την εγκυμοσύνη το δέχτηκαν, δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Όπως και ο Αλέξης που πριν το καταλάβει βρέθηκε παντρεμένος. Τη Χαρά την αγάπησε αληθινά όταν απέβαλε στον πέμπτο μήνα. Αυτή η αναποδιά τους έφερε πιο κοντά. Έκαναν σχέδια για το μέλλον, για τα επόμενα παιδιά που θα έκαναν. Η σχέση τους πέρασε σε άλλο επίπεδο και τρία χρόνια αργότερα ήρθε η Μυρτώ να ολοκληρώσει την ευτυχία τους. Ο Αλέξης ήταν ευτυχισμένος. Είχε τη γυναίκα που ήθελε, τη Μυρτώ που ολοκλήρωνε την ύπαρξη του και τον πεθερό του ο οποίος τον ξάφνιασε όταν του ανακοίνωσε πως ήρθε ο καιρός πια να αναλάβει μόνος του το φροντιστήριο. Τι είχε πάει στραβά;
   Σήκωσε το βλέμμα του από την εφημερίδα και έριξε μια διερευνητική ματιά στη γυναίκα του. Προσπαθούσε να ανακαλύψει που χάθηκαν. Η σημερινή της εικόνα δεν είχε καμία σχέση με το κορίτσι που είχε γνωρίσει είκοσι χρόνια πριν.
   Πια δεν έκαναν σεξ, δεν είχαν δικές τους στιγμές. Τα ηδονικά επιφωνήματα είχαν σταματήσει εδώ και καιρό. Από πότε; Δεν θυμάται. Το μόνο που θυμάται είναι τη γυναίκα του να τρέχει πίσω από τη Μυρτώ, να αλλάζει κουρτίνες τέσσερις φορές το χρόνο, τη λεπτή μέση της να στρογγυλεύει, το λιγοστό ελεύθερο χρόνο τους να τον περνάνε στο σπίτι τον γονιών της ή μπροστά στην τηλεόραση αμίλητοι, συμβιβασμένοι.
   «Πάμε κάπου το Σαββατοκύριακο;» θυμάται να τη ρωτάει όταν η κόρη τους έκλεινε τα δέκα της χρόνια. Δεν πήρε απάντηση και αποφάσισε να μην της ξανά προτείνει κάτι.
   Άφησε την εφημερίδα στο τραπεζάκι και ανασηκώθηκε στη δερμάτινη πολυθρόνα. Η φασαρία στο μυαλό του έγινε ανυπόφορη. Ένιωσε να δυσκολεύεται να αναπνεύσει λες και μια αόρατη θηλιά είχε τυλιχθεί γύρω από το λαιμό του και τον έπνιγε. Προσπάθησε να στρίψει ένα τσιγάρο. Τα χέρια του έτρεμαν. Η φασαρία στο μυαλό του μεγάλωνε. Ο καπνός έπεφτε στο χαλί. Η Χαρά του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα σαν να τον έβριζε για την ακαταστασία του. Άφησε μια από τις πολλές βρισιές που του ερχόταν στο μυαλό να βγει και νευρικά κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα.
   Κάθισε στη μπαμπού πολυθρόνα και άπλωσε τα πόδια του στο γυάλινο τραπεζάκι. Οι παντόφλες του έπεσαν στο πάτωμα, αφήνοντας τις γυμνές πατούσες του εκτεθειμένες στο ψύχος του χειμώνα. Δεν τον ένοιαζε. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σαλόνι, το μόνο που ήθελε ήταν να αποδράσει. Έφερε το τσιγάρο στα χείλη του. Με την πρώτη ρουφηξιά ένοιωσε να ζαλίζεται.
   Αναρωτήθηκε αν ο καπνός που του έφερε ο πατέρας του από τα Γιάννενα τον προηγούμενο μήνα εκτός από μυρωδάτος αν ήταν και χασισάτος. Στη σκέψη αυτή χαμογέλασε. Ο δυνατός θόρυβος από το διπλανό μπαλκόνι του τράβηξε την προσοχή.
   Μια νεαρή γυναίκα – όχι πάνω από τριάντα έσερνε κάτι κούτες. «Προσοχή εύθραυστο» κατάφερε να διαβάσει τα κόκκινα γράμματα. Νοικιάστηκε το διπλανό διαμέρισμα, σκέφτηκε. Ήθελε να τρέξει στην είσοδο της πολυκατοικίας να δει αν υπάρχει ακόμα το ενοικιαστήριο αλλά το θερμό χαμόγελο που του έστειλε η νεαρή γυναίκα τον έκανε να μείνει ακίνητος.
   Φορούσε τζιν σε στενή γραμμή και τα καλλίγραμμα πόδια διαγράφονταν τέλεια. Το πάνω μέρος του σώματός της τύλιγε ένα ζεστό πουλόβερ γνωστής εταιρείας. Το αναγνώρισε από τα σχέδια που απεικονιζόταν και στο πουλόβερ που του είχε ζητήσει η κόρη του για τα γενέθλιά της. Η γυναίκα πλησίασε στο χαμηλό τοίχο που χώριζε τα δυο μπαλκόνια.
   «Ελεάνα» του φώναξε. Τα έχασε για λίγο. Πλησίασε και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της.
   «Αλέξης, χάρηκα». Ένοιωσε τη ζεστασιά του χεριού της πάνω στο παγωμένο δέρμα του.
   «Μόλις μετακόμισα. Μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε με τις κούτες;» τον ρώτησε εκείνη με ένα παρατεταμένο χαμόγελο στα χείλη και τον έκανε να τα χάσει για άλλη μια φορά.
Τελικά βρήκε και πάλι την αυτοκυριαρχία του.
   «Γιατί όχι» της απάντησε και με ένα σάλτο βρέθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς κανένα τοίχο να τους χωρίζει. Πέρασαν στο εσωτερικό του σπιτιού το οποίο ήταν γεμάτο κούτες. Ένας λευκός καναπές στη μέση του σαλονιού ακόμα τυλιγμένος προσεκτικά στο διάφανο κάλυμμα του περίμενε κάποιος να τον
ελευθερώσει.
   «Λοιπόν, σε τι θες να σε βοηθήσω;»
   Η Ελεάνα τον κοίταζε στα μάτια και το βλέμμα της του αποκάλυπτε την αλήθεια. Πρόφαση ήταν η βοήθεια βλάκα, άλλο σε θέλει η γκόμενα, ακουστικέ στο μυαλό του η σκέψη με τη φωνή του Αντρέα. Εκείνη τράβηξε το διάφανο κάλυμμα του καναπέ και τον κάλεσε να καθίσει κοντά της.
   Η δροσερή της ανάσα τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του. Τώρα όμως δεν πνιγόταν, ένοιωθε υπέροχα, όπως τότε πριν είκοσι χρόνια που έπαιρνε την παρθενιά της Χαράς κάτω από τη μύτη των γονιών της και τώρα κάτω από τη μύτη της γυναίκας του θα γινόταν άπιστος για πρώτη φορά.
   Τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του ενώ το χέρι της ξεκίνησε το ηδονικό ταξίδι στο κορμί του, αφήνοντας πίσω του τη γλυκιά ανατριχίλα του έρωτα που τον έκανε να τα ξεχάσει όλα. Παραδόθηκε στη θέληση της. Έσφιξε στα χέρια του το τρυφερό κορμί της και εκείνη το σκληρό μόριο του. Την ένιωσε να τρέμει. Η θέα του λευκού της στήθους στο αχνό φως του δωματίου τον διέγειρε ακόμη περισσότερο. Το έκλεισε στις παλάμες του και με τη γλώσσα του άρχισε να γεύεται τις ερεθισμένες ρώγες της. Το κορμί της άρχισε να κινείται σε πιο έντονους ρυθμούς πάνω στο δικό του και οι χτύποι της καρδιάς του συναγωνιζόταν το γρήγορο λαχάνιασμα που έβγαινε από το στήθος του.
   Ο δυνατός θόρυβος έφτασε πάλι στα αφτιά του κάνοντας τον να πεταχτεί όρθιος από τη θέση του. Ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι στο διπλανό μπαλκόνι δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο ο αέρας που είχε δυναμώσει και χτυπούσε με λύσσα
το παντζούρι…
*
Διήγημα από το βιβλίο του Χάρη Γαντζούδη, Κύκλοι στη θάλασσα… και άλλες ιστορίες
*
Η συλλογή διηγημάτων «Κύκλοι στη θάλασσα…και άλλες ιστορίες» διατίθεται ελεύθερα στο Διαδίκτυο μέσω του διαδικτυακού τόπου microstory.gr, σε ηλεκτρονική μορφή με άδεια Creative Commons.
*
Ο Χάρης Γαντζούδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1985. Σπούδασε στο τμήμα Εφαρμογών Πληροφορικής στη Διοίκηση και στην Οικονομία του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Το 2012 παρακολούθησε σεμινάριο δημιουργικής γραφής με το συγγραφέα Αλέξανδρο Ντερπούλη και άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του διηγήματα στο διαδίκτυο [deity.gr, onestory.gr, shortstory.gr, microstory.gr, sodeia.net, staxtes.com, ideostato.gr, syggrafologio.blogspot.com]. Συμμετείχε στη συλλογή «Tweet_Stories, Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες» που εκδόθηκε από την Ανοιχτή Βιβλιοθήκη OpenBook.gr ενώ το Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαΐτα η πρώτη συλλογή διηγημάτων του «Οι πρώτες σελίδες». «Κύκλοι στη θάλασσα… και άλλες ιστορίες» είναι η νέα του συλλογή διηγημάτων και κυκλοφορεί στο διαδίκτυο από τη λογοτεχνική σελίδα microstory.gr.

Νικόλαος Καρακάσης, Εν κρυπτώ και παραβύστω

Ο κύριος Γυμνασιάρχης κουνούσε το δάχτυλο επίμονα εμπρός στον Δήμαρχο, έναν εξηντάρη άνδρα με πεταχτή κοιλίτσα σαν μικρός πύραυλος, μαύρα μαλλιά που δε θα ήταν απίθανο να τα έβαφε, και μάγουλα τόσο πεταχτά σαν εκείνα τα ψάρια που κάποιες φορές μάζευε ο μπάρμπα-Φώτης από τα άπατα του βυθού. Ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά με μαύρο σκελετό, έκαναν τα μάτια του να θυμίζουν μπίλιες σαν κοίταζε την ψιλόλιγνη φιγούρα του κύριου Γυμνασιάρχη με τα δερμάτινα γάντια να κάθεται απέναντί του στην ξύλινη καρέκλα του γραφείου του.

   «Έχω λάβει αρκετές οχλήσεις, βέβαια, από συνδημότες περί αυτού, αλλά επιπροσθέτως, ουδείς θα φέρει αντίρρηση σε μια κατασκευή που εκτός του ότι θα ομορφύνει την πλατεία, θα προσφέρει απλόχερα την ξεκούραση στους απογευματινούς περπατητές που συνηθίζουν να κάνουν βόλτες γύρω κοιτάζοντας τα παιδιά να παίζουν με την μπάλα τους ή να τρέχουν σαν να τα κυνηγούν! Φυσικά, κι αυτό το λέω μετά βεβαιότητος, μια τέτοια κίνηση θα έκανε άπαντες τους επικριτές του έργου σου, αγαπητέ μου Δήμαρχε, να σωπάσουν δια παντός!» «Μεγάλη κουβέντα κύριε Αχιλλέα μου, το “δια παντός”!» είπε ο κύριος Δήμαρχος με κάποια δυσαρέσκεια κι ανακάθισε καλύτερα στην καρέκλα του σαν να μη βολευόταν.
   «Ναι, φυσικά, βέβαια… δεν μπορούμε να το θέσουμε εν αμφιβόλω. Μπορεί η επένδυση αυτή να κατακριθεί, δεν αντιλέγω!» δικαιολογήθηκε κάπως ο κύριος Γυμνασιάρχης αν και στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε να καταφέρει ήταν κάπως πιο πολύπλοκο από μια απλή πρόταση να τοποθετηθεί ένα μνημείο στο κέντρο της πλατείας και δίπλα του ένα-δύο παγκάκια, για να κάθεται ο κάθε άνθρωπος που θα τύχαινε να βρίσκεται στην πλατεία.
    Ναι, ήταν κάπως πιο πολύπλοκο να το εξηγήσει.
  Όλα ξεκίνησαν από εκείνη τη βροχερή νύχτα που τον είχε βρει ακόμη μία φορά να διαβάζει Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα αποστηθίζοντας φράσεις που τις πρόβαρε στον καθρέπτη για να τις επαναλάβει αντιγράφοντας την ποιητική καθαρεύουσα στα παιδιά του σχολείου. Αλλά δεν ήταν μόνο τα παιδιά.
   «Γιατί είσθε ακουμβώσα εις τον κράσπεδο Δεσποινίς Ευρυδίκη, με τρόπον μάταιον ωσάν ο βίος σας να δείχνει ανωφελής;» ρωτούσε ισιώνοντας το κορμί του σαν παγόνι και ανεβάζοντας το πιγούνι χιλιοστά, βάζοντας τις παλάμες του δεμένες στην πλάτη.
  «Αχ κύριε Γυμνασιάρχα, είσθε πάντα πρόσχαρος και έτοιμος να διασκεδάσετε με την φτωχήν μου ύπαρξη, αλλά σας βεβαιώ ότι επί πολλάς νύχτας τα βλέφαρά μου δεν εγνώρισαν νυσταγμόν και ουδείς ύπνος δε σφάλισε την αγρύπνια μου!»
   Ο κύριος Γυμνασιάρχης εμπρός στο δράμα της συμπαθεστάτης αποσπασμένης δασκάλας που ο χειρισμός της γλώσσας τον έβρισκε πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη αλλά κι ένα φτερούγισμα στο αριστερό μέρος του στέρνου, «ενέσκηψε» στα προβλήματα της νεότατης παντρεμένης γυναίκας με τον μπεκρή άντρα που ζει στην πρωτεύουσα και που όλο και πιο σπάνια την επισκέπτεται, ξεχνώντας εαυτόν και αλλήλους στα καφενεία πλησίον της Βαρβακείου αγοράς. Άλλοτε μπεκροπίνοντας, άλλοτε αναπηδώντας στους σουμιέδες με την εκάστοτε κοκότα.
   Τότε ήταν, μία από αυτές τις νύχτες -και το θυμάται πολύ καθαρά- που χτύπησε την πόρτα του με δύναμη η κυρία Ευρυδίκη, δακρυσμένη και ταλαιπωρημένη από την αϋπνία και την τσακισμένη καρδιά να γυρέψει, ποιος ξέρει για ποιο λόγο, την τρυφερότητα του μεσόκοπου Γυμνασιάρχη, που δίχως παζάρια στην ηθική χροιά του θέματος, εκείνος την πρόσφερε και με το παραπάνω.
Υπήρχε όμως και το θέμα του χωριού. Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκονται σπίτι του ή, ακόμη χειρότερα, σπίτι της. Ήταν ντροπή! Ίσως αν υπήρχε ένα παγκάκι, κάτι τέλος πάντων που τις βραδινές ώρες θα μπορούσαν να δίνουν ραντεβού• ακόμη και αν τους έβλεπαν, εύκολα θα δικαιολογούσαν τη συνάντηση για επαγγελματικούς λόγους ή ό,τι άλλο. Αλλά έλα που παγκάκι στο μικρό χωριό δεν υπήρχε!
   Την ιδέα την έδωσε ο Χαράλαμπος ο ξενοδόχος. Κοντός, με δόντια που πέταγαν και ανοιγμένα κανιά σαν να κατέβηκε από το άλογο, ήρθε στον Γυμνασιάρχη και του έδωσε την ιδέα που έψαχνε παρακαλώντας να μεσολαβήσει στον Δήμαρχο που ήσαν καλοί φίλοι, να ζητήσει να συμμαζευτεί εκείνη η πλατεία που περισσότερο θύμιζε παρτέρι με τον φοίνικα στη μέση, παρά πλατεία.
   «Ο εγγονός μου, όποτε έρχεται στο χωριό θέλει να παίζει μπάλα! Πού να τον πάω κύριε Γυμνασιάρχα μου; Στο βουνό ή στην παραλία; Στην πλατεία τη ρημαγμένη τον πάω και ξεσπάει στον τοίχο του Ειρηνοδικείου βαρώντας την μπάλα λες και του φταίει σε κάτι• κρύβεται πίσω από τον φοίνικα και εγώ τον κυνηγώ, αλλά βρε άνθρωπε, κουράζομαι. Ένα παγκάκι να είχε, θα με ξεκούραζε, τρεις ώρες όρθιος στην ηλικία μου, δεν αντέχεται…»
   «Παγκάκι;!» είπε φωναχτά ο Γυμνασιάρχης και μέσα του φώτισε το σχέδιο.
   «Ναι, αλλά ένα παγκάκι σκέτο; Δεν είναι μοναχική εικόνα ένα παγκάκι σκέτο στη μέση μιας μικρής πλατείας;» ρώτησε σκεφτόμενος ο Γυμνασιάρχης.
   «Ε, να βάλουμε και ένα μνημείο τότες» είπε ο Χαράλαμπος και εξήγησε ότι σε όσα χωριά έχει πάει, υπάρχει μια πλατεία, με ένα μνημείο και ένα παγκάκι τουλάχιστον.
   «Για να κάθεται το μνημείο Χαράλαμπε;» ρώτησε αστειευόμενος και, μα τον Θεό, πρώτη φορά τον έβλεπε ο ξενοδόχος να γελάει. Προφανώς επειδή το «σχέδιό» του φανερώθηκε με κάποιο θαυματουργό τρόπο.
   Έμενε να βρεθεί το θέμα του μνημείου. Εκεί χρειαζόταν μια καλή πρόταση να κάνει στον Δήμαρχο για να μην κολλήσει η συζήτηση στο παγκάκι, αλλά περισσότερο στην ανάγκη του χωριού να αποκτήσει επιτέλους ένα μνημείο. Τη λύση την έδωσε ο Φηλιμήδας που το παρατσούκλι του το κόλλησαν όταν εργαζόταν στον δρόμο μικρός και τα παιδικά του δόντια του ακόμη χάσκανε• αντί«Εφημερίδεεεες», φώναζε «Φημελίδεεςςς»…
   Τώρα, και σε μια ηλικία σεβαστή, άνω των εξήντα, είχε ανοίξει μπουτίκ κρεάτων (έτσι την παρουσίαζε) και στη βιτρίνα είχε βάλει αστραφτερά τσιγκέλια με μοσχοκεφαλές φρεσκότατες.
   Του εξήγησε την ιδέα, την ίδια ώρα που εκείνος τύλιγε τον κιμά. «Το χωριό χρειάζεται ένα μνημείο   ξάδελφε» του είπε «...αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι να πείσω τον Δήμαρχο, που, όπως καλά γνωρίζουμε, είναι σφιχτά τα οικονομικά του Δήμου…»
   «Δάσκαλε, και πού είναι το πρόβλημα; Να προτείνεις τον γιατρό Ασβέστη που μας μπόλιασε εκείνο τον χειμώνα από τη γρίπη. Δεν υπάρχει καλύτερος, και επιπλέον είναι μακρινός συγγενής μου».
   Ο Γυμνασιάρχης τον κοίταξε αφ’ υψηλού διότι θεωρούσε υποτιμητικό να τον λεν δάσκαλο αλλά γρήγορα οι σκέψεις του φτερούγισαν στην ιδέα του Φηλιμίδα.
   «Καλά, αν και σφαγέας θα παραδεχτώ ότι η πρότασή σου ακούγεται με ενδιαφέρον».
   «Ε, όχι και σφαγέας, χειρουργός δάσκαλέ μου».
   Κάπως έτσι ένα πρωί ο Γυμνασιάρχης χτύπησε την πόρτα του Δημάρχου που τον δέχτηκε, δείχνοντάς του ότι είναι απασχολημένος και η επίσκεψη θα έπρεπε να είναι σύντομη. Ο Γυμνασιάρχης μπήκε γρήγορα στο θέμα και ανέπτυξε μια σειρά από επιχειρήματα για τη μεγαλεπήβολη ιδέα που του γνώρισαν οι χωρικοί και που ο ίδιος δε θα φανταζόταν ποτέ την αξία της. Επ’ ουδενί δεν ανέφερε τον κρυφό του πόθο για το παγκάκι. Αντίθετα εκθείασε την ιδέα του ξενοδόχου σαν καταπληκτική -κάτι που δεν είχε σκεφτεί με τίποτα- αλλά την έβρισκε εξαιρετική. Μεγαλεπήβολη και φανταστική.
   Έπειτα ανέφερε την ιδέα του χασάπη να βάλουν την προτομή του γιατρού του Αρσένη. «Βρε συ, αυτός δεν είναι κουμουνιστής;» είπε ο Δήμαρχος.
   «Όχι επίσημα, Δήμαρχέ μου» είπε ο Γυμνασιάρχης ανατρέποντας τη φημολογία σε κακές γλώσσες που δεν μπόρεσαν να δουν τον ηθικό δρόμο ενός αληθινού ανθρώπου.
   «Ζούμε σε αήθεις εποχές, κύριε Δήμαρχε, και σας συμβουλεύω να εμπιστευτείτε το ένστικτό σας.  Αυτός ο άνθρωπος μας έσωσε με πραγματική αυτοθυσία εκείνον τον χειμώνα».
   Ο Δήμαρχος το γύρισε στο μυαλό του και σύντομα έβαλε εμπρός την παραγγελία ζητώντας από τον  συγχωριανό γλύπτη Δελάκη στην πρωτεύουσα, να του φτιάξει ένα μνημείο αντάξιο του γιατρού Αρσένη. Του έστειλε για αυτόν τον σκοπό όσες φωτογραφίες είχε το αρχείο του πνευματικού κέντρου και μια καλή προκαταβολή. Έπειτα, έπρεπε να βάλει ένα παγκάκι. Ακόμη και αν δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο ύπαρξης, ήξερε καλά ότι αν δεν έβαζε παγκάκι, κάποιοι θα είχαν να λεν για «μισές δουλειές», «τσάμπα λεφτά» και τέτοια. Τι να την κάνεις την τέχνη, αν δεν την κοιτάς καθιστός και ξεκούραστος;
   Πέρασαν δυο μήνες και άλλοι τόσοι, ώσπου το μνημείο να μπει στη θέση του, να γίνουν τα εγκαίνια και ο κόσμος να χειροκροτήσει παρουσία τοπικών αρχόντων αλλά και του προέδρου του νοσοκομείου της περιοχής.
   Όλοι κι όλοι οι επίσημοι ήσαν πέντε, φαγητό στην ταβέρνα του Δημητρού, κρασί και ο καθένας σπίτι του.
   Έκτοτε, τα απογεύματα, αλλά και πολλά βράδια ο Γυμνασιάρχης και η Ευρυδίκη, ο Χαράλαμπος με τον εγγονό, ο Δήμαρχος με τον μπαρμπα-Φώτη τον ψαρά, όλοι κάθισαν στο παγκάκι, στριφογύριζαν,   γελούσαν και έφευγαν.
   Το χωριό είχε πλέον μνημείο και παγκάκι ξύλινο που τα χρώματα ήσαν ακόμη άτριφτα και μύριζε η μπογιά. Η υπερηφάνεια ήταν διάχυτη σε κάθε χωρικό και το μνημείο δεν έλειπε να συζητηθεί σε κάθε τους κουβέντα.
   Ώσπου ένα πρωί ο Γυμνασιάρχης στη διαδρομή προς το σχολείο είδε κάτι ή κάποιον να είναι ξαπλωμένος στο ξύλινο παγκάκι. Πλησίασε αρκετά ώσπου να δει καλύτερα, και τι να δει; Τον τρελό-Νικόλα ξαπλωμένο με τα παπούτσια να ροχαλίζει. Κάτω από το παγκάκι, ένας μπόγος με ρούχα μαζί με δυο τσάντες και ακριβώς δίπλα ένα γκαζάκι καφέ με ένα μπρίκι λερωμένο από τον καφέ.
   «Τι κάνεις εδώ;» του φώναξε και ο τρελό-Νικόλας πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος.
   «Με τρόμαξες!»
   «Πληθυντικός! “με τρομάξατε κύριε”, λέει ο κόσμος Νικόλα! Τι κάνεις εδώ;»
   «Ε, να κύριε, αποφάσισα να μείνω εδώ».
   «Δεν έχεις σπίτι;»
    «Όχι».
   «Και εκεί που έμενες στο δωμάτιο που σου είχε παραχωρήσει ο Τετράς; Τι έγινε εκεί;»
  «Με έδιωξε. Ήρθαν, λέει τα πεθερικά του από την πρωτεύουσα για να πεθάνουν εδώ στο χωριό. Σιχάθηκαν λέει το καυσαέριο».
   «Μα είναι δυνατόν;»
   «Έτσι είπα και εγώ, είναι δυνατόν να με διώξει;»
   «Όχι, ρε μπουμπούνα, είναι δυνατόν ρωτάω να μένεις εδώ;»
   «Ε, κύριε Γυμνασιάρχα, έλεος! Δεν έχω πού να μείνω, ολόκληρο χωριό μόνο ένα παγκάκι έχει, πού να πάω;»
   «Στο διάολο!» είπε νευριασμένα κι έφυγε πατώντας με δύναμη στο έδαφος τα πόδια σαν να του έφταιγε το τσιμέντο, τα χόρτα έπειτα, και το χώμα της αυλής του σχολείου. Όλα του ‘φταίγαν.
   Από εκείνο το πρωινό κι έπειτα, τα πάντα άλλαξαν. Ο τρελό-Νικόλας έτρωγε, έπινε, έφτιαχνε καφέ κι άπλωνε τα παπούτσια του εμπρός από το μνημείο. Κάποιοι μάλιστα τον είχαν ακούσει να μιλάει στο άγαλμα και εκείνο να του απαντάει. Ή να ήταν ο κρύος αέρας που έφερνε ο χειμώνας;
   Ο Γυμνασιάρχης έκανε παράπονα στον Δήμαρχο, εκείνος με τη σειρά του παρακάλεσε τον τρελό-Νικόλα να φύγει αλλά εκείνος τον κοίταξε με το αθώο χαζό βλέμμα του και ξάπλωσε ξανά στις σανίδες. Έπειτα ζήτησαν από τις γραίες του χωριού να μην του πηγαίνουν φαγί, διότι όσο τον ταΐζεις μένει εκεί, ενώ αν πεινάσει θα αναγκαστεί να πάει σε κάποιο άλλο χωριό. Δεν είναι ωραίο θέαμα, φώναζε ο Γυμνασιάρχης που είχε χάσει τις βόλτες του με την Ευρυδίκη, δεν μπορώ να φέρω τον εγγονό μου, έλεγε ο Χαράλαμπος ο ξενοδόχος. «Αχ και να ζούσε ο Αρσένης θα τον έδερνε» είπε ο χασάπης και τέλος οι γραίες μην αντέχοντας την γκρίνια του χωριού, του έκοψαν και το φαγητό.
   Το μνημείο, ίσως να ήταν και το μόνο που του μιλούσε από εκεί και πέρα. Ο χειμώνας που ήρθε ήταν βαρύς κι έτσι όλοι ξέχασαν τις βόλτες και το παγκάκι. Ούτε για μνημείο μιλούσαν, ούτε για παγκάκι. Επέστρεψε και ο άντρας της Ευρυδίκης ρέστος από την πρωτεύουσα και χουχούλιασε για τον χειμώνα στην αγκαλιά της. Ο Γυμνασιάρχης, πικραμένος, βάλθηκε να μάθει όλα τα έργα του Παπαδιαμάντη απ’ έξω και ο Δήμαρχος έφυγε για την πρωτεύουσα να ζεσταθεί το κοκαλάκι του. Έτσι ήρθε το χιόνι και ο παγερός αέρας έβγαζε τα χνώτα από τα σωθικά του ανθρώπου, αναγκάζοντάς τους να βάζουν όλο και περισσότερα ξύλα στο τζάκι. Καπνός από τις καμινάδες έβαφε τα σύννεφα και κανείς δεν έβγαινε από το σπίτι του χωρίς σοβαρό λόγο.
   Κανείς δεν περνούσε από την πλατεία, ακόμη και στο σχολείο όλοι πήγαιναν με το αυτοκίνητο για να μη βαράν οι μασέλες από το κρύο. Μαύρισε η θάλασσα και γκρίζαρε ο ουρανός, ώσπου ήρθε η μέρα που η αμυγδαλιά στον κήπο του Γυμνασιάρχη φούντωσε τα άνθη της και η βερικοκιά γέμισε μπιμπίκια έτοιμα για καρπούς. Τα παντζούρια άνοιξαν διάπλατα στο φως της άνοιξης.
Ήταν κάπου χαράματα -τέλη Φλεβάρη-, όταν βρήκαν το μνημείο να έχει πάρει στην αγκαλιά του τον τρελό-Νικόλα για να τον ζεστάνει.
   «Αχ, αυτός ο κουμουνιστής ο Αρσένης!» μονολόγησε ο Παπά-Σταύρος σαν τον έθαβε στο ύψωμα, «είδες; αυτόν δεν τον γιάτρεψε!»
*
Νικόλαος Καρακάσης
Άδεια Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση
Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα