Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ Τετάρτη. Εἰς Σάμον

 
Ὄσσα δὲ μὴ πεφίληκε
Ζεύς, ἀτύζονται βοᾶν
Πιερίδων ἀΐοντα,
Γᾶν τε καὶ πόντον κατ᾿ ἀμαιμάκετον.
(Πινδάρου Πύθεια α´.)

 

ΠPOΛOΓOΣ
(για όλες τις Ωδές)

Πολυτέκνου θεᾶς, ὦ Μνημοσύνης
θρέμματα πτερωτά, χαραὶ τοῦ ἀνθρώπου,
καὶ τῶν μακάρων Ὀλυμπίων ἀείμνηστα
κ᾿ εὐτυχῆ δῶρα· ἐπὶ τὰ νῶτα ἀκάμαντα
τῶν ζεφύρων, πετάξατε ταχέως. 5
Ἐσᾶς προσμένει ἡ γῆ μου· ἐκεῖ τὰ σφάγια,
καὶ τ᾿ ἄνθη ἐκεῖ πλουτίζουσι, καὶ ἡ σμύρνα,
χιλίους ναούς· τοὺς ἔκτισαν ἀνίκητα
τῆς ἱερᾶς Ἐλευθερίας τὰ χέρια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανδρέας Κάλβος, ᾨδὴ Τετάρτη. Εἰς Σάμον»

Έκτωρ Πανταζής, Άτυπη Συνάθροιση -ποίηση

 

(-Μιά ανοιχτή αχιβάδα σαν κραυγή
-χαράζεις στον κρύσταλλο της σιωπής-Γιωργής Κότσιρας)

1
Από αυτό το μονοπάτι δεν πέρασε άλλος
το ήπια μονορούφι.
Γιατί λοξά κινείται ο ήλιος κι αυτόν
η σκιά ακολουθεί,
δεν φταίει
ο Μίλτος το νυχτοπούλι που
μόλις πέφτουν οι μαύρες κουρτίνες της νύχτας
χάνεται μέσα στο αυγό του
Τώρα καρφωμένοι κινάμε
φαρμακωνένα κυπαρίσσια σε νεκροταφείο
επίκαιρες μοιρολογίστρες
παραστέκουμε τον αφανισμό μας
Το ένα χέρι ανοιχτά δάχτυλα ώς το Ταίναρο
το άλλο ανοίγει προς Χαλκιδική
κι ας το λένε πόδι
ο παράμεσος Άθως μέ δαχτυλίδι τρούλλο
ο μέσος πατημένος από πύργο λευκό
Να, κυκλωμένος από έγνοιες κι αβεβαιότητες
νιώθω σαν σε διακοπές για διαφήμιση
και δεν ξέρω τι νόημα έχει να περιμένω αυτή την
άτυπη συνάθροιση

2
Υπεροψία ,καθώς πιάνο βυθίζεται,
υγρό στα σύννεφα
“Και γοργόνα να ήσουν θα εύρισκες τρόπο
ν ανοίξεις τα πόδια σου”

3
λέξεις μού λένε για σένα
θυμούνται καθώς τις πρόσεξες
διηγούνται καθώς τις μίλησες
εγώ οι λέξεις σου άλλος κανένας
σου απευθύνομαι σε φιλικό ενικό
(κι είναι σαν να μιλάει
ο πόνος-
όταν ανοίγει η φωνή ας είναι απ όπου
αν έρχεται
γιατί είναι φωνή πράγματι
σηκώνει σε ευθύμηση ζωή
μια κλωστή αν σου δώσει
είναι υπέρογκη αμοιβή
παρότι εργάσθηκες το μισθό σου
Να, ο φόβος ,πέρασμα ανυποψίαστα
προς το ανέκφραστο

4
ακολασίας μουσική
όλα σιωπή τα ντύνει
εισχωρεί
πρώτα κάτω απ το δέρμα
ύστερα παντού
ορμά στη ζωή όπως βροχή
όπως βροχή σωπαίνει

5
πρόσεχε να μην υστερήσεις στο ρυθμό στην πνοή
τόση όση δίνει, μα προπαντός
μη στερηθείς την εύνοιά του
Φέροντας όσο απόμερη φωνή
καθότι είναι εραστής στης σιωπής το σπίτι
δικαίωμα έχει
δυό πράξεις ενδημούν στα πεδία του
μία σε εμπνέει άλλη σε κρίνει
-στάσου εννεός μπροστά στη γαλάζια κρήνη
αναξιφόρμιγγες ορμούν στη σιωπή
σφαίρες φεύγουν όλες μαζί
κροτούν στην ελπίδα

6
οργισμένος κοιτώ στον καθρέφτη
που μού κλέβει απ το στίχο τον ήχο
κι όλα τα γυρνά στη σιωπή
Δεν είναι καθρέφτης αυτός μορφών,
δεν μάς ρουφάει σαν αίνιγμα νερού
είναι καθρέφτης καταλύτης
βλέπει στα μαύρα δάση των ματιών σου
βλέπει στα μάτια φως που γέννησε
εδώ τελειώνει
ο εσωτερικός χορός
μ’ έλυσες μέλισσα σ’ έλυσα

7
Το δάγκωμα θα είναι στην ψυχή
γιατί η λέξη έκανε τη γλώσσα να δαγκωθεί
καθώς την πίκρα που εξέφερε συναισθάνθηκε
Γιατί η ψυχή νιώθει τον μαύρο ωκεανό
που όλο στενεύει πλησιάζει περισφίγγει
γύρω από τα λεγόμενα κι ανάμεσα
στις πράξεις
Το δάγκωμα είναι στην ψυχή
Πώς σάς στεγάζει ένας θεός
ποίηση που υπήρξατε και είστε
είναι ζήτημα ευρυχωρίας ψυχής
ανεώχθη ο νούς καταβάσεων τόλμη
Σε ονομάζω σιωπή ,όμως μιλάς
ελευθερώνεις τα φωνήεντα
σαν άσπρα φύλλα πετούμενα
είσαι η καρδιά της λεμονιάς
είσαι της νύχτας
καρφιτσώνω τις λέξεις
στο είναι σου έναστρο αίνιγμα
κι αν φτωχικά τα βρείς
είναι αντίστιξη θεού
το φώς γέννησε

***


Πορφυρή λόγχη
Και στην κρύπτη ανάθαλλε μεγάλη φωνή
όσα το μέσα άστρο διέλαμψε,
στης δρυός τη ρίζα την κεραυνωμένη
όσα λαλίσματα όσα φέγγη
το ύδωρ ανάστροφο η αστραψιά χλωρή
έσοπτρο σπήλαιο καθόσο όταν μπείς
η εικόνα του εισέρχεται εντός σου

***

ακροκεραύνια ρίζα

***

πλεξίδα από στάχυα χρυσά
βήμα σημειωτόν βάνεται ως επί αγρόν
του σπείρειν αγανό σταράκι ,γεώργημα
λυγερές ψάνες μεστώνουν κυματίζουν
γέρνουν κεφαλές στου Ιούνη το δρεπάνι
καταλλαγή πάτρια αναστροφή
από βαθύ παράχωμα αναρπάζει
όσα στο φως, καλά εντρυφεί
γιατί είναι στον καιρό ταχύς
στο ξεδιάλεγμα είναι όλος χέρια
και πρώτο και δεύτερο και τρίτο,
το δέντρο ανεβαίνει όσο η ρίζα βαθαίνει
αλλάζει φύλλωμα που κάτω σκορπίζει,
νέα πουλιά νέα κλαδιά νέα αλλαξιά
νέο μελίσσι, στη σγουρή κόγχη

*
©Έκτωρ Πανταζής
photo© Enrico Natali, 1960

Μαρία Πετρίτση, Πωλίν

Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σκοτεινό μπαρ. Οι ελάχιστοι θαμώνες που βρίσκονταν εκεί αυτή την ώρα έστρεψαν τα κεφάλια προς το μέρος της και μετά τα απέστρεψαν αδιάφορα. Εκείνη κατευθύνθηκε προς τον πάγκο, τράβηξε ένα σκαμπό και βολεύτηκε πάνω του. Το στρογγυλό κάθισμα εξαφανίστηκε κάτω από την πλαδαρή της περιφέρεια. Τα πόδια της στηρίχτηκαν όπως όπως στο καγκελάκι. Ακούμπησε τους αγκώνες της στη μπάρα και έγνεψε στον σερβιτόρο. Σε λίγο ένα κοντό ποτήρι με ένα κίτρινο ποτό βρισκόταν μπροστά της, δίπλα σε ένα μπολ με ξηρούς καρπούς. Ένα ξένο κουτί σπίρτα με το όνομα του μαγαζιού ήταν παρατημένο λίγο πιο πέρα: Rock Bar «Λούκυ Λουκ», Προξένου Κορομηλά 58, Θεσσαλονίκη.
   Ο άντρας την πλησίασε προσεκτικά και κάθισε στο διπλανό σκαμπό χωρίς να της μιλήσει. Ήταν γύρω στα πενήντα, καλοδιατηρημένος, με πολύ κοντά μαλλιά και γυμνασμένα μάτια. Άναψε τσιγάρο και φύσησε ψηλά τον καπνό. Μετά έκανε νόημα στον μπάρμαν για ένα καινούριο ποτό και κρεμάστηκε στον πάγκο. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, προσεκτικά, από την κορυφή ως τα νύχια.
   Του φάνηκε πως ήταν στην ηλικία του, με εμφανή τα σημάδια μιας έκλυτης ζωής στο πρόσωπό της, μαύρα κακοχτενισμένα μαλλιά, χοντρουλά μπράτσα και ξέχειλα μπούτια. Τα ρούχα της πρόδιδαν κακό γούστο και οικονομικές δυσκολίες. Το επίχρυσο ρολόι στο χέρι της έκανε τον καρπό της να φουσκώνει σαν παραγεμισμένο λουκάνικο. Έπινε ήσυχα, κρατώντας το τσιγάρο της με το αριστερό χέρι, χωρίς να ενδιαφέρεται και πολύ για όσα συνέβαιναν γύρω της.
   Τράβηξε σιγανά το σκαμπό του πιο κοντά της και έβηξε μια καλησπέρα. Εκείνη τον κοίταξε χωρίς να ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Κάτι στο βλέμμα της μαρτυρούσε κούραση αιώνων και εξασκημένη σιωπή. Πρώτη φορά έβλεπε τόσο σιωπηλό βλέμμα, πρώτη φορά έβλεπε αυτή τη γυναίκα στο μπαρ. Χαμογέλασε διστακτικά και συστήθηκε με το μικρό του όνομα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και έφτυσε ένα γυναικείο όνομα που δεν ήταν το βαφτιστικό της. Της ταίριαζε όμως, η αρμονία των ήχων ήταν το συμπλήρωμα της παράδοξης εμφάνισής της. «Πωλίν».
   Καθώς κυλούσε η βραδιά ένιωθε πως τον μαγνήτιζε όλο και περισσότερο. Άπλωσε το χέρι του και καθάρισε ένα τσόφλι από την άκρη του στόματός της, της άναψε ένα καινούριο τσιγάρο πριν προλάβει να φτάσει η ίδια τον αναπτήρα της, παρατήρησε τη λάμψη του σάλιου της στις άκρες των χειλιών της, αφουγκράστηκε τη φωνή της καθώς του μιλούσε για χίλια δυο παραμύθια, και γαλήνευε. Το άρωμά της, κάτι ανάμεσα σε σανταλόξυλο και πιοτίλα, του τρυπούσε τα ρουθούνια κάθε φορά που έσκυβε να του πει κάτι στο αυτί ή άλλαζε θέση πάνω στο σκαμπό της. Το σώμα της, παχουλό και άβολο, ήταν χυμένο το μισό πάνω στον πάγκο και το άλλο μισό στον αέρα γύρω από το κάθισμα, προεξέχοντας από παντού. Το λάμδα της βαρύ, κιμπάρικο, έμπαινε στα αυτιά του σαν ουράνια μελωδία. Εκείνος ήταν ξένος, η γυναίκα όμως φαινόταν ντόπια ή από χρόνια εκεί.
   Κάποια στιγμή ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της τρέμοντας μήπως και αντιδρούσε. Εκείνη δεν κουνήθηκε, δεν τράβηξε το χέρι της, δεν φάνηκε να ταράζεται. Αυτός αναρωτήθηκε αν το είχε καν προσέξει. Τον άφησε να την αγγίζει σαν να μην είχε αντιληφθεί την κίνησή του. Βύθισε το βλέμμα στα μάτια της και αναζήτησε κάτι πιο βαθύ, πιο δικό της. Ψαχούλεψε το τρεμούλιασμα των βλεφάρων της, τα σύντομα «εε..» που διέκοπταν τον λόγο της κάνοντας το στόμα της να παίρνει ένα παράξενο σχήμα, τα μικρά χνούδια πάνω στη μπλούζα της, τις κακοβαμμένες ρίζες των μαλλιών της. Η αύρα της μύριζε παλιό φθινόπωρο και γυναικείο πείσμα. Παρατήρησε την μηχανική κίνηση με την οποία έγδερνε πού και πού με το δάχτυλο το ήδη ξεφτισμένο βερνίκι των νυχιών της. Κάτω από την επιφανειακή μπογιά, στον αριστερό αντίχειρα, παρατήρησε μια μελανιά που μαύριζε κάτω από το σακατεμένο νύχι.
   «Κόκκινο κερασί», σκέφτηκε κοιτώντας επίμονα το ακρυλικό χρώμα που ταίριαζε απολύτως με την πληγή.
   Την κέρασε δεύτερο και τρίτο ποτό. Μαζί της έπινε κι εκείνος. Η ώρα γλιστρούσε από πάνω τους σαν σιωπηλή απάτη. Ο άντρας ένιωθε γλυκά, σαν να κοιτούσε τον κόσμο μέσα από καλειδοσκόπιο. Μια θέρμη ολοκαίνουρια, βιαστική, τον πλημμύριζε με κάθε της κουβέντα. Ήθελε να την κοιτάζει, με το χέρι του πάνω στο δικό της, αψηφώντας κάθε ίχνος ζωής που κυκλοφορούσε γύρω τους.
   Εκείνη συνέχιζε να του διηγείται σκηνές από τη ζωή της σαν να μην μιλούσε σε κανέναν. Η απουσία που την συντρόφευε την έκανε ακόμα πιο θελκτική στα μάτια του. Ένιωσε την ανάγκη να διεκδικήσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα αυτής της μοναξιάς της, να γίνει αυτός η αιτία που θα αποφάσιζε να την ξεδιπλώνει ακόμη πιο απροκάλυπτα μπροστά του. Ρουφούσε τις λέξεις της, τις παύσεις και τις εκφράσεις του προσώπου της προσπαθώντας να μην χάνει ούτε ένα μικρό της δευτερόλεπτο. Το χέρι του, κάπως ιδρωμένο πια πάνω στο δικό της, έμοιαζε με σαλιγκάρι μετά τη βροχή. Ένιωθε προστατευμένος και ευτυχής. Και ταυτόχρονα, εντελώς μόνος.
   Δίπλα στο ποτήρι της, ξαφνικά, παρατήρησε την μικρή λευκή οθόνη του κινητού της να λαμπυρίζει. Μια αιφνίδια ταραχή έκοψε στα δύο την πρότερη γαλήνη του σαν φαλτσέτα. Εκείνη άπλωσε το ελεύθερο χέρι και πήρε το μηχάνημα. Άνοιξε το γραπτό μήνυμα, το διάβασε και γέλασε βραχνά.
   Εκείνος ένιωσε πως έχανε την άκρη του νήματος, μια ταραχή που έμοιαζε με φόβο του έκαψε το στομάχι. Κατάπιε το σάλιο του και αηδίασε από την στυφή γεύση. Τσιγαρίλα, αλκοόλ και απρόσμενη στεναχώρια ανακατεύτηκαν μέσα του προξενώντας του μια εμετική τάση.
   «Τι λέει;», ψέλλισε τελικά κοιτώντας την στα μάτια.
   Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν η ικεσία. Ένιωθε πως από την απάντησή της κρεμόταν η ζωή του, ο κόσμος όλος, ίσως και κάποιοι άλλοι κόσμοι που δεν είχε προλάβει ακόμη να δει. Παρατήρησε το υγρό βλέμμα της και μια σουβλιά του έσκισε το κεφάλι στα δύο. Κόντευαν χαράματα, το μπαρ είχε αδειάσει, και μόνο οι δυο τους είχαν απομείνει στην άκρη του πάγκου, κολλητά. Κοίταξε γύρω του και ένιωσε πως εκεί όπου πρωτύτερα άνθιζε ο παράδεισος τώρα απλωνόταν μια κόλαση μαύρη και βρωμερή.
   Έκανε νόημα στο μπάρμαν που πλησίασε αμέσως για να πληρωθεί. Εκείνη δεν είχε απαντήσει ακόμα. Μια αίσθηση ασφυξίας του έφραξε τα ρουθούνια κάνοντας την περαστική μυρωδιά του σανταλόξυλου να πέσει πάνω του σαν χαστούκι. Έσκυψε κοντά της και την κοίταξε αμίλητος, περιμένοντας μια λέξη. Στο λαιμό της παρατήρησε μια βαθιά ρυτίδα που του θύμισε κινηματογραφικό χαντάκι που καταπίνει θύματα.
   «Μαμά, είμαι το ουράνιο τόξο», πρόφερε εκείνη τις λέξεις μία μία, δυνατά, και χαμογέλασε με τα μάτια καρφωμένα στην λευκή οθόνη. «Αυτό λέει».
   Η μέρα χάραζε δροσερή στην πλατεία Αριστοτέλους. Η Θεσσαλονίκη κοιμόταν ήσυχα στο πλάι του Θερμαϊκού. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ίχνος από σύννεφα. Μόνο κάτι περαστικά πουλιά έσκιζαν την ησυχία του πρωινού με τις άτσαλες φωνές τους.
   Βγήκαν στο δρόμο και περπάτησαν μαζί –εκείνη πάνω στο πεζοδρόμιο, αυτός σύριζα στην άκρη της ασφάλτου– χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Προσπέρασαν τους ξέχειλους κάδους σκουπιδιών της προηγούμενης νύχτας, τα κατεβασμένα ρολά του μπακάλικου της γειτονιάς, τη στάση του λεωφορείου και μερικά μαγαζιά με βρώμικες βιτρίνες.
   Στη γωνία χαιρετήθηκαν σαν φίλοι από τα παλιά, με μια απλή χειραψία. Η γυναίκα γύρισε την πλάτη της και έφυγε. Ο άντρας την ακολούθησε με το βλέμμα να απομακρύνεται μέχρι που χάθηκε στο στενό, πληθωρική και καταρρέουσα από το ξενύχτι και τις καταχρήσεις αιώνων, και όμως εξαιρετικά λαμπερή, καθώς τα τακούνια της άφηναν στην θεσσαλονικιώτικη άσφαλτο ένα ρυθμικό και αδυσώπητο, ξερό «τακ».
*
©Μαρία Πετρίτση
Φωτογραφία ανωνύμου από το Κέηπ Τάουν, Νότιος Αφρική

 

Γαβριήλ Ναχμίας, Ο Μπόρχες κι εγώ

Κρατώντας την επίγευση από το εξαίσιο επιδόρπιο της συνάντησής μας, ο Μπόρχες κι Εγώ πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Αντί να πάρουμε το Μετρό, προτιμήσαμε να περπατήσουμε μέχρι το κέντρο. Κόβοντας δρόμο μέσα από τα στενά, για να αποφύγουμε την κίνηση, γρήγορα βρεθήκαμε «στο λαβύρινθο της πόλης, σαν χαμένοι». Παραδομένοι σε μια συζήτηση για όλα και για τίποτε, προχωρήσαμε στα μισοσκότεινα στενά, χαζεύοντας τα ονόματα των οδών, τα μισάνοιχτα παράθυρα, τα κλειστά συνεργεία, τα μπουρδέλα.
– Λυχνίας σβησθείσης, πάσα γυνή ομοία, σχολίασε ο Μπόρχες, για να προσθέσει αμέσως μετά: Αθήνα, Νέα Υόρκη, Λονδίνο – όλες ίδιες, όταν πέφτει το σκοτάδι.
Χαμογέλασα με την ευρηματικότητά του, που κατάφερε μέσα σε μια φράση να φέρει κοντά τόσο μακρινές πόλεις, διασώζοντας ταυτόχρονα την αξιοπρέπεια όλων των γυναικών.
– Μπουένος Άιρες, συμπλήρωσα, σε μια προσπάθεια να ανταποδώσω τη φιλοφρόνηση (αν ήταν φιλοφρόνηση). Δεν ξέρω αν με άκουσε. Είχε μείνει πίσω, με το βλέμμα καρφωμένο στα παπούτσια του, σαν κάτι να προσπαθεί να θυμηθεί.
– Και Αλεξάνδρεια, είπε με έναν αδιόρατο δισταγμό.
– Γιατί η Αλεξάνδρεια; ρώτησα. Σήκωσε το βλέμμα απότομα, λες και η αστοχία της ερώτησής μου τον συνέφερε από μια στιγμιαία απώλεια συνείδησης. Με έπιασε από το μπράτσο για να στηριχτεί.
– Γιατί όχι; ρώτησε, με τη γνωστή, αφοπλιστική του αφέλεια. Ξεκίνησε να βηματίζει, τείνοντάς μου το χέρι να προχωρήσω μαζί του.
– Κανείς από τους δυο μας δεν έχει βρεθεί στην Αλεξάνδρεια.
– Αυτό είναι κάτι που μόνο η Αλεξάνδρεια μπορεί να γνωρίζει, αγαπητέ μου, απάντησε, προχωρώντας πάντα μισό βήμα μπροστά από μένα, όσο έπρεπε για να διατηρείται η απόσταση, χωρίς να χάνεται η επαφή μας. Είναι όμως πολύ μακριά για να ρωτήσουμε την ίδια – κι αμφιβάλλω αν θα αποκάλυπτε ποτέ τέτοιες ευαίσθητες πληροφορίες – οπότε προτείνω να επανέλθουμε στη συζήτησή μας. Τι ακριβώς σας προβληματίζει στο κείμενο ο «Μπόρχες κι Εγώ»;
– Η ταυτότητα του συγγραφέα, ασφαλώς. Εσείς ποιος πιστεύετε ότι έγραψε το κείμενο;
– Αυτό δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Το μόνο που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα είναι ότι κανείς από τους δυο τους δεν το γνωρίζει.
– Κανείς από τους δυο σας, θέλετε να πείτε.
– Με κολακεύετε, αλλά φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σφετεριστώ τη θέση κανενός από τους δυο. Ούτε μπορώ να φανταστώ ποιος από τους δυο τους θα δεχόταν να παραιτηθεί υπέρ μου.
Γύρισε προς το μέρος μου, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί ότι δεν θα τον ακούσουν, και μου ψιθύρισε χαμογελώντας:
– Είναι και οι δυο τους ξεροκέφαλοι και αλαζόνες – τόσο ίδιοι κι ανυπόφοροι ο ένας για τον άλλο.
– Δεν εννοείτε, ελπίζω, ότι είστε ένας τρίτος Μπόρχες.
– Καλέ μου φίλε, ο Μπόρχες κι Εγώ είμαστε δυο διακριτές οντότητες. Εγώ είμαι Εγώ και ο Μπόρχες είναι ο Μπόρχες. Ασφαλώς εκείνος έχει πλέον τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται σε δυο, τρία ή και σε εκατομμύρια είδωλα, αλλά Εγώ, ακόμη κι αν είχα το δικαίωμα, δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου τέτοια σπατάλη.
– Κάθε στιγμή φοβάμαι ότι θα με παγιδεύσετε σε κάποιο από τα παιχνίδια σας.
– Προς Θεού, γιατί να το κάνω αυτό σε σας; Ίσα-ίσα, στο βαθμό που μπορώ, θέλω να σας βοηθήσω να βγείτε από το λαβύρινθο.
Χωρίς την αίσθηση ότι ξαναβρήκαμε το δρόμο μας, βρεθήκαμε στο Μεταξουργείο. Στο φανάρι της Αγίου Κωνσταντίνου, ο Μπόρχες με ρώτησε τι ώρα είναι. Έσπευσα να διευκολύνω την περίσταση.
– Έντεκα παρά είκοσι. Επιτρέψτε μου να σας φωνάξω ένα ταξί. Είναι αργά και θα σας περιμένουν στο ξενοδοχείο.
– Ναι, βέβαια, είπε κάπως διστακτικά. Είναι αργά, φαντάζομαι ότι θα έχετε πολύ δρόμο μέχρι το σπίτι σας.
Ένιωσα αμήχανα, συνειδητοποιώντας ότι εγώ ήμουν εκείνος που, σπεύδοντας να διευκολύνω την περίσταση, διέκοπτα τον περίπατό μας. Καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα να αναιρέσω την παρεξήγηση, παρά μόνο γυρνώντας το χρόνο πίσω, χαμογέλασα κοιτώντας τον στα μάτια.
– Θα έχω την ευκαιρία να σας ξαναδώ;
– Δυστυχώς, δεν έχω περιθώριο επιλογής. Εσείς, όμως, μπορείτε να το ελπίζετε.
Μου άπλωσε το χέρι, καθώς μου υπενθύμιζε το πρόβλημα της όρασής του, κάνοντάς με να νιώσω ακόμη χειρότερα για την αδεξιότητά μου. Έκλεισα την παλάμη του στα δυο μου χέρια, δυνατά, για αρκετή ώρα, προσπαθώντας να του πω με τα χέρια όσα η γλώσσα μου ήταν ανίκανη να εκφράσει. Εκείνος χαμογέλασε.
– Η αγάπη και η πίστη σας με συγκινεί. Το μόνο που μένει είναι να με στείλετε να ξεπλυθώ στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ!
Καθρεφτισμένη στο μειδίαμά του, η δυσκοίλια έκφραση στο πρόσωπό μου δεν άντεξε – εξερράγη σε ένα πλατύ χαμόγελο, ώσπου ξεσπάσαμε κι οι δυο σε ένα λυτρωτικό γέλιο. Του έσφιξα το χέρι άλλη μια φορά.
– Σας ευχαριστώ.
– Κι εμείς. Εννοώ, ο Μπόρχες κι Εγώ.
Χαμογέλασα ξανά στην προοπτική ότι θα συνεχίζαμε το παιχνίδι.
– Δηλαδή, δεν είστε εσείς ο Μπόρχες;
– Όχι περισσότερο από όσο είστε εσείς. Βλέπετε, αυτό το πρωτεϊκό πλάσμα – μιας και δεν μπορώ να τον χαρακτηρίσω άνθρωπο – έχει προσβάλει όλους μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατό πλέον να διακρίνουμε ποιος είναι ο Μπόρχες και ποιος δεν είναι.
Άνοιξα βιαστικά την ταμπακιέρα και του πρόσφερα τσιγάρο. Το πήρε αφηρημένα, χωρίς να διακόψει το λόγο του.
– Αυτήν ακριβώς την οικουμενικότητά του, τη σχεδόν θεϊκή, αυτήν αποστρέφομαι και, ταυτόχρονα, σέβομαι και υπερασπίζομαι, αφού επάνω της μπορώ να εντοπίσω τη θεμελιώδη διαφορά μας και να διαχωρίσω τον εαυτό μου από εκείνον – μαζί με το γεγονός ότι αυτός πλέον είναι νεκρός κι έχει, συνεπώς, κατοχυρώσει τη θέση του στην αιωνιότητα. Δεν σας αρκούν αυτά ως απόδειξη ότι δεν είμαι ο Μπόρχες;
– Κάθε άλλο, μου αποδεικνύουν ότι είστε ο Μπόρχες. Παραδεχθείτε το.
– Μετά χαράς, αν παραδεχθείτε με τη σειρά σας ότι το «Ο Μπόρχες κι Εγώ» το γράψατε εσείς.
Μου έτεινε το τσιγάρο του για να το ανάψω, περιμένοντας την αντίδρασή μου.
*
©Γαβριήλ Ναχμίας
 
***
Από το βιβλίο του
 
Γαβριήλ Ναχμία
NOMINATI -16+1 ασκήσεις ελευθερίας,
Απλές Εκδόσεις

Τάκης Σινόπουλος ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν
Ο ποιητής, λέει ὁ Ρίλκε, δέν ἔχει βιογραφία· βιογραφία εἶναι τά ποιήματά του. Ὁ ποιητής, λέει ἐπίσης ὁ Ρίλκε, γιά νά ἐλπίζει ὅτι μπορεῖ κάποτε νά φτάσει στό ποίημα, πρέπει νά ἔχει ἐμπειρίες. Γιατί οἱ στίχοι δέν εἶναι, καθώς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, αἰσθήματα, εἶναι ἐμπειρίες. Πρέπει ἑπομένως νά ἔχει δεῖ πολλές πόλεις, ἀνθρώπους καί πράγματα, πρέπει νά γνωρίζει τά ζῶα, πρέπει νά αἰσθάνεται πῶς πετᾶνε τά πουλιά καί νά ξέρει τήν κίνηση, μέ τήν ὁποία ἀνοίγουν τά μικρά λουλούδια τό πρωί. Ὡστόσο, προσθέτει, πρέπει νά ἔχει παρασταθεῖ καί σέ ἑτοιμοθάνατους, πρέπει νά ἔχει καθήσει κοντά σέ νεκρούς στό δωμάτιο μέ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο καί τούς ἐναλλασόμενους θορύβους. Κι ἀκόμη, δέν ἀρκεῖ νά ἔχει ἀναμνήσεις, πρέπει νά μπορεῖ καί νά τίς λησμονά ὅταν εἶναι πολλές, καί πρέπει νά ἔχει τή μεγάλη ὑπομονή νά περιμένει νά ξανάρθουν. Μόνο ὅταν γίνουν αἷμα μέσα του, βλέμμα καί χειρονομία, δίχως ὄνομα καί δίχως νά ξεχωρίζουν ἀπό αὐτόν, τότε μόνο μπορεῖ νά συμβεῖ, σέ μιά πολύ σπάνια ὥρα, ἡ πρώτη λέξη ἓνός στίχου νά ὑψωθεῖ στή μέση τους καί νά βγεῖ ἀπ’ αὐτές.
Ὑπό τό φῶς αὐτῶν τῶν λόγων ἑνός ποιητή τελείως διαφορετικοῦ ἰδεολογικά, ἰδιοσυγκρασιακά καί τεχνοτροπικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο, εἶναι νομίζω χρήσιμο νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας σέ ὁρισμένα κρίσιμα βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ ποιητῆ. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε, συμπορευόμενος ἐν πολλοίς μέ τόν μεγάλο ὁμότεχνό του, ἔγραφε τά ἀκόλουθα: «Ὑπάρχουν ἔργα πού φαίνονται νά ζοῦν μία δική τους μυστική ζωή, πού δέν χρειάζονται τήν ἀναδρομή στήν ἰδιωτική ζωή τοῦ τεχνίτη γιά νά μελετηθοῦν, ταυτόχρονα ὅμως, τά ἔργα αὐτά εἶναι ἀναπόσπαστα δεμένα μέ τίς ἐξωτερικές περιπέτειες τοῦ δημιουργοῦ τους, ὥστε θ’ ἀποτελοῦσε βασικό σφάλμα ἄν θεωροῦνταν καί ἐξετάζονταν ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνθῆκες πού, κρυφά ἤ φανερά, τροφοδότησαν τή γέννηση καί τήν ὑπάρξη τους. Ἀνάμεσα στή ζωή καί τή δημιουργία ὑπάρχουν σχέσεις καί ἀνταποκρίσεις τέτοιες, πού, χωρίς κίνδυνο, θά μπορούσαμε νά συλλογιστοῦμε τά συγκοινωνοῦντα δοχεῖα ἤ νά ἀναφερθοῦμε στή συνάρτηση μήτρας καί ἐμβρύου».
Ο Τάκης Σινόπουλος, λοιπόν, γεννήθηκε στίς 17/30 Μαρτίου τοῦ 1917 στήν Ἀγουλινίτσα, χωριό τῆς Ἠλείας, πού ἀπέχει πέντε χιλιόμετρα ἀπό τόν Πύργο. Ἦταν πρωτότοκος γυιός τοῦ καθηγητῆ τῆς φιλολογίας Γιώργη Σινόπουλου, ἀπό τό χωριό Μούντριζα τῆς Ὀλυμπίας καί τῆς Ρούσας Βενέτας, τό γένος Ἀργυροπούλου, ἀπό τό χωριό Βυζίτσι (ἤ καί Βυζίκι) τῆς Γορτυνίας. Δίπλα στό χωριό του τό ποτάμι, πού, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, τόν εἶχε διαποτίσει ὁλόκληρο. Καί ὁ μεγάλος Ἀλφειός, πού ἀποτελεῖ τό σμίξιμο τοῦ ἀρχικοῦ Ἀλφειοῦ, τοῦ Λάδωνα καί τοῦ Ἐρύμανθου (στό ἔργο του: Ντοάνα), πού κι αὐτός εἶναι, στό χωριό Τριπόταμα, συμβολή τριῶν ποταμῶν.
Ἂς κρατήσουμε τά ποτάμια αὐτά, γιατί θά τά συναντήσουμε πολλές φορές στό ἔργο του. Ἂς κρατήσουμε ἐπίσης τό ἔτος τῆς γεννήσεώς του, γιατί τό 1917, ὄχι τυχαία, εἶναι τό ἔτος πού ὁ Ἔσδρα Πάουντ, πρῶτος στά νεώτερα χρόνια, ἐπαναφέρει στή ζωή τόν Ἐλπήνορα, ἕνα δευτερεῦον πρόσωπο τῆς Ὀδύσσειας, πού θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ὡς ἀναφορά καί ὡς βίωμα καί θά τό συναντήσουμε, ὄχι τυχαία ἐπίσης, καί στό ἔργο τοῦ Σεφέρη καί τοῦ Ρίτσου.
Ἂς ἀκούσουμε ἐπίσης πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος τά παιδικά του χρόνια στόν Πύργο, ὅπου ἡ οἰκογένειά του θά ἐγκατασταθεῖ τό 1920: «Τό δημοτικό της φτώχειας –τῆς λαϊκῆς συνοικίας – ἡ εὐλογιά – ὁ δάσκαλος – τό ξύλο».
Ἂς κάνουμε ἕνα ἂλμα χρονικό καί, προσπερνώντας τό Ἑλληνικό Σχολεῖο καί τό Α΄ Γυμνάσιο τοῦ Πύργου, ἄς βρεθοῦμε στήν Ἀθήνα, ὅπου ὁ Σινόπουλος, τό 1935, εἶναι φοιτητής τῆς ἰατρικῆς. «Αἴσθημα ἐπαρχιωτισμοῦ – φτώχεια – αἴσθημα κατωτερότητας – ἀπομόνωση», σημειώνει ὁ ἴδιος. Ὅμως καί «οἱ συναυλίες τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας στά “Ὀλύμπια” μέ τόν Μητρόπουλο, τά ὑπαίθρια παλιατζίδικα τῆς ὁδοῦ Ἱπποκράτους καί τῆς Ἀσκληπιοῦ, οἱ παραδόσεις τοῦ καθηγητῆ Τσάτσου στή Νομική Σχολή, ἡ ταραγμένη πολιτική ἀτμόσφαιρα κι ἡ σκιά τοῦ Βενιζέλου πάνω στήν Ἑλλάδα, ὁ Καρυωτάκης πού ἔδυε, ὁ Καβάφης πού μεσουρανοῦσε, ἡ γενιά τοῦ ‘30 κι ὁ Κοσμᾶς Πολίτης, ὁ ὑπερρεαλισμός καί τά κοινωνικά προβλήματα. […] Ὁ κόσμος δέν ἦταν καθόλου ἁπλός».
Ἑπόμενος σταθμός τοῦ ποιητῆ ὁ πόλεμος, ἡ Κατοχή καί, φυσικά, ὁ Ἐμφύλιος. Εἶναι ἡ ἐποχή ἡ πιό γόνιμη καί ἡ καθοριστική γιά τήν ποίησή του, ἀφοῦ σ’αὐτή μορφώθηκαν οἱ βουλές τῆς ποιήσεώς του, ὅπως ἀργότερα, πολύ ἀργότερα θά φανεῖ. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή θά κρατήσουμε ὁρισμένες στάσεις. Στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1941 στρατεύεται καί ὡς λοχίας ὑγειονομικοῦ τοποθετεῖται στό 6ο Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο Λουτρακίου. Τόν Ἀπρίλιο, μετά τήν κατάρρευση τοῦ μετώπου, ἐπιστρέφει στήν Ἀθήνα, ὅπου καί προσπαθεῖ νά ἑτοιμασθεῖ γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό φθινόπωρο ἐγκαταλείπει τήν προσπάθειά του καί λόγω τῆς μεγάλης πείνας ἐπιστρέφει στόν Πύργο. Ἐκεῖ, τό καλοκαίρι τοῦ 1942, συλλαμβάνεται ἀπό τίς Ἰταλικές ἀρχές κατοχῆς καί φυλακίζεται ὡς ἀντιστασιακός. Μένει στίς φυλακές Δροσοπούλου ἐπί 40 μέρες, περνᾶ ἀπό στρατοδικεῖο στήν Τρίπολη καί ἀθωώνεται. Ἦταν ὄντως στήν Ἀντίσταση; Καί ποιά ἦταν ἡ στάση του ἔναντι τῆς Ἀντίστασης, πού σιγά σιγά ἄρχιζε νά ἁπλώνεται καί στήν Ἠλεία; Δέν τό ξέρουμε. Πάντως ὁ ἴδιος, πολλά χρόνια μετά, θά περιγράψει τή στάση του μέ τήν φράση Στήν Κατοχή λουφάξαμε καί ταυτόχρονα θά ἀναφέρει, ὅτι ἡ μόνη μέχρι τό 1967 ἀντιστασιακή πράξη τῆς ζωῆς του, ὑπῆρξε ἡ κατά τόν χρόνο αὐτό καί λόγω τῆς ἐπιβολῆς τῆς δικτατορίας παραίτησή του ἀπό τήν κρατική ραδιοφωνία, ὅπου εἶχε ἐπί ἕνα χρόνο μία ἐκπομπή γιά τήν ποίηση.
Στά χρόνια ἐκεῖνα ἀνάγονται οἱ μεταφράσεις τοῦ Προυστ καί τοῦ Βαλερύ, πού δημοσιεύονται στό περιοδικό «Ὀδυσσέας», πού ἐκδίδεται στόν Πύργο. Ἰδιαίτερα ἄς σημειώσουμε τή μετάφραση «Ἀπό τό ἡμερολόγιο τοῦ κ. Τέστ» τοῦ Βαλερύ, γιατί, τεχνοτροπικά τουλάχιστον, τόν κ. Τέστ θά τόν συναντήσουμε τό 1956 ὡς Μάξ στή συλλογή «Ἡ γνωριμία μέ τόν Μάξ».
Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1943 ἐπανέρχεται στήν Ἀθήνα καί ἀρχίζει νά προετοιμάζεται γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό πτυχίο του θά τό πάρει, τελικά, Μάρτιο τοῦ 1944. Ἔτσι ὡς γιατρό πλέον θά τόν βρεῖ ἡ ἀπελευθέρωση καί ἡ ἐκ νέου ἐπιστράτευσή του στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1945, ὅταν δηλαδή ἡ Μάχη τῆς Ἀθήνας συνεχίζεται ἀκόμη, καί ὡς γιατρός θά μετάσχει στόν Ἐμφύλιο ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ, μέχρι τό Μάιο τοῦ 1949, πού ἀπολύεται κλείνοντας συνολικά πέντε χρόνια θητείας.
Ἴσως θά πρέπει νά ἐπιμείνουμε περισσότερο στόν Ἐμφύλιο, ὅπου ὁ Σινόπουλος ἐθήτευσε, ὅπως εἴπαμε, ὡς στρατιωτικός γιατρός, (πολλές φορές στήν πρώτη γραμμή), μέχρι τόν Μάιο τοῦ 1949, καί ἡ Ἑλλάδα, ὡς κράτος καί ὡς κοινωνία, μέχρι τό Καλοκαίρι τοῦ 1974. Οἱ παλαιότεροι ἄς σκαλίσουμε τή μνήμη μας, οἱ νεώτεροι ἄς φροντίσουμε νά πληροφορηθοῦμε ἀπό τίς χιλιάδες σελίδες πού ἔχουν γραφτεῖ καί πού συνεχῶς γράφονται γι’ αὐτόν καί τίς συνέπειές του, οἱ λογιότεροι ἄς θυμηθοῦν τόν Θουκυδίδη καί ἄς ἀνατρέξουν πάλι στά «Κερκυραϊκά».Ὅλοι, τέλος, γιατί αὐτό ἔχει πολύ μεγάλη σημασία γιά τήν ἀφήγησή μας, ἂς θυμηθοῦμε τόν Ὁμηρικό Ἐλπήνορα. Ὁ Ὅμηρος τόν ἀναφέρει ὡς Κάποιος Ἐλπήνωρ καί περιγράφει τίς συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες, καθώς προσπαθοῦσε νά ἀκολουθήσει τούς συντρόφους του στό ταξίδι τῆς διαφυγῆς ἀπό τό Νησί τῆς Κίρκης, ἔχασε τή ζωή του: Ἀπό τή στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε μέ τό κεφάλι, σύντριψε τοῦ λαιμοῦ τούς ἀστραγάλους, εὐθύς κατέβηκε στόν Ἅδη ἡ ψυχή του.
Ἐκεῖ στόν Ἅδη, ὅταν κατεβαίνει, θά τόν συναντήσει ὁ Ὀδυσσέας. Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες ἐδῶ, κάτω στό ζοφερό σκοτάδι; τόν ρωτάει. Καί ὁ Ἐλπήνωρ, ἀφοῦ τοῦ περιγράψει τόν τρόπο τοῦ θανάτου του, τόν ἱκετεύει, ὅταν θά φτάσει πάλι στό νησί τῆς Αἴας μέ τό καλόχτιστο καράβι του, νά φροντίσει γιά τήν ταφή του ἐκεῖ, στόν τόπο πού σκοτώθηκε: πρῶτα κάψε τό σῶμα μου, μαζί καί τ’ ἅρματά μου / τά δικά μου· ὕστερα σῆμα ἀνύψωσε γιά χάρη μου / στό περιγιάλι τῆς θαλάσσης – ἑνός πού ἡ δυστυχία τόν τσάκισε, / νά βλέπουν οἱ μελλούμενοι καί νά μέ μνημονεύουν. Κι ὅταν μ’ αὐτά τελειώσεις, στήριξε τό κουπί στόν τύμβο μου / αὐτό πού εἶχα ζωντανός ὅσο κωπηλατοῦσα μέ τούς ἄλλους μου συντρόφους.
Αὐτό πού ὁ νεκρός Ἐλπήνωρ ζητάει ἀπό τόν Ὀδυσσέα, νά τόν θάψει δηλαδή καί πάνω στόν τάφο του νά στήσει ἕνα σημάδι πού νά δείχνει τό ποιός καί τό γιατί, ἐπιχειρεῖ νά πράξει σ’ ὅλο τό μῆκος τῆς διαδρομῆς του ὁ Σινόπουλος.
Τό 1951 σέ ἡλικία 34 ἐτῶν ὁ ποιητής μετακομίζει ἀπό τήν πλατεία Ἀμερικῆς, πού μέχρι τότε ἔμενε, στήν ὁδόν Κολοκοτρώνη, στόν Περισσό, μιά συνοικία προσφυγική τοῡ Δήμου Νέας Ἰωνίας, Δήμου καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκείνη τήν ἐποχή προσφυγικοῦ. Εἶναι διορισμένος γιατρός στό ΙΚΑ τῆς περιοχῆς καί παράλληλα ἀσκεῖ τήν ἰατρική ὡς ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας. Δύσκολη σχέση ἀλλά καί πηγή ἐμπειρίας πολύτιμης, ἀφοῦ, ὅπως γράφει, «Ὁ κόσμος δέν ἦταν τό ὅτι ἔχω αὐτό ἤ ἐκεῖνο καί πάρε αὐτό τό φάρμακο καί φύγε. Τό ἰατρεῖο τό ’παίρναν καί γιά ἐξομολογητήριο».
Στά τέλη τοῦ 1951 κυκλοφορεῖ τό πρῶτο του βιβλίο – ἔκδοση φυσικά ἰδιωτική καί σέ λίγα ἀντίτυπα. Ἔχει τόν τίτλο «Μεταίχμιο», περιέχει ποιήματα γραμμένα ἀπό τό 1944 ὡς τό 1950 καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἀδελφό του Παῦλο. Ἡ ἔκδοση προκαλεῖ αἴσθηση στούς λογοτεχνικούς κύκλους καί γίνεται ἀντικείμενο τῆς κριτικῆς. Ὁ Κλέων Παράσχος στήν «Καθημερινή», ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης στήν ἐφημερίδα «Ἑλλάς», ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος στά «Ἑλληνικά Χρονικά», ὁ Πέτρος Χάρης στήν «Ἐλευθερία», ὁ Αἰμίλιος Χουρμούζιος στή «Νέα Ἑστία», ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἑλληνική Ἡμέρα», ὁ Ἀστέρης Κοβατζής στήν «Ἀπογευματινή» –συλλογή ἐντυπωσιακή γιά πρῶτο βιβλίο ἑνός νέου ποιητῆ. Βρίσκουν ὅλοι σαφεῖς ἐπιρροές ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη ἀλλά ταυτόχρονα ἀκοῦνε καί τήν δική του προσωπική φωνή. Παρά τίς ἐπιρροές «ὁ κ. Σινόπουλος ἐκφράζει δικά του ὁράματα, δικές του πεῖρες, χρησιμοποιεῖ δικά του σύμβολα, στά ποιήματά του ἀκοῦμε τή δική του φωνή», γράφει ὁ ἔμπειρος Κλέων Παράσχος.
Στέκομαι στήν παρατήρησή του γιά τά δικά του σύμβολα. Ὄντως γιά πρώτη φορὰ στήν ἑλληνική ποίηση ἀκούγεται τό ὄνομα «Ἐλπήνωρ». Εἶναι τίτλος τοῦ πρώτου ποιήματος στή συλλογῆς. Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα, εἶναι τό ἐμβληματικό καί καλοχτισμένο αὐτό ποίημα, ὅπως καί ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς. Καί κάπου ἐκεῖ ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ ἐμβληματικός ἀντιήρωας τοῦ Ὁμήρου, πού τώρα ὅμως δέν εἶναι μέ σπασμένους τούς ἀστραγάλους τοῦ λαιμοῦ ἀλλά μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά καί μέ τά δάκτυλα ἀκρωτηριασμένα. Ἀξίζει νά ἀκούσουμε ὁλόκληρο τό ποίημα, πού ἔχει ὡς μότο τήν ἐρώτηση τοῦ Ὀδυσσέα: «Ἐλπήνωρ, πῶς ἦλθες…» – ἐρώτηση πού στό ποίημα τουλάχιστον μένει χωρίς ἀπάντηση, ἀλλά πού ἀφήνεται νά ἐννοηθεῖ, ὅτι τόν ἔφερε ὁ χαλασμός τῶν χρόνων τοῦ ποιητῆ.

 

ΕΛΠΗΝΩΡ

 

Ἐλπήνωρ πῶς ἦλθες…
ΌΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα τά μαῦρα κυπαρίσσια
τό χαμηλό ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπό τ’ ἁλάτι καί τό φῶς
τά κούφια βράχια ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω
καί μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα
μονάχα ἀπέραντη ἀρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Ἦταν κάποιος ἀπό τή συνοδεία πού τόν ἀντίκρισε
ὄχι ὁ πιό γέροντας: Κοιτάχτε ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νάναι ἐκεῖνος.
Ἐστρέψαμε τά μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σάν ποταμιά τό καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ πράγματι στά μαῦρα κυπαρίσσια
τυφλός ἀπό τόν ἥλιο καί τούς στοχασμούς
σκαλίζοντας τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καί τότε τόν ἐφώναξα μέ μία χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ’ αὐτή τή χώρα;
εἶχες τελειώσει μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά
τόν περσινό χειμώνα κι εἴδαμε στά χείλη σου τό αἷμα πηχτό
καθώς ἐστέγνωσε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τό ξύλο.
Μ’ ἕνα κουπί σπασμένο σέ φυτέψαμε στήν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
ν’ ἀκοῦς τ’ ἀνέμου τό μουρμούρισμα τό ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ’ αὐτή τή χώρα
τυφλός ἀπό τήν πίκρα καί τούς στοχασμούς;

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Καί τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ἐλπήνορα ποῦχες λαγοῦ μαλλί
γιά φυλαχτάρι κεμασμένο στό λαιμό σου Ἐλπήνορα
χαμένε στίς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας
ἐγώ σέ κράζω καί σά σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τά στήθια μου
πῶς ἦρθες φίλε ἀλλοτινέ πῶς μπόρεσες
νά φτάσεις τό κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω ἀπ’ τόν ἥλιον ἀποκρίσου
ἄν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νάρθεις ἀποκρίσου.

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπή τριγύρω.
Τό φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τή γῆ.
Ἡ θάλασσα τά κυπαρίσσια τ’ ἀκρογιάλι πετρωμένα
σ’ ἀκινησία θανατερή. Καί μόνο αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τόν γυρεύαμε μέ τόση ἐπιμονή μές στά παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ’ τήν πίκρα τῆς παντοτινῆς του μοναξιᾶς
μέ τόν ἥλιο νά πέφτει στά κενά τῶν στοχασμῶν του
σκαλίζοντας τυφλός τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα
σάν ὅραμα ἔφευγε καί χάνονταν ἀργά
στόν ἄδειο χωρίς φτερά χωρίς ἠχῶ γαλάζιο αἰθέρα.

Τό ποίημα γράφτηκε τό καλοκαίρι τοῦ 1944 καί δημοσιεύθηκε γιά πρώτη φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου χρόνου στό περιοδικό Φιλολογικά Χρονικά, δηλαδή περισσότερο ἀπό ἕνα χρόνο πρίν γίνει προσιτό στό ἑλληνικό κοινό τό ποίημα, ὅπου ὁ Σεφέρης ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Ἐλπήνορα. Ἡ προτεραιότητα αὐτή δέν θά εἶχε ἰδιαίτερη σημασία, ἄν ὁλόκληρο σχεδόν τό ποιητικό ἔργο τοῦ Σινόπουλου δέν ἦταν μία συνεχής «μελέτη θανάτου» «ἑνός ἐπιζῶντος», μιά «Νέκυια ἐν προόδῳ», μέ ζωτικό πυρήνα τόν Ἐλπήνορα ἤ μᾶλλον αὐτό πού συντομογραφικά μποροῦμε νά ὀνομάσουμε «ἐμπειρία τοῦ Ἐλπήνορα», γράφει ὁ καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης. Καί ἔκτοτε, προσθέτει, τό φάσμα τοῦ Ἐλπήνορα, πρωτεϊκά στοιχειώνει καί συνέχει τίς κυριότερες ποιητικές συνθέσεις του, ὡς τό «Χρονικό».
Τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Ἐλπήνωρ ἀποτελεῖ τόν ζωτικό πυρήνα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου, τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἴδιος ὁ ποιητής σέ μία δημόσια ἐξομολόγησή του, τό 1965: « Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς ἀφηγηθῶ τή μικρή ἱστορία τοῦ δικοῦ μου Ἐλπήνορα. Ἕνα μεσημέρι, καλοκαίρι τοῦ 1944, μέ φοβερό ἥλιο καί ζέστη, περνώντας ἀπό τό Πεδίο τοῦ Ἄρεως, κάθισα ἐξαντλημένος ἀπό τήν πείνα καί τήν κούραση τῆς κατοχῆς σ’ ἕνα παγκάκι. Πρέπει νά μέ εἶχε ζαλίσει πολύ ὁ ἥλιος καί ἡ ἐξάντληση. Ξαφνικά στόν ἄσπρο μικρό δρόμο, μές στό φῶς, πέρασε μπροστά μου ἡ φιγούρα ἑνός φίλου μου ποιητῆ, πού τόν σκότωσαν οἱ Γερμανοί ἔπειτα ἀπό φρικτά βασανιστήρια στήν Πάτρα, τό 1942. Ἦταν ὁ Φώτης Πασχαλινός (= Θοδωράκης Ζώρας). Γυρίζοντας στό σπίτι μου ἔγραψα τόν «Ἐλπήνορα». Ἀλλά ἐκεῖνο πού γιά μένα εἶχε σημασία εἶναι πώς τό ὅραμα αὐτό σφράγισε ἀποφασιστικά ἕνα μεγάλο μέρος, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ποίησής μου».
Εἶναι λάθος (τό ἔχουμε διαπράξει πολλοί) νά βλέπουμε στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου σταθμούς – ἡ ἐποχή τοῦ Ἔλιοτ κλπ. Εἶναι μία ποίηση ἐν προόδῳ, «μιά Νέκυια ἐν προόδῳ». Τό ἕνα ποίημα περιέχει τό ἄλλο, τό ἑπόμενο προϋποθέτει τό προηγούμενο. Χωρίς τό «Μεταίχμιο» (1951) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὁ «Νεκρόδειπνος»(1972). Καί δέν εἶναι τυχαῖο, πού τό πρῶτο ποίημα στό «Μεταίχμιο» ἐπιγράφεται «Ἐλπήνωρ». Ὅπως δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ Ἐλπήνωρ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ποιήματος εἶναι (ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής), ὁ Φίλιππος, πού τόν συναντοῦμε στά ἑπόμενα ποιήματά του νά ἔρχεται καί νά ἐπανέρχεται. Ὁ Φίλιππος, χαρακτηριστικό παράδειγμα καί ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς, ἐμφανίζεται πρώτη φορά στό «Μεταίχμιο» (1951), τόν ξανασυναντοῦμε στά «Ἄσματα» (1953) –στό τέταρτο καί στό ἑνδέκατο ἄσμα– τόν βασανίζει μέ ἕνα ἀκέραιο ποίημα στό «Μεταίχμιο Β’» (1957), ἐνῶ στό «Χρονικό» (1978) ἐμφανίζεται στό εἰσαγωγικό ποίημα «Καταγωγή».

Ἐρχόταν ἕνα φῶς.
κι ἀπό τό Μάρτη μήνα ἐρχόταν ἡ ἄνοιξη
στήν κάμαρα πού μίλαγε μέ πεῖσμα ὁ Φίλιππος.

[…]
Κοίτα νά καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δέν εἴχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Τό σπίτι ἕνα παλιό
σαράβαλο. Παντοῦ ὁ ἀέρας φύσαγε σέ θέριζε.

[…]
Ἐδῶ γεννήθηκα.
Ἐδῶ μεγάλωσα. Λοιπόν αὐτά μοῡ χρειάζονται
γιά τήν ὀργή μου καί τήν περηφάνειά μου.
Γιά νά κρατήσω καί νά κρατηθῶ.
Δέν ἔχω θεούς καί δέ φοβᾶμαι.

Ποιός ὅμως ἦταν ὁ Φίλιππος καί γιατί τόν βασάνισε; Ὁ Φίλιππος (σύγχρονο πρόσωπο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής) ἦταν ἡ ἄλλη, ἡ ἐλλείπουσα συνιστώσα τῆς ζωῆς του. Ἡ παραπληρωματική. Αὐτή πού τήν ἀπώθησε στό ἀσυνείδητο καί πού ἐρχόταν στούς ἐφιάλτες του καί τόν βασάνιζε.

Δέν θά ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινές μέρες τούφταιγαν τά ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τό αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καί σφυρίζοντας
Μέσα στήν κούφια Λάρισα.

Τό ποιός ἦταν στήν πραγματικότητα ὁ Φίλιππος καί τό πῶς μπῆκε στήν ποίησή του, τό εἴδαμε ὅταν ἀναφερθήκαμε στό ὅραμά του στό Πεδίον τοῦ Ἄρεως. Περισσότερα πραγματολογικά στοιχεῖα μας δίνει ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας».
«Ὁ Φῶτος Πασχαλινός (πραγματικό ὄνομα Θεοδωράκης Ζώρας) μέ ἀξιοπρόσεκτο ἔργο σκορπισμένο στά περιοδικά τοῦ Μεσοπολέμου, ἐκτός ἀπό τή συλλογή τοῦ “Ἐπαρχιακά” (1937). Γιά τήν ἀντιστασιακή του δράση τόν τουφέκισαν οἱ Γερμανοί τό Νοέμβριο τοῦ 1943»

 

Τό γιατί τόν βασάνισε θά τό καταλάβουμε, ἄν θυμηθοῦμε τήν ἐξομολόγηση τοῦ ἴδιου του ποιητῆ σέ μία συνέντευξή του στό περιοδικό «Διαβάζω» (λουφάξαμε στήν Κατοχή…) καί ἄν τό συνδυάσουμε μέ τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Φώτου Πασχαλινοῦ ἀλλά καί μέ τούς στίχους του, πού ὁ Ἀναγνωστάκης ἔχει περιλάβει στήν προσωπική του ἀνθολογία.

Ἡ βροχή δέν εἶναι γιά παιδιά
κι οὔτε καί τό χιόνι γιά παιγνίδι.

Ὁ Φίλιππος, λοιπόν, τό αἷμα τοῦ ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά. Ὁ Τάκης Σινόπουλος τό δικό του αἷμα ἀκούγοντας ἔμεινε μονάχος, περπατώντας καί σφυρίζοντας μέσα στήν κούφια Λάρισα.
Καί ποιά ἦταν ἡ κούφια Λάρισα; Ἴσως ἡ Λάρισα τοῦ Ἐμφυλίου, ἴσως ὁ Περισσός, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἀπό τό 1951, καί ὁπωσδήποτε ἡ ζωή ἑνός γιατροῦ τοῦ ΙΚΑ σέ μιά συνοικία καί ὅσα αὐτό συνεπάγεται γιά ἕνα εὐαίσθητο ἄνθρωπο.
Ἐκεῖ λοιπόν στήν κούφια Λάρισα τῆς ζωῆς του, γιατροπορεύει ὅλη τή μέρα τούς ἀσθενεῖς του, πού, ὅπως μαρτυρεῖται, τόν ἀγαποῦσαν, καί τά βράδια παλεύει μέ τούς νεκρούς του, πού ζητοῦν ἕνα σῆμα καί πάνω σ’ αὐτό τό κουπί, μέ τό ὁποῖο κωπηλάτησαν πρός τόν δικό τους θάνατο καί πού, τώρα, δέν ἔχουν τά ὀνόματα τοῦ Ἐλπήνορα οὔτε τοῦ Φίλιππου ἀλλά ὀνόματα πολύ πιό χρηστικά γιά τίς ἀνάγκες τῆς δουλειᾶς του, πού ἐντούτοις δέν ἀποτελοῦν παρά μεταμορφώσεις τοῦ Ἐλπήνορα, καί λέγονται Πόρπορας, Κονταξής, Μάρκος, Μπίλιας, Τορέρας ἀλλά καί ἡ Φανῆ καί ἡ Ὄρσα. Μερικούς ἀπό αὐτούς, ὅπως ὁ Μπίλιας, τούς ξέρουμε ἀπό τήν πρώτη του συλλογή, τό «Μετάιχμιο», ἀπό τό 1951.

 

Ἄν ἔπρεπε νά δώσω ἕνα χαρακτηρισμό τοῦ Σινόπουλου μέ ἱστορική ἀναφορά, θά ἔλεγα εὔκολα: ποιητής τοῦ Ἐμφυλίου. Ἡ νεώτερη ἱστορία μας εἶναι ποτισμένη ἀπό τό αἷμα γιά τή Λευτεριά ἀλλά καί τό χυμένο αἷμα, τό σπαταλημένο. Εἰδικότερα ἀπό τό 1940 καί μετά, τή φοβερή ἐποχή τῆς Κατοχῆς, τῆς Ἀντίστασης, τοῦ Ἐμφυλίου. Ὁ Σινόπουλος εἶναι μπλεγμένος στά βρόχια τῆς Ἱστορίας, εἶναι ὁ ποιητής τοῦ αἵματος, τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος, τοῦ Ἐμφυλίου.
Μπορεῖς νά διαβάσεις χιλιάδες σελίδες, ὅσες δηλαδή ἔχουν γραφτεῖ καί ὅσες θά γραφτοῦν, νά μελετήσεις τά αἴτια καί τίς ἀφορμές, τά γεγονότα καί τούς ἀριθμούς ἀλλά ποτέ δέν θά μπορέσεις νά καταλάβεις τή βαθύτερη οὐσία τῶν πραγμάτων, ἄν δέν σοῦ ἔχει δοθεῖ ἡ χάρη νά γνωρίσεις τή νεώτερη ποίησή μας. Ἐκεῖ, μόνον ἐκεῖ, βρίσκεται ἀτόφια ἡ φοβερή Ἐποχή.
Ὁ Ἀναγνωστάκης, ὁ Λειβαδίτης, ὁ Ἄρης Ἀλεξάνδρου δίνουν πτυχές τῆς φοβερῆς αὐτῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο καί οἱ ἄλλοι, ὅπως ὁ Δούκαρης, ὁ Μιχάλης Κατσαρός, ὁ Τίτος Πατρίκιος. Ἀπό τή σκοπιά τους καί ἀπό τή θέση του ὁ καθένας. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ἐπικείμενης ἥττας, τῆς συντελεσμένης ἥττας, τῆς ἐσωτερικῆς ἥττας. Ὁ Σινόπουλος, μόνος αὐτός, βιώνει τόν Ἐμφύλιο ὡς καθολική ἥττα καί ὡς τραγωδία ἀμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμῶ νά πῶ, μέ μιά αἰσχύλεια τόλμη, ἔστω καί μέ κάποια ὑποχώρηση στόν ρερητορευμένο λόγο.
Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα καί ὁ Ἐλπήνωρ μέ τίς διάφορες μεταμορφώσεις του, πού ζητᾶ δικαίωση. Ναί, ἀλλά μέ ποιό τρόπο (γιατί αὐτό ἔχει σημασία γιά τήν ποίηση καί τόν ποιητή) καί μέ ποιά μέσα; Περνώντας ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη, τά cantos τοῦ Πάουντ, τούς τρόπους τοῦ Pierre Jean Jouve, τούς γάλλους ποιητές πού μετέφρασε καί ἀπορροφώντας μέ ἄνεση, ὅπως γράφει ὁ Τάσος Γαλάτης, τίς ποικίλες αὐτές ἐπιδράσεις. Καί στό βάθος πάντοτε ἡ Ὀδύσσεια καί ἡ ἀφήγηση τοῦ Ὀδυσσέα στόν Ἀλκίνοο. Μέ στάση καί ἔμφαση στή Νέκυια.
Καί τό πετυχαίνει ὄχι μόνο χάρις στό ἰσχυρό ταλέντο του ἀλλά καί χάρις στή μελέτη καί τή γνώση τῆς ποιήσης καί τῆς ἱστορίας τῆς Τέχνης. Χάρις στόν ἀγώνα καί τήν ἀγωνία του νά κατακτήσει μία γλώσσα δική του, πού θά στοιχεῖται μέ τόν κόσμο του. Ἐξ οὗ καί οἱ «ἀντί-ποιητικές» λέξεις καί ἐκφράσεις πού συστηματικά χρησιμοποιεί. Ἤξερε ὁ Σινόπουλος πώς τό παιγνίδι, ἄν δέν εἶσαι ὁ Ρεμπῶ, τό κερδίζουν οἱ σοφοί ποιητές: ὁ Σολωμός, ὁ Καβάφης, ὁ Σεφέρης. Δέν ἦταν ὁ Ρεμπῶ, ἦταν ὅμως ἕνας σοφός ποιητής, ἕνας poeta doctus. Ἀπό τόν Ἔλιοτ ἀπέσπασε τήν τέχνη τῆς ὀργάνωσης τοῦ ποιήματος, ἀπό τόν ὑπερρεαλισμό τήν περιπέτεια τῶν συνειρμῶν, ἀπό τήν τέχνη τοῦ κινηματογράφου τήν τεχνική τοῡ φλάς-μπάκ. Ἔτσι μέ ἀγώνα καί ἀγωνία καί ἀνασκάπτοντας συνεχῶς τόν ἑαυτό του, τά βιώματα καί τίς ἐνοχές του, ἔφτασε ἐκεῖ πού ἔφτασε, στόν «Νεκρόδειπνο» δηλαδή καί τό «Χρονικό», ὁρόσημα στήν ποίηση καί στήν αὐτογνωσία μας.
Ἀλλ’ ἂς σταθοῦμε λίγο στόν «Νεκρόδειπνο», ἀφοῦ προηγουμένως περάσουμε πάλι ἀπό τήν Ὀδύσσεια καί τόν τρόπο πού ὁ Ὀδυσσέας καλεῖ τούς νεκρούς του, στή Νέκυια. Ἐκεῖ ὁ γυιός τοῡ Λαέρτη τραβώντας τό σπαθί τό μυτερό ἀπ’ τό μηρό του, σκάβει ἕνα λάκκο ὡς ἕνα πήχη –φάρδος πλάτος– καί χύνει γύρω ἀπό τά χείλη του σπονδές πρός ὅλους τους νεκρούς, παρακαλώντας τά ἀδύνατα κεφάλια τῶν νεκρῶν. Ὕστερα, μέ τό σπαθί τοῦ πάντοτε, κόβει τῶν προβάτων τό λαιμό –ἔτρεχε μαῦρο τό αἷμα τους. Κι εὐθύς στό ἄκουσμα τοῦ αἵματος, μαζεύτηκαν/ ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κόσμου, ψυχές νεκρῶν πού ὁ θάνατος τούς βρῆκε./ […] πολλοί κι οἱ χτυπημένοι ἀπό κοντάρια χάλκινα,/ ἄντρες πού πολεμώντας ἔπεσαν, στό χέρι τους κρατώντας/ ματοβαμμένα τά ὅπλα τους.
Σπονδές γιά τό «Νεκρόδειπνο» πού ἀνασύρουν τούς νεκρούς του ἀπό τή λήθη καί τή σιωπή τοῡ Ἃδη δέν εἶναι βέβαια γιά τόν Σινόπουλο τά σφάγια οὔτε τό αἷμα, εἶναι τά δάκρυα πού φέρνει ὁ πόνος.

Δάκρυα πολλά μέ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί
ἤμουν ἐγώ, μιλώντας ἔτσι μέ,
[…]
Βαστώντας τό ντουφέκι του σπασμένο ὁ Προσόρας,
ὁ Μακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός
στή σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τό φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
Μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τά χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε,
τούς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζαπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκαμε στόν μπάγκο καί
στήν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τό πόδι του.
[…]
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ.
Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα
βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά,
πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας –
Πάσχα στήν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τό σκοτεινό ποτάμι.
[…]
Σιγά σιγά οἱ φωνές γαλήνεψαν

Σιγά, σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τό λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.

Τό ποίημα, γράφει ὁ Δ.Ν.Μαρωνίτης, εἶναι μία κυκλική ἀφήγηση μέ κέντρο της τήν ποιητική πράξη. Ὁ τροχός γυρίζει στόν ἄξονα τῆς μνήμης, σταματᾶ ὅταν αὐτή ἡ μνήμη ἔχει πιά ξοδευτεῖ καί ἀναρωτιέται γιά τό κύρος της. Τό ἀφηγηματικό ὑλικό σκορπᾶ σέ ἕξι ἀκτίνες: ἀναχώρηση – περιπέτεια πολεμική – νέκυια – νόστος – μοναξιά -νέα κατολίσθηση στόν ἐπίπεδο κόσμο. Ὁ πραγματικός χρόνος τοῦ ἔργου ὁρίζεται μέ κάθε ἀκρίβεια: Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα \ κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ. Τό ἴδιο καί τά κρίσιμα γεγονότα: Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα \ βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά \ πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα…
Θά κλείσω τήν παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ Σινόπουλου – ἀποσπασματική καί ὠχρή κατ’ ἀνάγκην – μέ μιά παρατήρηση: Ὁ Σινόπουλος πάλεψε χρόνια μέ τόν ἑαυτό του, μέ τά φαντάσματά του καί μέ τίς λέξεις καί τελικά κατάφερε νά περάσει ἀπό τήν ἀτομική στή συλλογική ἐμπειρία καί, χωρίς νά ἀρνηθεῖ τούς δασκάλους του, νά κατακτήσει τή δική του φωνή. Ἔδωσε ὄνομα στούς ἀφανεῖς νεκρούς μιᾶς τραγικῆς ἐποχῆς καί ἄγγιξε ὁλόσωμος τή μεγάλη ποίηση.
*
Γράφοντας αὐτά πού παραπάνω ἀνέφερα εἶχα τό φόβο ὅτι κάνω μία πολύ προσωπική ἀνάγνωση τοῦ ποιητῆ, ὅτι τόν φέρνω στά μέτρα μου. Ἀλλά παρηγορήθηκα καί ὁ φόβος μου διασκεδάστηκε, ὅταν, διαβάζοντας ἕνα δοκίμιο τοῦ Σινόπουλου γιά τόν Σεφέρη, εἶδα, ὅτι τόν ἴδιο φόβο εἶχε κι αὐτός γιά τή δική του ἀνάγνωση: «Τό ἔργο διαρκεῖ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἄξιο νά φαίνεται σέ μᾶς διαφορετικό ἀπ’ ὅ,τι τό θέλησε ὁ δημιουργός του», γράφει ὁ Βαλερύ καί τό υἱοθετεῖ ἀναφέροντας τό ὁ Σινόπουλος.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
21 Δεκεμβρίου 2009

Σημείωση: Τό παρόν κείμενο ἀποτελεῖ ἀνακοίνωση, πού ἔγινε στίς 21-12-2009 στό σεμινάριο « Μιά σύγχρονη ματιά στήν ποιητική μας παράδοση – Μιά νέα μελέτη τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ καί δεκαπέντε σημαντικῶν ποιητῶν μας», πού ὀργάνωσε τό Πανεπιστήμιο Πατρών ἀπό 9 Μαρτίου ὡς 21 Δεκεμβρίου 2009.

[πηγή:
copyright© ‘Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης και
Χρίστος Ρουμελιωτάκης,
από το βιβλίο του «Έφοδος στον ουρανό»,
Εκδόσεις Τυπωθήτω]

Δημήτρης Φύσσας, Η κυρία Παναρέτου -διήγημα

Όπου η πολλή πολλή ανεξαρτησία της σκέψης στην Αιωνία Γελλάδα έχει σοβαρές συνέπειες για μια νεαρή καθηγήτρια

Στον αδελφικό μου φίλο Κώστα Δ.
Ότι η κυρία Πολυτίμη Παναρέτου, χημικός στο 2ο Γυμνάσιο εδώ στη Χριστιανούπολη– η επιλεγόμενη από τους φίλους Τίμη κι από τα παιδιά «Κόκκινη», γιατί ήταν κοκκινομάλλα– βρέθηκε στο πεζοδρόμιο, έξω από την παλιά μονοκατοικία που νοίκιαζε, με σπασμένο κεφάλι, πλευρά, χέρι και πόδι, χωρίς επαφή με το περιβάλλον, γεμάτη αίματα, με μισοσκισμένα ρούχα, παγωμένη ποιος ξέρει πόσες ώρες, μέσα στην πρωινή δροσιά του Μάη του 2008, όλο αυτό, λοιπόν, δεν είναι ζήτημα που προκάλεσε και μεγάλη έκπληξη στους περισσότερους. Ακόμα και το να πέθαινε, είναι αμφίβολο αν θα γεννούσε την παραμικρή θλίψη στους πολλούς. Ένα σήκωμα των ώμων, ίσως, ένα άνοιγμα των χεριών σε στιλ «τι να κάνουμε», περισσότερο μια κουβέντα του είδους «τα ΄θελε ο κώλος της, με όλους σε αμάχη βρισκότανε» ή μια άμεση αλλαγή θέματος στη συζήτηση- αυτά θα ήταν οι αντιδράσεις σχεδόν όλων. Σχεδόν όλων των ενηλίκων, εννοώ. Γιατί τα περισσότερα παιδιά την έβλεπαν αλλιώς.
Ωστόσο, χάρη στις προσπάθειες των γιατρών, η Παναρέτου δεν πέθανε. Οι γιατροί την κρατήσανε στη ζωή, έστω σε κώμα, στο νοσοκομείο μας με το ελληνικότατο όνομα «Άγιοι Εφραίμ, Βαρλαάμ και Ιωήλ», μεγάλη η χάρη τους.
Η δημοσιογραφική κάλυψη του γεγονότος ξεκίνησε τρίστηλο στην πρώτη σελίδα της «Νέας Μακεδονικής Φωνής», σχεδόν στο ίδιο σημείο που είχαν φιλοξενηθεί τόσον καιρό οι κατά καιρούς επιθέσεις εναντίον της καθηγήτριας. Το κείμενο ήταν προσεκτικά γραμμένο, προφανώς από τον ίδιο τον εκδότη – διευθυντή – αρχισυντάκτη κ. Εύπιστο Πεσκέση, με πολλές μπουρδολογίες και λίγη ουσία, είχε δε μπόλικη ροζ πιθανολόγηση. Στον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό «DEEP BLUE MAK TV» (ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ- ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV), του ίδιου εννοείται ιδιοκτήτη, η επίθεση ήταν έκτη είδηση, στον ραδιοφωνικό του, έβδομη. Όσο πέρναγε ο καιρός, και το εμβαδόν και ο χρόνος που κάλυπτε η πορεία της υγείας της έφθιναν συνεχώς. Κι όταν πλέον κάποιο νέο έγκλημα, έγκλημα τιμής αυτή τη φορά (γίνονται ακόμα σε μας εδώ τέτοια), συνέβη στην πόλη μας κανένα μήνα μετά, η κυρία Παναρέτου ξεχάστηκε ολωσδιόλου από τα μίντια.
Ο αστυνόμος Κόπρος Μπασκινέλλος έκανε αυτοπροσώπως μια προανάκριση στο άρπα κόλλα. Μέσα σε δυο μόνο μέρες ρώτησε γείτονες, συναδέλφους στο σχολείο, καθηγητές και γονείς- και φυσικά δεν κατέληξε πουθενά. Ακόμα κι αν η χτυπημένη κάποτε βρισκόταν σε θέση να καταθέσει, ήτανε σχεδόν βέβαιος ότι τίποτα δε θα πρόσθετε. Ο αστυνόμος σχημάτισε την εντύπωση ότι δυο τουλάχιστον άτομα, από τα πολλά που θα είχαν λόγο να χτυπήσουν την καθηγήτρια, την είχαν στημένη νύχτα στις σκιές γύρω από το σπίτι της, στην οδό Αγίου Όρους 666, με ρόπαλα ή σιδερόβεργες, και, μόλις εκείνη κλείδωσε το αμάξι της και πλησίασε στην εξώπορτα, της την πέσανε, τη σαπίσανε στο ξύλο και φύγανε. Το θύμα δεν φαίνεται να πρόλαβε να φωνάξει, οι γείτονες σαν κάτι πνιχτούς θορύβους ν΄ άκουσαν (αλλά ούτε καν τα παράθυρα δεν ανοίξανε) και οι δράστες έφυγαν κύριοι. Ούτε το κινητό της μπορούσε να «μιλήσει», τσακισμένο κι αυτό από τα χτυπήματα. Επικοινωνώντας τηλεφωνικά με τον δήμαρχο Χριστιανούπολης κ. Δωσίθεο Ελληναρά – Ελληναρίσκο, τον ανακριτή κ. Είρωνα Κουεστιονίδη, τον εισαγγελέα κ. Άφιλο Αδιαφθορέα, τον Πρόεδρο Πλημμελειοδικών κ. Νεμέσιο Αποκεφαλιστή, τον Μητροπολίτη Άνω και Κάτω Χριστιανίας σεβ. Ανασκολόπιο και τον νομάρχη Χριστιανίας κ. Ευτυχή Αλεξιπτωτιστή, ο Μπασκινέλλος συζήτησε το θέμα εξωυπηρεσιακά. Παρά τις τυπικά διαφορετικές πολιτικές προελεύσεις και τοποθετήσεις τους, συμφωνήσανε όλοι μεταξύ τους ότι δεν υπήρε περιθώριο ν΄ ασκηθεί δίωξη, κι έτσι η υπόθεση όδευε για το αρχείο.
Στην πραγματικότητα όχι μόνο ο Πεσκέσης, μα όλοι οι προαναφερθέντες, που αποτελούσαν (και εξακολουθούν ν΄ αποτελούν) το Διευθυντήριο της πόλης μας, ανήκουν σε κείνους τους συμπολίτες μας που δεν είχαν εις βάθος και αληθινά λυπηθεί «που έλαβε χώρα το ατυχές συμβάν, το οποίον αμαυρώνει την φιλήσυχη ιστορίαν της πόλεώς μας», όπως το είχε γράψει στην ιδιόμορφη μετακαθαρεύουσά του ο τοπικός μιντιάρχης, ούτε θα είχαν πρόβλημα αν η Παναρέτου είχε πεθάνει, οπότε η υπόθεση θα ξεχνιόταν: μια κηδεία, ο διορισμός ενός καινούργιου καθηγητή Χημείας στο σχολείο, και τέλος. Το κώμα βέβαια κι αυτό θα ξεχνιόταν, αλλά θ΄ αργούσε, και για την ώρα ήταν μια εκκρεμότητα που πρόσδιδε ανεπιθύμητη παράταση στο όλο ζήτημα.
Επιπλέον υπήρχαν και οι μαθητές της χτυπημένης καθηγήτριας, οι οποίοι συντηρούσαν το θέμα. Πήγαιναν στο νοσοκομείο δυο δυο, τρεις τρεις, ή με τη συνοδεία της Μίτσης Μυτουλίδου, της γαλλικούς του σχολείου, συνήθως εν αγνοία ή και παρά τις απαγορεύσεις του πατέρα και της μάνας τους, και συμπαρίστανταν στους γονείς και στον αδερφό τής Τίμης. Οι τελευταίοι είχαν έρθει από τη Λιβαδιά αμέσως μόλις το μάθανε, μένανε στο σπίτι της χτυπημένης κι εναλάσσονταν στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Τα παιδιά έφερναν λουλούδια κι άφηναν συγκινητικά σημειώματα αφοσίωσης στα σκεπάσματα της νοσηλευόμενης. Τα παιδιά και η Μίτση Μυτουλίδου ήταν που μίλησαν στην οικογένεια Παναρέτου για το το τι είχε ίσως συμβεί στον άνθρωπό τους. Όταν κατέφτασε κι ο δικηγόρος της παθούσας και σκάλισε τα πράματα, έμαθαν κι άλλα- και τολμώ να πω πως κι εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές έπαιξα ένα κάποιο ρόλο στην ενημέρωσή του. Έτσι, λίγες μέρες μετά, συγγενείς και δικηγόρος πήγαν στο οικείο αστυνομικό τμήμα και κατέθεσαν μήνυση κατ΄ αγνώστων, υπενθυμίζοντας περιστατικά που είχαν πληροφορηθεί και υποδεικνύοντας στην αστυνομία πιθανούς υπόπτους. Παράλληλα, οι Πανάρετοι προσπάθησαν και πέτυχαν ν΄ αναδειχτεί το θέμα από ένα κανάλι της Θεσσαλονίκης και μια εφημερίδα της Αθήνας. Οπότε Αδιαφθορέας, σεβ. Ανασκολόπιος και Ελληναράς – Ελληναρίσκος, με βαριά καρδιά, έδωσαν εντολή να ξανανοίξει ο φάκελος. Μπασκινέλλος και Κουεστιονίδης υποχρεώθηκαν, με ακόμα πιο βαριά καρδιά, να το κάνουν. Όχι βέβαια ότι «στρώθηκαν», αλλά κάτι παράστησαν ότι προσποιήθηκαν πως άρχισαν να προετοιμάζονται ότι σκέφτονταν να ξεκινήσουν να κάνουν.
Η Πολυτίμη Παναρέτου είχε αναλάβει υπηρεσία το 2007, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, μετά την επιτυχία της στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, και δίδασκε σχεδόν ένα διδακτικό έτος στη Χριστιανούπολη, όταν «έλαβε χώρα το ατυχές συμβάν». Από τη αρχή φάνηκε πολύ διαφορετική από τους άλλους καθηγητές στο 2ο Γυμνάσιο. Τριαντάρα και βάλε, ψημένη εφτά οχτώ χρόνια στα φροντιστήρια της Αθήνας, κάθε άλλο παρά είχε το ψάρωμα του νέου καθηγητή. Ανέλαβε και μερικές ώρες άλλων μαθημάτων, ώστε να συμπληρώσει το ωράριό της, ανέλαβε και τα αναλογούντα δευτερεύοντα καθήκοντα στο σύλλογο των διδασκόντων, μα από την αρχή φάνηκε ότι ανάμεσα στη Χημεία και τη δημοσιοϋπαλληλική της ιδιότητα, αυτή που την ενδιέφερε πιο σοβαρά ήταν η πρώτη.
Πολύ σύντομα, η Πολυτίμη οργάνωσε το εν υπνώσει Χημείο του σχολείου, αραχνιασμένο και επισήμως «κεκλεισμένο» κατά τη μακρά θητεία του προηγούμενου μισότρελου χημικού, του κ. Παράκελσου Κακοτρία, του και «Ντελλούριου» λεγόμενου, που είχε ευδοκίμως τερματίσει την υπηρεσία του μην κάνοντας τίποτα απολύτως, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Όπως συνήθως συνέβαινε στα περισσότερα σχολικά Χημεία, έτσι κι εδώ, κάποτε, τη μοναδική φορά που ο Ντελλούριος – νεαρός τότε και φέρελπις, αλλά εξίσου άσχετος και ατζαμής με τον μεσήλικο εαυτό του– είχε αποπειραθεί κάτι που το λογάριαζε για πείραμα, είχε καψαλίσει για τα καλά τα φρύδια του, ενώ για καμιά βδομάδα έβλεπε πολύχρωμα κεράκια και αστράκια. Από τότε, ο μεν τοτινός γυμνασιάρχης κ. Παθογόνος Ευθυνόφοβος είχε κλειδαμπαρώσει το Χημείο, ο δε έκτοτε ισόβιος της πόλης μας χημικός – και συντωχρόνω όλο και περισότερο αγελαδοειδής Ντελλούριος– δεν είχε διανοηθεί να το ξανανοίξει. Ερχόμενη στο σχολείο, η νέα καθηγήτρια βρήκε το Χημείο κλειστό είκοσι ένα συναπτά έτη. Ούτε ο τωρινός γυμνασιάρχης, ο πολύς κ. Λυσίκομος Ολμές, μαθηματικός, έβρισκε κανένα λόγο να το ξανανοίξει. Η αλυσίδα και το λουκέτο είχαν γίνει πλέον μέρος του ντεκόρ στο υπόγειο του 2ου Γυμνασίου, ενώ τα κλειδιά είχαν απλούστατα χαθεί προ πολλού.
Η Παναρέτου προσπάθησε στην αρχή να πείσει τον Ολμέ να δεχτεί την επαναλειτουργία του Χημείου. Εκείνος, αφού έφερε διάφορα προσχήματα και προσκόμματα, διατύπωσε εντέλει τα ισχυρά του επιχειρήματα: «Πρώτο, είσαι καινούργια στην πόλη. Δεύτερο, είσαι πολύ νέα. Τρίτο, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το Χημείο ήταν πάντα κλειστό. Τέταρτο και το σημαντικότερο, δε θα κανονίζεις εσύ τι θα γίνεται στον σχολείο μου». Η χημικός ρώτησε κι έμαθε τις διαδικασίες και υπέβαλε επίσημο έγγραφο προς τον γυμνασιάρχη, λαμβάνοντας και αριθμό πρωτοκόλλου, έγγραφο το οποίο φρόντισε να κοινοποιήσει προς την Επιθεώρηση Μέσης Εκπαιδεύσεως. Εκεί έγραφε ότι η σχολική χρονιά προχωρούσε και ήταν ανάγκη να λειτουργήσει το Χημείο, ώστε τα παιδιά να διδαχτούν στην πράξη και όχι μόνο θεωρητικά το μάθημα. Ξέροντας ότι είχε δίκιο και προτού έρθουν οι επίσημες απαντήσεις, έφερε μόνη της ένα απόγευμα του Οκτώβρη κλειδαρά, που έκοψε το λουκέτο κι έβαλε νέα κλειδαριά. (Τον πλήρωσε η ίδια, ζήτησε απόδειξη, την υπέβαλε και φυσικά μέχρι τη στιγμή που τη χτύπησαν, ενάμιση χρόνο μετά, δεν είχε πάρει πίσω τα χρήματά της). Την άλλη μέρα, έβαλε τον κυρ Σπύρο, επιστάτη / κυλικειάρχη κλπ κλπ, ν΄ αλλάξει τις σπασμένες λάμπες του Χημείου. Εν συνεχεία, επί τρία απογεύματα στη σειρά ξεσκόνιζε, καθάριζε και σφουγγάριζε η ίδια το χώρο με μεγάλη προσοχή, μη εμπιστευόμενη την κατά τ ΄ άλλα αγαθή μα άγαρμπη κυρά Δήμητρα, την καθαρίστρια του σχολείου, και επιδιώκοντας να διασώσει ό,τι ήταν ακόμα διασώσιμο. Τέλος, έφερε με το αμάξι της πετρέλαιο για την παλιά σόμπα με τα μπουριά, την καθάρισε και τη δοκίμασε: τραβούσε περίφημα.
Οι κινήσεις της έκαναν μεγάλη εντύπωση στους συναδέλφους, γιατί ξόδευε χρόνο και χρήμα, για τα οποία προσωπικό δεν επρόκειτο να κερδίσει τίποτα. Ο κ. Λυσίκομος, μάλιστα, αναγκάστηκε μέχρι και να την επαινέσει, λέγοντας ότι κι αυτός θα ενέκρινε «εν καιρώ» το αίτημά της, συγχρόνως δε την επέπληξε «φιλικά», επειδή βιάστηκε. Όταν όμως η Παναρέτου έκανε ένα κατάλογο με ελλείψεις οργάνων και τον υπέβαλε στον Ολμέ, ο κ. Διευθυντής στραβομουτσούνιασε απροκάλυπτα. Εκείνος πήρε βέβαια τον κατάλογο, αλλ΄ άρχισε αμέσως να της λέει πόσον καιρό θα κάνουν να εγκριθούν τα κονδύλια από την Επιθεώρηση, μετά να πρωτοκολληθούν τα έγγραφα παραγγελίας, να γίνουν συγκριτικές τιμοληψίες στις τιμές των διαφόρων εμπόρων, να συνταχτεί πρακτικό επιλογής από επιτροπή (άρα να οριστούν τα μέλη, να καθοριστούν αμοιβές των μελών ανά συνεδρίαση, να συνεδριάσουν, να συγκροτηθούν σε σώμα κλπ) να παραγγελθούν τα όργανα και να έρθουν στη Χριστιανούπολη. «Δηλαδή πότε προβλέπετε, κύριε γυμνασιάρχη;», ρώτησε η Πολυτίμη, αφήνοντας τον κ. γυμνασιάρχη να εκτεθεί . «Του χρόνου και βλέπουμε», κατέληξε ο πολύπειρος Ολμές. «Ναι, μα ξέρω ότι το καθεστώς έχει αλλάξει, και τώρα εγώ είμαι που πρέπει να πάρω προσφορές και να κάνω ένα είδος μειοδοτικού διαγωνισμού, έτσι δεν είναι;», αντέτεινε η προετοιμασμένη Τίμη. «Μπορεί, δεν ξέρω, είναι πολλά χρόνια που το σχολείο δεν έχει αγοράσει τίποτα για το Χημείο». Η κοπέλα πρώτα επικαλέστηκε τις σχετικές εγκυκλίους που της έδιναν δίκιο και την άλλη μέρα κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη με το αυτοκίνητο της. Το βράδυ γύρισε με τ΄ απαραίτητα όργανα. Υπέβαλε τις αποδείξεις κλπ κλπ. (Όλα αυτά τα μάθαμε φυσικά εκ των υστέρων, όταν τα έλεγε εις επήκοον πολλών η Μυτουλίδου).
Μετά απ΄ αυτό, η καθηγήτρια άρχισε να διδάσκει κυρίως στο Χημείο. Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν «ωραία, θα μάθουμε να φτιάχνουμε βόμβες μολότοφ» ή «κυρία, ας το κάψουμε το σχολείο» ή «κυρία, να πω στο θείο μου ότι τώρα μπορούμε να βάλουμε βόμβα στην πεθερά του;». Όλα η Παναρέτου τ΄ αντιμετώπιζε με χαμόγελο, και συνέχιζε με αυτοπεποίθηση κι αγάπη τη δουλειά της, δίχως να έχει ανάγκη να επιστρατεύει φαινομένη στωικότητα, υπομονή και απειλές, όπως άλλοι καθηγητές. Τα μαθητικά αισθήματα μεταστρέφονταν συνήθως ήδη από την πρώτη διδακτική ώρα. Η «μαγεία» της Χημείας τούς άγγιζε λίγο πολύ όλους. Τα περισσότερα παιδιά ενθουσιάστηκαν. Τα δευτεράκια, που έρχονταν για πρώτη φορά στη ζωή τους σ΄ επαφή με τη Χημεία (ως γνωστόν, το μάθημα δεν διδάσκεται στην πρώτη Γυμνασίου) νόμισαν ότι έτσι είναι ο κανονικός τρόπος που διδάσκεται η Χημεία σ΄ όλη την Αιωνία Γελλάδα και θαμπώθηκαν. Τα παιδιά της τρίτης τάξης – που μπορούσαν να καταλάβουν τη διαφορά από την εποχή Ντελλούριου, δηλαδή τη «Χημεία επί του ακάκου πίνακος», όπως το έθετε ο μύστης εκείνος της θεωρητικής διδασκαλίας– ενθουσιάστηκαν περισσότερο. Πολλοί γονείς αναρωτήθηκαν τι σατανικά πράγματα έκανε αυτή η «κοκκινομάλλα του διαβόλου» και ποιος την έβαλε να ξανανοίξει το Χημείο που ήταν πάντα κλειστό, από τότε που ήταν οι ίδιοι μαθητές σ΄ αυτό το σχολείο. Ο Ολμές την έγραψε στον προσωπικό του μαυροπίνακα, που δεν είχε και λίγους. Οι συνάδελφοι κουμπώθηκαν, δεν ήξεραν πώς να την αντιμετωπίσουν. Μόνο η Μυτουλίδου την εκτίμησε, την πλησίασε και γίνανε φίλες. Ενθαρρυμένη μάλιστα από την επαναλειτουργία του Χημείου, η γαλλικού εμπλούτισε κι αυτή το μάθημά της: άρχισε να φέρνει στο σχολείο το λάπτοπ της μ΄ έναν προτζέκτορα, προβάλλοντας εικόνες πάουερ πόιντ και φιλμάκια, έτσι ώστε τα μαθήματά της να γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα για τα παιδιά (εννοείται ότι ξανάπαιρνε πίσω σπίτι της όλο το υλικό, δια τον φόβον των Ιουδαίων).
Γαλλικού και χημικός, προεξαρχούσης της δεύτερης, βγαίναν τις βόλτες τους, διασκεδάζανε και γλεντάγανε. Κι αν η Μυτουλίδου είχε το μόνιμο σύντροφό της, τον εφορειακό κ. Ταπαίρνη, η Παναρέτου έβγαινε κάθε φορά με άλλο συνοδό. Μέχρι και με παντρεμένους την κουτσομπόλευαν ότι πήγαινε, κι ότι το κρεβάτι εκεί στην Αγίου Όρους την είχε βλαστημήσει από την πολλή δράση. Δεδομένου όμως ότι στην πόλη μας οι άνθρωποι κουτσομπολεύουνε κυρίως τη ζωή των άλλων, αντί να ζούνε τη δική τους ζωή (αν έχουν κι όση έχουν), θα πρέπει ν΄ αφαιρεθούν πολλά από όσα λέγανε για τη νεαρή χημικό. Υπήρχαν πάντως γυναίκες που αλλάζανε πεζοδρόμιο όταν τη συναντούσανε, άντρες που τη θαυμάζανε μυστικά για την ομορφιά της (μεταξύ των οποίων κι εγώ) και κορίτσια που θα θέλανε να της μοιάσουνε. Το βέβαιο ήταν πως οι παπάδες τη μισούσαν γιατί τους περιφρονούσε (σνομπάρισε την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης στη μητρόπολη, δε φίλαγε καν το χέρι του σεβ. μητροπολίτη Ανασκολόπιου!), οι συνδικαλιστές γιατί τους χλεύαζε, οι κεφαλές της πόλης γιατί δεν τους έριχνε δεύτερη ματιά, αν και πολύ θα τη θέλανε στο κρεβάτι τους, οι συνάδελφοί της γιατί παραήτανε δουλευταρού και πάει λέγοντας.
Το Νοέμβρη, αμέσως μετά τη γιορτή του Πολυτεχνείου, άρχισαν οι συνελεύσεις των μαθητών του Λυκείου για τις πατροπαράδοτες καταλήψεις που παραδοσιακά στη Χριστιανούπολη, όπως εξάλλου και σ΄ όλη την Αιωνία Γελλάδα, ενοποιούν πάντοτε και σταθερά τις τελευταίες διδακτικές βδομάδες της χρονιάς με τις διακοπές των Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς, καταλήψεις ενίοτε παρατεινόμενες και εντός του νέου έτους. Φοβούμενη ότι μπορούσε ν΄ ακολουθήσει το χειρότερο, η Παναρέτου μετέφερε στο σπίτι της τα ευπαθέστερα όργανα και τα πλέον επικίνδυνα υλικά του Χημείου και εγκατέστησε η ίδια νέα αλυσίδα με λουκέτο. Όταν οι καταλήψεις άρχισαν όντως στο Λύκειο, η χημικός κόλλησε στον Ολμέ και στους συναδέλφους της να κρατήσουν τουλάχιστον το Γυμνάσιο ανοιχτό. «Μπορεί να είναι στο ίδιο συγκρότημα», τους είπε, «αλλά πρόκειται για διαφορετικές πτέρυγες. Δεν αποφάσισαν τα παιδιά του Γυμνασίου κατάληψη, άρα δεν μας αφορά»
«Μα πάντα έτσι γίνεται, κάθε χρόνο, είναι έθιμο», αντέτεινε ο σοφός διευθυντής. «Οι αποφάσεις του Λυκείου συμπαρασύρουν και μας, ποτέ τα δικά μας τα παιδιά δεν αποφασίζουν μόνα τους»
«Και γιατί δεν κάνουν συνελεύσεις τα δικά μας τα παιδιά ν΄ αποφασίσουν; Και τι θα γίνει αν αποφασίσουν ότι δεν θέλουν κατάληψη;»
«Γιατί δεν τα ρωτάς;»
Η Παναρέτου τα ρώτησε και πήρε την απάντηση ότι θα τρώγανε ξύλο απ΄ τους μεγάλους, αν τολμούσουν καν να κάνουν συνέλευση με το ερώτημα αυτό, όχι να καταψηφίσουν την κατάληψη. Η Παναρέτου τότε ρώτησε τον γυμνασιάρχη αν η κατάληψη του σχολείου από μαθητές είναι σύννομη, ακόμα κι αν ομοφωνούν όλοι, λυκειακοί και γυμνασιακοί. Πήρε την αναμενόμενη απάντηση «μάλλον όχι, δεν ξέρω, αλλά κάθε χρόνο έτσι γίνεται».
«Κι εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι;»
«Τι να κάνουμε;»
«Μάθημα. Αυτή δεν είναι η δουλειά μας;»
«Εγώ δεν διακινδυνεύω τη σωματική μου ακεραιότητα με τους μαντράχαλους τους διετείς και τριετείς του Λυκείου. Κι ούτε φωνάζω την αστυνομία, να με γράψουν οι εφημερίδες. Εδώ υπάρχει εκπαιδευτικό άσυλο». Μιλώντας και με τους άλλους συναδέλφους, η χημικός είδε ότι όλοι σχεδόν με τον ίδιο τρόπο σκέφτονταν. Και το συζήτησε με τη φίλη της τη γαλλικού:
«Μα με τι μούτρα θα πληρωνόμαστε στο δεκαπενθήμερο, θα προπληρωνόμαστε μάλιστα γιατί είμαστε μόνιμοι κι όχι αναπληρωτές, χωρίς να δουλεύουμε, και χωρίς προοπτική να δουλέψουμε ποιος ξέρει για πόσον καιρό; Με τι μούτρα θα βλέπουμε τους γονείς των παιδιών όταν θα δίνουμε τους ελέγχους;»
«Κάθε χρόνο έτσι γίνεται, μη σε νοιάζει. Το ξέρουνε κι οι γονείς», είπε η Μυτουλίδου.
«Αλλά εγώ ντρέπομαι»
«Είναι θέμα φιλότιμου και μόνο, Τίμη. Ας δουλεύουμε όσο καλύτερα μπορούμε, όποτε μπορούμε. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Δεν κάνουμε εμείς τις καταλήψεις»
«Γιατι όμως να τις ανεχόμαστε; Τι λένε οι άλλοι συνάδελφοι;»
Ιδού λοιπόν της της είπανε μερικοί άλλοι συνάδελφοι:
«Μην πληρώνεσαι, αν δε θες, Παναρέτου», είπε η γυμνάστρια, η κ. Φώφη Στημουνάραμου. «Εμείς το μισθό μας τον έχουμε, ας είναι καλά το Δημόσιο. Ή πάρ΄ τα και δωσ΄ τα σε κανένα φιλανθρωπικό ίδρυμα. Μην ξεχάσεις να πεις στον Πεσκέση να το γράψει στην εφημερίδα του»
«Στην αρχή έτσι ντρεπόμαστε όλοι, αλλά μετά συνηθίζουμε. Θα συνηθίσεις και συ. Δε θα σώσεις εσύ τον κόσμο, δε θ΄ αλλάξεις εσύ το ρωμέικο, μη χολοσκάς», της είπε μία φιλόλογος, η Παράτατα Κωλοπετσωμένου.
«Είναι κατάκτηση του κινήματος, συναδέλφισσα, ο δεκαπενθήμερος μισθός επί δεκατέσσερα, βρέξει χιονίσει, χώρια η ασφάλιση, καθαρά και στο χέρι, συν δώρα και επιδόματα, βρέξει χιονίσει, δουλέψουμε δε δουλέψουμε, καταλήψεις ή μη καταλήψεις, γιορτές ή μη γιορτές, βρέξει χιονίσει, τρεις μήνες διακοπές και 18 ώρες τη βδομάδα τελικά, βρέξει χιονίσει, κι όλοι οι καθηγητές τα ίδια, γιατί αν ξεχωρίσει κανείς προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αυτό αποτελεί ελιτισμό. Αν πας κόντρα, να ξέρεις ότι θα σε ξεβράσει το συνδικαλιστικό δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα, το εργατικό και το λαϊκό κίνημα γενικά», την επέπληξε ο κ. Βαρύκαπνος Μουστακαλόφρων, μαθηματικός, γραμματέας της ΚΟΒ Εκπαιδευτικών του ΚΚΕ στο νομό Χριστιανίας και αντιπρόεδρος της τοπικής ΕΛΜΕ.
Η Παναρέτου πήγε ένα πρωί στην κατάληψη του Λυκείου (ήμουνα καθιστός απέναντι στου Ρεμπεσκέ, σε τραπεζάκι έξω γιατί ήτανε καλός ο καιρός, έβλεπα κι άκουγα) και ζήτησε από τους καταληψίες ν΄ ανοίξουν αλυσίδες και λουκέτα, ώστε να πάει στο γραφείο της και στο Χημείο. Εκείνοι, κάτι μαντράχαλοι, με βαριές τσιγαριές στο χέρι και εκφορά λόγου ανάμεσα σε πρεζόνι κι εκκολαπτόμενο συνδικαλιστή, της είπαν «απαγορεύεται να μπείτε, διότι η γενική συνέλευση των μαθητών αποφάσισε» κλπ κλπ. Αυτή προσπάθησε να τους πιάσει κουβέντα, να τους φέρει στο φιλότιμο, με επιχειρήματα του είδους «συμφωνώ ότι το σχολείο δεν ελκύει, είναι βαρετό κι ενοχλητικό, μα το να το καταλαμβάνουμε ή και να το καταστρέφουμε το κάνει ακόμα χειρότερο. Κι αυτό δεν βοηθάει τη δημόσια εκπαίδευση, όπως λέτε, αλλά την κάνει ακόμα χειρότερη». Οι καταληψίες τής ξανάπαν «απαγορεύεται να μπείτε κλπ κλπ». Η Πολυτίμη είπε πώς δεν τους ζήτησε να μπεί, αλλά τους είπε κάτι εντελώς διαφορετικό: τους ρώτησε αν οι καταλήψεις βοηθάνε τη δημόσια εκπαίδευση και πώς ακριβώς τη βοηθάνε να γίνει καλύτερη. Εκείνοι απάντησαν ξανά «απαγορεύεται, διότι η γενική συνέλευση» κλπ κλπ. Η χημικός προσπάθησε κι άλλο, λέγοντάς τους πως προτιμότερο θα ήταν να λειτουργεί το σχολείο, συμπληρώνοντας «και να ζητάτε από τους καθηγητές σας να κάνουνε καλύτερα το μάθημά τους. Τώρα περνάνε μπέικα μόνο όσοι καθηγητές βαριούνται». Εκείνοι «απάντησαν» τα ίδια. Όταν, με ατσάλινη υπομονή, η Παναρέτου τούς ρώτησε αν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο εκτός της Αιωνίας Γελλάδας όπου τα σχολεία να καταλαμβάνονται, και μάλιστα κάθε χρόνο ίδια εποχή– και αρκετές φορές, επιπρόσθετα, και εκτός εποχής, και τι νόημα έχει αυτό– τότε ο εξαίσιος μαθητικός ηγέτης Σταρχίδιαμας Μαστουρίδης τής πέταξε το αναπόφευκτο «Α γαμήσου πουτάνα». Η Παναρέτου απάντησε κοροϊδευτικά «Δεν μπορώ μόνη μου, πάμε μαζί;» και ο φέρελπις νεανίας (τρόπος του λέγειν, στα 21 περπατούσε) άρχισε να ουρλιάζει «Φύγε πουτάνα, γιατί θα βγω έξω και θα σε σκοτώσω στο ξύλο». Τα υπόλοιπα είναι άνευ ενδιαφέροντος, υπό την έννοια ότι ότι πρόκειται για τυποποιημένες υπεραρσενικές συμπεριφορές ορισμένης κατηγορίας αντρών.
Την 1η του Δεκέμβρη, μετά από 15 καθαρές μέρες καταλήψεων κι ενώ ακολουθούσε με βεβαιότητα ένα ακόμα δεκαπενθήμερο με ανάλογη πρόγνωση, αφού οι γιορτές ακόμα απείχαν, στο προαναφερθέν καφενείο του Τσίπουρου Ρεμπεσκέ, απέναντι από το σχολείο, ο κ. Ταμίας Φραγκοφονιάς, ο οικονομικός του συλλόγου (αν και φιλόλογος), μοίρασε σε όλους το μισθό του επόμενου δεκαπενθήμερου. Οι καθηγητές τα παίρνανε χαρούμενοι, επιχαίροντας μάλιστα που πληρώνονταν, ενώ το σχολείο είχε κατεβασμένα τα ρολά. Η Παναρέτου υπόγραψε, τα πήρε με δυσκολία («Πάρ΄ τα τώρα και το σκέφτεσαι μετά», την πρότρεψε ο κ. οικονομικός) και είπε στη Μυτουλίδου
«Μίτση, ντρέπομαι. Πρώτη φορά στη ζωή μου παίρνω αδούλευτα λεφτά. Πώς θα δω τα παιδιά, πώς θα δω τους γονείς;»
«Πώς θα πληρώσεις το νοίκι σου, Τίμη μου; Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς»
«Αυτό δεν αλλάζει το ότι ντρέπομαι»
Και αμέσως, η χημικός αντέδρασε, κάνοντας κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στα χρονικά της Χριστιανούπολης, ίσως και όλης τη Αιωνίας Γελλάδας: όρισε μαθήματα στο σπίτι της! Έφτιαξε πρόγραμμα μαθημάτων κατά τάξη, έμαθε όσες διευθύνσεις και τηλέφωνα μαθητών μπορούσε, τους ειδοποίησε, τους είπε να ειδοποιήσουν κι ο ένας τον άλλον. Ξεκίνησε με το Γ1 γιατί εκτιμούσε, πολύ σωστά, ότι πιο εύκολο θα ήταν να έρθουν σπίτι της τα μεγάλα παιδιά, παρά τα μικρότερα. Ήρθαν 17 στους 26, κάθησαν όπως όπως και κάνανε μάθημα μια χαρά. Φυσικά δεν πήρε απουσίες– εδώ δεν την ενδιέφερε το απουσιολόγιο στα εντός σχολείου μαθήματα, τώρα στις έκτακτες συνθήκες θα κοίταζε τις απουσίες; (Αυτή δεν τους έλεγε πάντα πως «σημασία έχει το μάθημα, κι ο καλός καθηγητής δεν κρατάει τον κόσμο στην τάξη με το απουσιολόγιο»;). Έδωσε νερό και πορτοκαλάδα σ΄ όσους θέλανε, και τους έκανε εκείνο το εντυπωσιακό πείραμα που αργότερα το περιγράψανε με θαυμασμό στις καταθέσεις τους όσα παιδιά ήταν εκεί και τότε και το είδαν να γίνεται: την εκρηκτική αντίδραση του Νa (νάτριο) με Η2Ο (νερό), που όλοι οι χημικοί ανά την επικράτεια ξέρουν ότι είχε γίνει αιτία κάποιος μαθητής στον Πειραιά να χάσει ένα μάτι.
«Η Κόκκινη όμως ήξερε καλά τη δουλειά της», κατέθεσε στην προανάκριση ο Φαέθων Ανοιχτομάτης του Γ1. «Πρώτα πρώτα, εμάς μας έβαλε σε μιαν άκρη του δωματίου κι αυτή έκανε το πείραμα στην άλλη, πάνω σ΄ ένα τραπεζάκι. Μετά μάς ρώτησε να πούμε ποια μέταλλα ξέρουμε. Είπαμε μεις σίδερο, χρυσός, ασήμι, χαλκός. Κάποιος ήξερε και τον ψευδάργυρο, που η Κόκκινη μας είπε ότι είναι ο γνωστός μας τσίγκος (κανείς μας δεν το ήξερε). Μιλήσαμε αρκετά για τις ιδιότητες των μετάλλων. Μετά αυτή είπε ότι υπάρχουν και στοιχεία που είναι μέταλλα, αλλά ο κόσμος δεν το ξέρει, ακόμα κι αν ξέρει τ΄ όνομά τους. Τέτοια μας είπε το κάλλιο και το νάτριο. Είχε λίγο νάτριο, μας το ΄δειξε. Το έκοψε σε μικρά κομματάκια σ΄ ένα δοχείο γυάλινο και χοντρό, που το είπε πυρίμαχο (ρώτησα κι έμαθα τι θα πει αυτό, ότι αντέχει στη φωτιά). Είχε και νερό σ΄ ένα μπουκαλάκι. Κάθε φορά που ανακάτευε ένα κομμάτι νάτριο με νερό, γινόταν μια μικρή έκρηξη, με χοροπηδητό του κομματιού πάνω στο νερό, καπνό, λάμψη και κρότο. Έκανε αρκετές τέτοιες εκρήξεις και κάθε φορά η ίδια χανόταν για λίγο πίσω από τον καπνό. Ήθελε να μας δείξει πόσο δραστικό μέταλλο είναι το νάτριο. Το κάναμε και μεις, όσοι θέλαμε. Πολύ μας άρεσε. Μερικά παιδιά τρομάξανε, η Υποταγή Θεοφόβου έκανε το σταυρό της, ο Ευνάπιος Ματιασμένος και η Πιστή Αστρολογίδου είχανε κλείσει τα μάτια τους. Όλοι οι άλλοι χαρήκαμε πολύ. Όταν το πείραμα τέλειωσε, η Κόκκινη είπε ότι η Χημεία σού ανοίγει το μυαλό, γιατί σε μαθαίνει να σκέφτεσαι και να κρίνεις τα πάντα, να μην τα δέχεσαι όπως σού τα σερβίρουνε. Μετά συζητήσαμε απορίες και ύστερα η Κόκκινη είπε αν κανείς ήθελε περισσότερες διευκρινίσεις, να μείνει. Δεν έμεινε κανείς, φύγαμε όλοι. Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτές τις μικρές εκρήξεις και την Κόκκινη από πίσω τους, σα θεά, να χαμογελάει και να μας μαθαίνει τόσα ωραία πράγματα. Θέλω να γίνω χημικός».
Το απομεσήμερο ήταν η σειρά του Γ2. Όπως κατέθεσε αργότερα η Ελισσάβετ Ρασοφόρου, «πήγαμε στο σπίτι της Κόκκινης 16 μαθητές στους 25. Μας έβαλε σε μιαν άκρη, εγώ έκατσα στο πάτωμα. Μας μίλησε αρκετά για την υδρόλυση, με παραδείγματα από την καθημερινή ζωή. Μας ζήτησε να πούμε δικές μας εμπειρίες που μπορεί να ήταν υδρόλυση. Εγώ δεν έλεγα τίποτα. Οι άλλοι είπανε διάφορα. Αφού μιλήσανε αρκετά το θέμα, μας είπε ότι θα κάνει υδρόλυση του ανθρακασβέστιου σε νερό. Δεν ήξερα τι είναι αυτό το ανθρακασβέστιο, το CaC2 όπως μας το είπε. Ανακάτεψε κάτι πράγματα, που το ένα ήταν σίγουρα νερό, και βγήκε κάτι άλλο, που αυτή το είπε ‘ακετυλένιο’, C2H2. Σ΄ αυτό το ακετυλένιο έβαλε φωτιά, παρόλο που είχε νερό μέσα, το είδα με τα μάτια μου. Εγώ τρόμαξα, μάγια ήτανε σίγουρα, αλλά είπα τρεις φορές μέσα μου ‘Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά’ κι έτριβα το σταυρουδάκι μου. Εκείνη έλεγε να κοιτάμε με τι εντυπωσιακό και ήρεμο τρόπο καίγεται το ακετυλένιο. Έτσι έλεγε, ‘εντυπωσιακό και ήρεμο’. Ήτανε μάγια όμως γιατί έκαιγε αυτό που είχε μέσα νερό. Αυτό μόνο με μαγεία γίνεται. Κι ή ίδια η Κόκκινη ήτανε σα μάγισσα, χαμογελούσε κι ήταν όμορφη, αλλά όμορφη σα διάβολος. Μάγισσα. Πολλά παιδιά σηκωθήκανε και κάνανε το ίδιο, βάζανε φωτιά στο νερό. Μετά αυτή έλυνε απορίες κι όλο έλεγε κάτι για κριτική σκέψη και ξανά κριτική σκέψη. Εγώ δεν άκουγα και πολλά, γιατί μέσα μου έλεγα προσευχές και ξεματιάσματα, έκανα το σταυρό μου και φίλαγα το σραυρουδάκι μου. Δεν ξέρω αν άλλα παιδιά φοβηθήκανε. Τα πιο πολλά εντυπωσιάστηκαν, τους άρεσε σίγουρα. Η Κόκκινη τα μάγεψε με διαβολικά ξόρκια και χημικά. Μετά αυτή είπε αν είχε κανείς απορίες να μείνει κι άλλο. Μείνανε η Μαρινέλλα Φιδοστόμου και ο Υφέρπων Σέρτικος, περίεργο αυτός, γιατί είχε χάσει δυο χρονιές και δεν ήταν και τόσο ενδιαφερόμενος για τα μαθήματα. Εμένα μου είχε φανεί παράξενο και που είχε έρθει καν στο σπίτι της Κόκκινης. Μετά εγώ έφυγα και δεν ξαναπάτησα σπίτι της. Είπα και στους δικούς μου τι έγινε και φρίξανε κι αυτοί. Ιησους Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά»
Εννοείται ότι τα κατ΄ οίκον αυτά μαθήματα συζητήθηκαν και επικρίθηκαν δεόντως. Ο Ολμές κι ο Μουστακαλόφρων, ως γυμνασιάρχης ο ένας και ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος ο άλλος, τη φωνάξανε στου Ρεμπεσκέ, αφού το σχολείο ήτανε κλειστό, για να τη νουθετήσουν (ήμουνα ως συνήθως σε διπλανό τραπέζι και άκουγα). Την απειλήσανε με πειθαρχικές ο ένας και συνδικαλιστικές κυρώσεις ο άλλος. Ο γυμνασιάρχης τόνισε ότι τα μαθήματα πρέπει να γίνονται μόνο στο σχολείο, κι αν το σχολείο είναι κλειστό, να μη γίνονται καθόλου. Ο μαθηματικός επικαλέστηκε παραβίαση των «Κανονισμών Ασφαλείας Εργαστηρίου» (Εγκύκλιος τάδε τάδε με χρονολογία τάδε) και θυμήθηκε πως ο γιος μιας πολύ γνωστής αριστερής ηθοποιού είχε πάθει, παλιά, σοβαρό ατύχημα πειραματιζόμενος κατ’ οίκον. Εκείνη απάντησε ότι κάνει το σωστό και δεν ενοχλούσε κανένα. Διαφωνήσανε, και οι άντρακλες καταλήξανε μ΄ ένα στόμα: «Κόφτο, γιατί θα σε τσακίσουμε». Κι αυτό ενώ ο Ολμές είναι γνωστός δεξιός, ενώ ο άλλος ακραιφνής κομμουνιστής. Η Παναρέτου όμως τους αντιμετώπιζε με χαμόγελο. Εξάλου, όπως τούς είπε, πολλές φορές το τηλέφωνό της χτύπησε και αρκετοί συνάδελφοι τής είπαν ότι δεν είναι σωστό αυτό που κάνει, γιατί όχι μόνο «χαλάει την πιάτσα», αλλά υπονομεύει «τον αγώνα των μαθητών του Λυκείου». Η χημικός απαντούσε ότι δεν παίρνει ούτε ένα ευρώ, ότι το μάθημα είναι εθελοντικό χωρίς να παίρνονται απουσίες, κι ότι οι καταλήψεις είναι μια γελοιότητα. Άλλες φορές με απόκρυψη, ανώνυμες φωνές αντρικές (και καμιά φορά γυναικείες), που μερικές της φαίνονταν γνώριμες ως εξερχόμενες από τις κεφαλές της πόλης μας, την απειλούσαν μ’ ένα υβρεολόγιο απνευστί, που κατέληγε στην κλασική επωδό «Σταμάτα τα μαθήματα πουτάνα, γιατί θα σε σκοτώσω στο ξύλο» κι εκείνη απαντούσε «Σοβαρά; Δεν έχεις κότσια. Μόνο να βρίζεις ξέρεις ανώνυμα». Αυτά όλα τούς τα μετέφερε η Παναρέτου, λέγοντας και τι της λέγανε, και τι απαντούσε η ίδια. Και είμαι βέβαιος οι λίαν εξοργιστικές (όχι εξοργισμένες, εξοργιστικές γι΄ αυτούς), ειρωνικές και ήρεμες εκείνες απαντήσεις της Πολυτίμης θα εκτροχιάζανε ακόμα περισσότερο τους ανώνυμους τηλεφωνικούς υβριστές, που υπερασπίζονταν εκ του ασφαλούς τις αξίες της πόλης, του συνδικαλισμού, της ισότητας, της θρησκείας, του έθνους, του Δημοσίου και της ελληνικής Μακεδονίας, όπως ακριβώς εκτροχιάσανε μπροστά στα μάτια μου, εκεί στου Ρεμπεσκέ, τον Ολμέ και το Μουστακαλόφρονα.
Αφού προχώρησε ο Γενάρης της νέας χρονιάς έφτασε ο καιρός των αγροτικών μπλόκων στις εθνικές οδούς. Επέστη λοιπόν και το τέλους των μαθητικών καταλήψεων (χωρίς φυσικά να έχει, κατά τ΄ άλλα, αλλάξει τίποτα, μόνο που το σύνηθες διάστημα είχε εθιμικά περάσει), τα λουκέτα σ΄ όλη την Αιωνία Γελλάδα σπάσανε (όποτε και όπου βρέθηκαν τα κλειδιά) ή ανοίχτηκαν (όποτε και όπου βρέθηκαν τα κλειδιά) και οι καθηγητές μπήκαν στα μισοδιαλυμένα σχολεία, ώστε να ξαναρχίσει η χρονιά. Αυτό βεβαίως πήρε καμιά δυο βδομάδες ακόμα, λόγω επισκευών (όλοι γνωρίζουμε ότι μετά από κάθε σχολική κατάληψη όσοι κυρίως ωφελούνται είναι οι τζαμάδες, οι μαραγκοί, οι κλειδαράδες και οι έμποροι θρανίων). Μετά, παράλληλα με τα μαθήματα, άρχισαν οι εξίσου πατροπαράδοτες διαβουλεύσεις για το πόσες ώρες θα κοπούν από ημερήσιους «περιπάτους» και εκδρομές, πόσο πρέπει να παραταθεί η σχολική χρονιά και πότε ακριβώς πρέπει να γίνουν οι Πανελλήνιες Εξετάσεις, προκειμένου να «κερδηθούν» οι χαμένες ώρες διδασκαλίας– εννοείται ότι ποτέ δεν αναπληρώνονταν όλες, συζητήσιμο δε είναι εν γένει πόσο «διδασκαλίας» είναι, δεν είναι δα κι όλοι οι καθηγητές σαν την Κόκκινη.
Η Πολυτίμη Παναρέτου είδε ότι η αλυσίδα που είχε βάλει είχε κοπεί, ποιος ξέρει με τι, και το αγαπημένο της σχολικό Χημείο είχε βεβαίως γίνει ξανά καλοκαιρινό. Χρειάστηκε μια βδομάδα προκειμένου να το αποκαταστήσει. Τότε πια ξεμοντάρισε το πρόχειρο Χημείο από το σπίτι της, το μετέφερε στην οικεία σχολική αίθουσα και άρχισε να διδάσκει ξανά εκεί. Στο διάστημα αυτό, τέσσερις γονείς / κηδεμόνες, ο κ. Θεόφοβος, η κ. Ματιασμένου, ο κ. Ρασοφόρος και η κ. Αστρολογίδου τής έκαναν αναφορά επί αθεϊα, προσβολή της χριστιανικής θρησκείας και μαγεία, σε συνεργασία με το διάβολο. Επιπλέον, το ζεύγος Φιδοστόμου και ο κ. Σέρτικος τής έκαναν αναφορά και μήνυση για ασέλγεια επί ανηλίκων και ηθική αυτουργία σε σειρά κακουργηματικών σεξουαλικών πράξεων.
Ολμές, Μπασκινέλλος, Κουεστιονίδης, Ελληναράς – Ελληναρίσκος, Αδιαφθορέας, Πεσκέσης, σεβ. Ανασκολόπιος και Αποκεφαλιστής, εν αγαστή συμπνοία και επαφή εννοείται, σύντομα αντιλήφτηκαν ότι οι θρησκευτικές κατηγορίες κάνανε μεν ντόρο στην πόλη μας και δίνανε την ευκαιρία στον εκδότη να στηλιτεύσει «όσους αφίστανται των ελληνοχριστιανικών ιδανικών», πράγμα που ήδη είχε κάνει πολλές φορές, όμως δύσκολα μπορούσαν να προχωρήσουν, μια και τα περί μαγείας και αθεϊας δεν είχαν ιδιαίτερο ψωμί στη λοιπή Αιωνία Γελλάδα, η οποία, κατά αξιοπερίεργο τρόπο, μετείχε δυστυχώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βεβαίως η Παναρέτου δεν έκανε το σταυρό της στην πρωινή προσευχή, ούτε εκκλησιαζόταν. Θα ήθελαν πολύ να τη σουβλίσουν, σύμφωνοι, αλλά έλα που δε γινόταν. Αποφάσισαν λοιπόν να μεταβιβάσει ο Ολμές την αναφορά προς την Επιθεώρηση και το Υπουργείο για τα περαιτέρω: ελπίζανε το λιγότερο σε ΕΔΕ και διοικητικές διώξεις ενάντια στην ενοχλητική χημικό.
Στο δε ποινικό κομμάτι, οι γονείς ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορούσαν την Παναρέτου ότι, αφού είχε κάψει το ακετυλένιο, κράτησε τη Μαρινέλλα και τον Υφέρποντα σπίτι της και τους είχε βάλει να κάνουν ακατονόμαστα σεξουαλικά όργια κι αυτή έβλεπε, ενώ αργότερα έδιωξε την κοπέλα και κράτησε το αγόρι για ιδιωτική «χρήση». Αυτά γράφονταν στη μήνυση των γονιών και ήταν έτοιμα να τα καταθέσουνε τα ίδια τα δύο παιδιά. Το διευθυντήριο των κεφαλών της πόλης μας αποφάσισε ότι σ΄ αυτό το πεδίο υπήρχε περισσότερο ψωμί. Με το που έγινε η προανάκριση όμως, ακόμα και ο Μπασκινέλλος κατάλαβε ότι η δουλειά ήτανε τόσο χαζά μονταρισμένη, ώστε αν το θέμα έφτανε σε δικαστήριο, όσο στημένο κι αν ήταν από τον Αδιαφθορέα και τον Αποκεφαλιστή, οι μηνυτές θα γελοιοποιούνταν. Τα συγκεκριμένα αυτά παιδιά, παρόλο που ήτανε δασκαλεμένα από τους γονείς, οι οποίοι υποβλέπανε τη νεωτερίστρια και ελευθεριάζουσα χημικό, πέφτανε σε τέτοιες και τόσες αντιφάσεις, ώστε, επαναλαμβάνω: καμιά σοβαρή ανάκριση δε θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, παρόλο που στην κατάπτυστη μικρή μας πόλη ήταν πάντα δεδομένη η ομοφωνία ανακριτή και εισαγγελέα. Ακόμα κι αν το θέμα έφτανε στο δικαστήριό μας, ακόμα κι αν καταδικαζόταν, η κοπέλα θα κέρδιζε σίγουρα στο Εφετείο, εκτός Χριστιανίας, ή έστω στον Άρειο Πάγο, άσε που υπήρχαν πάντα τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια, όπου τέτοια κόλπα δεν περνάγανε. Αποφάσισαν ωστόσο να προχωρήσουν το θέμα, δημιουργώντας κλίμα εναντίον της καθηγήτριας, ενώ συμβούλεψαν απέξω απέξω τους γονείς να καταθέσουν και αγωγές για «ηθική βλάβη» και «ψυχικό κλονισμό» των παιδιών τους, ζητώντας μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Ο Πεσκέσης ανέλαβε να συντηρεί το ζήτημα, ο Κουεστιονίδης και ο Αδιαφθορέας να το προχωρούν όσο αργά γίνεται κι ο Μπασκινέλλος να ρυθμίζει τη ροή των κλήσεων και των άλλων δικαστικών εγγράφων, ώστε η Παναρέτου να ταλαιπωρείται και να ξοδεύει όσο γίνεται περισσότερα σε δικηγορικά έξοδα. Από την άλλη, ο Ολμές ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις ενδοσχολικές ανακρίσεις και να συλλέξει υλικό, ώστε να σταλεί προς την Επιθεώρηση του νομού ένας πλήρης φάκελος, με το ερώτημα της προσωρινής απόλυσης, της στέρησης μισθού ή έστω της προσωρινής διαθεσιμότητας μέχρι να διαλευκανθεί η κατάσταση. Δεν είναι εξάλλου το ίδιο πρόσωπο για το οποίο ακούστηκαν τόσα και τόσα για μαγεία και αθεϊα; Δεν είναι το ίδιο πρόσωπο που ενθάρρυνε όσα παιδιά ξέρανε και θέλανε να μιλάνε δημόσια τη «ντόπια» (=μακεδόνικη) γλώσσα, ειδικά όσα έρχονταν από τα χωριά και τη μιλάγανε σπίτι τους; Όλο το ζήτημα, αποφάνθηκαν οι κεφαλές του Διευθυντηρίου μας, είναι να παραμείνει όσο γίνεται περισσότερο το θέμα στα όρια του νομού Χριστιανίας. Να σέρνεται και να την ενοχλεί την Παναρέτου, να τη φοβίζει και να μην ξεμπλέκει, να πλανιέται πάνω της και να μην τελειώνει.
Η νεαρή καθηγήτρια όμως δεν κώλωνε. Με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία (σίγουρα κι άλλοι, εκτός από μένα, τη θαυμάσαμε) απολογήθηκε σε όσες αρχές τής το ζήτησαν και απέκρουσε τις κατηγορίες μία προς μία, τόσο σε διοικητικό, όσο και σε ποινικό επίπεδο. Απέκρουε τις κατηγορίες, χωρίς να κάνει καθόλου λόγο στα λίγα παιδιά που την κατηγορούσαν, τα οποία δεν τολμούσαν να την κοιτάξουν στα μάτια. Συνέχιζε το μάθημά της όπως εκείνη είχε μάθει δέκα τόσα χρόνια στα φροντιστήρια, και τα περισσότερα παιδιά τη λάτρευαν. Μέχρι που μερικοί γονείς, από τους κάπως πιο ανοιχτόμυαλους, γιατί έχουμε και μερικούς τέτοιους στη Χριστιανούπολη, πήραν σχεδόν το μέρος της- ιδιωτικά εννοείται.
Συγκεκριμένα, η Πολυτίμη τόνισε ότι είναι δικαίωμά της να πιστεύει ή να μην πιστεύει στο θεό κι αρνήθηκε να τους πει τι ακριβώς πίστευε. Χλεύασε το θέμα του διαβόλου (παρεμπιπτόντως, επειδή δεν τόλμησαν να της το πουν ευθέως), λέγοντας ότι εδώ και πολλούς αιώνες, πρώτο, η Χημεία είναι πλέον χωριστή επιστήμη και αντίπαλη με τη θεολογία και τη «διαβολολογία» (έτσι την ονόμασε– και τα γραπτά μένουν. Μάλλον θα τους ειρωνεύονταν, υποθέτω) και δεύτερο, οι κοκκινομάλλες δεν καίγονται πλέον στην πυρά, όπως την εποχή του Μεσαίωνα, οπότε τις θεωρούσανε όργανα του σατανά.
Για το εθνικό θέμα, είπε απλώς να ρωτήσουν τα παιδιά και τους γονείς τους τι νιώθει ο καθένας. «Δεν μπορούμε εμείς να πούμε στον άλλο να είναι Έλληνας, εθνικά Μακεδόνας, Πορτογάλος, Κορεάτης ή οτιδήποτε άλλο, σημασία έχει τι νιώθει ο άλλος από μόνος του», κατέληξε. Επί του άλλου θέματος, είπε ότι θεώρησε υποχρέωσή της να κάνει μάθημα σπίτι της, αφού πληρωνόταν έτσι κι αλλιώς από τους Έλληνες φορολογούμενους, κι ότι ποτέ δεν πήρε ένα ευρώ από οποιοδήποτε παιδί δίδαξε κατ΄ οίκον (της). Τόνισε ότι κράτησε κατά μόνας όσα παιδιά θέλαν, σ΄ όλα τα μαθήματα που έκανε κι απ΄ όλες τις τάξεις, για να τους λύσει απορίες. Υπενθύμισε ότι είχε μεταφέρει το Χημείο στο σπίτι της για να μην κάνει μόνο θεωρητικά το μάθημα και ρώτησε όλους τους ενήλικους κατηγόρους της να συγκρίνουν πόσα πειράματα είχαν παρακολουθήσει οι ίδιοι κατά τη μαθητική τους ζωή σ΄ αυτήν ή σε άλλη πόλη (αυθόρμητες εσωτερικές απαντήσεις: από 0 μέχρι 1, αλλά δεν τόλμησαν να το παραδεχτούν στην ίδια) και πόσα οι μαθητές της σ΄ αυτό το μικρό διάστημα που δίδασκε η ίδια, στο σχολείο και στο σπίτι της (πολλά). Αρνήθηκε φυσικά ότι έβαλε τα παιδιά να κάνουν έρωτα μπροστά της, επισήμανε μάλιστα την αντίφαση γιατί να κάνει κάτι τέτοιο, αν πράγματι ήθελε μετά ν΄ αξιοποιήσει το νεαρό Υφέρποντα για τον εαυτό της. «Επίσης», έγραψε, «εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί αν η δεσποινίς Μαρινέλλα Φιδοστόμου έχει κάνει έρωτα, κάτι που δε μου φαίνεται και τόσο πιθανό, όπως τη βλέπω. Όσο για τον κύριο Υφέρποντα Σέρτικο, δεν έχω καμιά υποχρέωση ν΄ απαντήσω. Έχοντας μείνει τρεις φορές στην ίδια τάξη, ο Υφέρπων είναι ενήλικος σε πλήρη αστική ενηλικίωση, έμεινε στο σπίτι μου με τη θέλησή του και συνεπώς ό,τι έγινε ή δεν έγινε, δεν αφορά κανέναν».
Ενθαρρυμένοι από αυτό το τελευταίο, οι αντίπαλοί της λυσσάξανε κι επικεντρώθηκαν μόνο στο αγόρι. Λέγανε, «να το, πήρε το παιδί σπίτι της και το αποπλάνησε, εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως καθηγήτρια, και τώρα το ρίχνει στον τύπο, αντί να κοιτάει την ουσία». Την πείξα, τη δείξα, τη δείνα, την έτσι, την αλλιώς, την εξόλης, την προόλης και δε συμμαζεύεται. Από κοντά ο ίδιος ο Σέρτικος, που κάτι φραγκάκια κάτω απ΄ το τραπέζι τσίμπαγε κάθε φορά από τις γαργαλιστικές κι όλο λεπτομέρειες συνεντευξούλες του στα μίντια του Πεσκέση ή σε άλλα, εθνικής εμβέλειας κουτσομπολίστικα μίντια (ας μην ξεχνάμε ότι το ερωτικό σχήμα «καθηγήτρια – μαθητής» ανταποκρίνεται σε φαντασιακό απωθημένο του 90% των αγοριών, άρα και των μετέπειτα αντρών), κι όλο και κάτι πρόσθετε κατά περίπτωση. Η Παναρέτου τούς άφησε λοιπόν να βγάλουν όλη τους τη χολή, άφησε και τον πιτσιρικά να εκτεθεί (μάλιστα στις παρέες του έλεγε πολύ περισσότερες γαργαλιστικές «λεπτομέρειες» για το πώς «ξέσκισε» την καθηγήτρια «από παντού»), και μετά έδωσε συμπληρωματική κατάθεση: «Αφού δε γίνεται σεβαστή η δήλωσή μου ότι δεν αφορά κανένα το τι έκανα ή δεν έκανα με τον ενήλικο κ. Υφέρποντα Σέρτικο, δήλωση που αποσκοπούσε να προστατεύσει τον ίδιο το νεαρό κατήγορό μου, δηλώνω λοιπόν ότι δεν έκανα έρωτα μαζί του. Τον προκαλώ δε, αφού με ‘γνώρισε’ τόσο καλά και ξέρει τόσες λεπτομέρειες μετά από όσα υποτίθεται ότι έκανε μαζί μου, ν΄ απαντήσει δυο απλές ερωτήσεις: 1. Τι χρώμα είναι το τρίχωμα στο εφήβαιό μου; Είμαι δηλαδή κοκκινομάλλα πάνω και κάτω ή όχι; Κι αν όχι τι; 2. Έχω κάτι πολύ χαρακτηριστικό και φανερό στην κοιλιά μου, π.χ. ελιά, ουλή, τατουάζ, κρίκο ή κάτι άλλο. Τι είναι αυτό;» Τη συμπληρωματική αυτή κατάθεση της Παναρέτου, όπου περιέχονταν οι δύο αυτές αποφασιστικές αυτές ερωτήσεις, την έδωσε στη δημοσιότητα ο δικηγόρος της.
Ο Σέρτικος δεν ήξερε τι να πει, και κατά συμβουλή του Κουεστιονίδη και του σεβ. Ανασκολόπιου, ακολούθησε κατ΄ ανάγκην ή, αν προτιμάτε, θέλοντας και μη, το γνωστό «Η σιωπή είναι χρυσός». Το κόλπο αυτό η Τίμη – να οικονομήσει δηλαδή την απάντηση στη συγκεκριμένη ερώτηση, ν΄ αφήσει να φουντώσουν οι (εύκολα προβλεπόμενες) μπούρδες και μετά να κατακεφαλιάσει και να ξεφτιλίσει το δυστυχή Υφέρποντα, τους γονείς του και τους κοινωνικούς κατηγόρους τής αχράντου πόλεώς μας– της το είχε συμβουλέψει ακριβώς ο προαναφερθείς δικηγόρος της, ο Απάντεχος Βρισκειάκρης από τη Αθήνα, που ανέβαινε κάθε τόσο στα μέρη μας κι έπαιρνε αμπάριζα Γυμνάσιο, αστυνομία, ανακριτικές υπηρεσίες, εισαγγελία κι Επιθεώρηση Μέσης Εκπαιδεύσεως, υπερασπιζόμενος σθεναρά τη φίλη του. Φυσικά τον φιλοξενούσε η Παναρέτου, φυσικά γινόταν το σχετικό σούσουρο για τις πρόσκαιρες συγκατοικήσεις τους, αλλά το χειρότερο ήταν άλλο: στις μομφές εναντίον της χημικού προστέθηκε και ο φιλοαθηναϊσμός της. Εντάξει, η ίδια δεν ήταν Αθηναία, ήταν Λιβαδίτισσα, αλλά πρώτο, η Λιβαδιά είναι πολύ κοντά στην Αθήνα, επιμολύνεται άρα από κείνη. Δεύτερο, η Λιβαδιά ανήκει στην παλιά Αιωνία Γελλάδα, όπου ως γνωστόν κυριαρχεί η Αθήνα. Τρίτο, οι μισοί Αθηναίοι Ρουμελιώτες είναι. Και τέταρτο, αφού δεν ήθελε δικηγόρο από τη Χριστιανούπολη (υπό προϋποθέσεις, κατανοητό), γιατί δεν έπαιρνε έστω Σαλονικιό ή άλλον Μακεδόνα; Έτσι οι όχι ευάριθμοι φανατικοί αντιαθηναίοι της πόλης μας προστέθηκαν στους υπάρχοντες πάμπολλους εχθρούς τής Παναρέτου.
Στο μεταξύ μπήκε ο Μάρτης, λύθηκαν τ΄αγροτικά μπλόκα και κηρύχτηκαν απεργίες και στάσεις εργασίας. Άλλες πανεργατικές και πανυπαλληλικές από ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, άλλες πανεκπαιδευτικές από ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΟΛΤΕ, ΟΚΠΕ κι άλλες καθηγητικές από την ΟΛΜΕ σκέτη. Τα αιτήματα ποίκιλλαν, όπως κάθε χρονιά (κι ανάλογα με τη χρονιά): από να αποσυρθεί το τάδε νομοσχέδιο μέχρι αυξήσεις μισθών, κι από αντιαμερικανικές διαμαρτυρίες λόγω Ιράκ και Αφγανιστάν μέχρι να παραιτηθεί ο (τρέχων) υπουργός παιδείας. Η Πολυτίμη δήλωσε ότι δεν μετείχε σε καμιά απεργία, απαίτησε μάλιστα να μην της κρατάνε συνδικαλιστική εισφορά από το μισθό της. «Είμαι ελεύθερος άνθρωπος», έλεγε. «Αν θέλω να συνδικαλιστώ θα το κάνω μόνη μου και θα πληρώνω μόνη μου τη συνδρομή μου. Είναι παράλογο να μεσολαβεί το κράτος και η σχολική μισθοδοσία, ο συνάδελφος Φραγκοφονιάς δηλαδή, σε μια ιδιωτική μου σχέση με το συνδικαλιστικό όργανο που με εκπροσωπεί ή υποτίθεται ότι με εκπροσωπεί»
«Μα για όλους μας έτσι γίνεται»
«Ε λοιπόν με μένα δε θέλω να γίνεται. Θα το δηλώσω εγγράφως σε όλους τους εμπλεκόμενους». Και το δήλωσε, την ίδια κιόλας μέρα. Το δήλωσε σε ΟΛΜΕ, τοπική ΕΛΜΕ, Υπουργείο Παιδείας, γυμνασιάρχη, σύλλογο καθηγητών, Φραγκοφονιά. Οι συνδικαλιστές φρυάξανε. Ιδιωτικά και δημόσια την αποκάλεσαν φασίστρια, αντισυνάδελφο, εχθρό του κινήματος, διαλυτικό στοιχείο, αναρχική, τυχοδιώκτρια, νεοφιλελεύθερη, παλαιοφιλελεύθερη, σκέτη φιλελεύθερη, άζουδη (με μπόλικη αζουδιά), δυτικόφιλη, κάζους μπέλι, κατς – 22 και πολλά άλλα. Την έβρισαν, την απείλησαν. Εκείνης όμως το αφτί δεν ίδρωνε.
Η Μίτση Μυτουλίδου, με καλή πίστη, διαφώνησε επίσης με τη φίλη της. Πίνανε έναν καφέ στου Ρεμπεσκέ, κι άκουσα τη Μίτση να λέει: «Εντάξει για τη συνδικαλιστική εισφορά, Τίμη, έχεις δίκιο και μ΄ έπεισες. Όχι ότι θα κάνω το ίδιο, δεν τολμάω. Όμως για την απεργία γιατί διαφωνείς; Γιατί να μην απεργήσουμε; Παίρνουμε πολύ λίγα χρήματα».
«Το πολύ και το λίγο είναι σχετικό, Μίτση μου», απάντησε η Πολυτίμη. «Σύγκρινε με τα φροντιστήρια και θα καταλάβεις. Επίσης, δεν παίρνουμε καθόλου λίγα χρήματα σε σύγκριση με το πόσο λίγες ώρες δουλεύουμε. Σκέψου καλοκαίρι, Πάσχα, Χριστούγεννα, αργίες, Σαββατοκύριακα, καταλήψεις, απεργίες, γιορτές. Κι εσύ βέβαια δουλεύεις και τιμάς τα χρήματα που παίρνεις, οι άλλοι όμως; Δουλεύει καθόλου ο Μουστακαλόφρων ή η Παράτατα; Μήπως δουλεύει η Στημουνάραμου, ο Φραγκοφονιάς κι η Κωλοπετσωμένου; Ή είχε κάνει ποτέ του μάθημα ο προκάτοχός μου ο Ντελλούριος; Τα παιδιά ξέρουνε. Μακάρι να μπορούσαν να ρωτηθούνε τα παιδιά»
«Αυτό δε γίνεται»»
«Το ξέρω. Λέω, μακάρι να μπορούσαν. Ή, να μην υπήρχε απουσιολόγιο. Έτσι, δε θα ΄βλεπες μόνο ποια παιδιά ενδιαφέρονται από μόνα τους να μάθουνε, μα ιδίως ποιοι καθηγητές μπορούν να τα κρατήσουνε στην τάξη με σκέτο το μάθημά τους»
«Ούτε αυτό γίνεται»
«Το ξέρω κι αυτό Μίτση μου, δεν το ξέρω; Αλλά εγώ τόσα χρόνια στα φροντιστήρια έμαθα να με διαλέγουνε οι μαθητές μου και να τους κρατάω με το μάθημα, όχι με το φόβο μήπως μείνουνε από απουσίες»
«Στα φροντιστήρια τα παιδιά πληρώνουνε»
«Και στο Δημόσιο πληρώνουνε, με τους φόρους, αλλά δεν τους φαίνεται και δεν το σκέφτονται. Κανονικά, οι ίδιες οι οικογένειες θα ΄πρεπε να ζητάνε ν΄ αντικατασταθούν οι ανεπαρκείς καθηγητές»
«Σε μια άλλη ζωή μπορεί, Τίμη μου. Όχι σ΄ αυτήν. Και σε μια άλλη χώρα, όχι στην Αιωνία Γελλάδα»
«Ύστερα», συνέχισε η άλλη απτόητη, «έστω ότι κάνουμε όλοι μάθημα. Τότε, θα πρέπει να κοιτάξουμε αναγκαστικά το ποιοτικό θέμα, δηλαδή τι μαθαίνει το παιδί από μας: αν του μεταδίδουμε σύγχρονη γνώση, αν του αναπτύσσουμε κριτικό νου, αν πολεμάμε την παπαγαλία…»
«Ε, καλά αυτά–»
«…ποιος κάνει καλό μάθημα και ποιος δεν κάνει- και να κριθεί ανάλογα, όπως στο εξωτερικό. Εδώ, και εντελώς τεμπέλης να είναι κανείς, δεν υπάρχει περίπτωση να διωχτεί από το σχολείο»
«…»
«Αυτά καλύτερα ας μην το συζητάμε. Τα ξέρεις και τα ξέρω. Ας μείνουμε λοιπόν στα προφανή. Για τη δουλειά που κάνουμε εμείς οι καθηγητές στο Δημόσιο –ή μάλλον για τη δουλειά που δεν κάνουμε, οι περισσότεροι από μας- τα χρήματα που παίρνουμε μια χαρά είναι.»
«Μ΄ αυτά που λες θα μείνεις μόνη σου, Πολυτίμη. Θα χάσεις τους φίλους σου»
«Εσύ είσαι η μόνη φίλη μου απο καθηγητές, Μίτση. Θα πάψεις να μου μιλάς;»
«Όχι βέβαια. Η φιλία, φιλία Μα και δεν τολμάω να σ΄ ακολουθήσω, στο είπα. Δε θα ΄κανα ποτέ μαθήματα σπίτι μου»
«Εμένα, εκτός από σένα, φίλοι μου είναι τα παιδιά. Τουλάχιστον όσα τ΄ αφήνουν ελεύθερα οι γονείς, ο Ολμές, ο Ανασκολόπιος κι ο Πεσκέσης. Κι ο Βαρύκαπνος. Εγώ έχω ένα σκοπό: ν΄ αγαπήσουνε τα παιδιά τη Χημεία. Γι΄ αυτό και θέλησα να γίνω καθηγήτρια στο Δημόσιο. Στο φροντιστήριο κάνεις μόνο θεωρία, προετοιμάζεις τα παιδιά για τις πανελλήνιες. Στο Γυμνάσιο όμως μπορείς να δείχνεις πειράματα. Ο δικηγόρος μου μου είπε ότι τα παιδιά που είδανε τα πειράματα και τα κάνανε και μόνοι τους, με τα δικά τους τα χέρια, δε θα τα ξεχάσουνε ποτέ. Το είπανε στις καταθέσεις τους. Ένα μόνο παιδί να γίνει χημικός από όλη τη Χριστιανούπολη, εγώ θα νιώθω ότι έκανα καλά τη δουλειά μου»
Η Παναρέτου μιλούσε με έξαψη εντονότερη από το σύνηθες ύφος της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι όχι απλώς τη θαύμαζα – αυτό από καιρό συνέβαινε– μα την ερωτευόμουνα. Ήταν το πιο άφοβο και δυναμικό πλάσμα που είχα συναντήσει ποτέ, ήταν γυναίκα και ήταν κοκκινομάλλα– ενώ ευτυχώς, καθώς είχε πει κι η ίδια, δεν ήμασταν πλέον στον (απειλητικό γι΄ αυτό το χρώμα των γυναικείων μαλλιών) Μεσαίωνα. Αυτή φυσικά δεν με γνώριζε. Αυτή έβλεπε μόνο ένα θαμώνα του καφενείου, που μάλιστα έκανε ό,τι μπορούσε για να περάσει απαρατήρητος. Κι αυτό γιατί μόνο έτσι μπορούσα να τις παρακολουθώ, και με το ανοιχτό κινητό μου να ηχογραφώ ενίοτε αυτά που λέγανε. Δεν ήτανε, άλλωστε, η πρώτη φορά. Πώς να τους μιλήσω ανοιχτά λοιπόν, ένας ταπεινός ιδιωτικός υπαλληλάκος, παρτ τάιμ μάλιστα, που αν τής δήλωνα συμπαράσταση, την άλλη μέρα θα ΄χανα τη δουλειά μου, θα μ΄ έδιωχνε το αφεντικό μου, επίτροπος του μητροπολιτικού ναού και άνθρωπος εντελώς του σεβ. Ανασκολόπιου. Εκείνη είναι η στιγμή που αποφάσισα ότι θ΄ αξιοποιήσω το υλικό που είχα μαζέψει και θα γράψω την ιστορία της Πολυτίμης, τότε που ακόμα δεν ήξερα ότι η ιστορία θα είχε το ματωμένο τέλος που είχε. Θα μάζευα κι άλλο υλικό, θα συμπλήρωνα στο περίπου ό,τι μου έλειπε και κάπου, κάπως, κάποτε, προφανώς με ψευδώνυμο, θα δημοσίευα αυτή την ιστορία στην Αθήνα ή στη Σαλονίκη ή θα ΄στελνα τα στοιχεία να δημοσιευτούνε από κάποιον άλλο. Τόσα χρόνια είχα το χόμπι μου να γράφω και να διαβάζω μόνος μου (Φόκνερ, Γουάιλντερ, Χατζή, Φραγκιά και Κουμαναταρέα, που γράφαν για τις πόλεις τους) πράγμα που κανείς δεν ήξερε, κι ούτε τώρα επρόκειτο να το μάθει. Δεν ήμουνα παρά ένα ακόμα φοβισμένο άνθρωπάκι, που είχε μεν άλλα μυαλά από το εθνομπολσεβικικό κατεστημένο της πόλης μας, αλλά δεν τολμούσε και να μιλήσει. Με τράβαγε πολύ και σα γυναίκα, κι όμως ούτε μια φορά δεν τόλμησα να της απευθύνω το λόγο, κοντούλης, φαλακρός, χοντρούλης και με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά όπως ήμουνα. Όχι προσωπικά, ούτε στα γενικά δεν της μίλησα ποτέ. Ντρεπόμουνα και φοβόμουνα ότι θα καταλάβαινε πως τη γούσταρα. Και δεν είπα λέξη. «Γι΄ αυτό, για κάτι τέτοιους σαν και μένα, οι Παναρέτου αυτού του κόσμου τρώνε τα μούτρα τους», κατέληξα στις σκέψεις μου, «γιατί άνθρωποι του δικού μου είδους δεν κάνουνε το βήμα και δε βγαίνουνε μπροστά να τις βοηθήσουνε και να τις στηρίξουνε ανοιχτά». Το θυμάμαι τώρα με πίκρα και με τύψεις. Αν της είχαμε σταθεί τότε, εγώ και μερικοί ακόμα, αν τη είχαμε προστατέψει, αν την είχαμε υποστηρίξει, ίσως να μην είχε γίνει το κακό.
Βγήκε κι ο Απρίλης, κι η Παναρέτου συνέχιζε απτόητη τη δουλειά της στο σχολείο, με παιδιά που τη λάτρευαν. Οι ανακρίσεις δεν είχανε καταλήξει κάπου. Πειθαρχική ποινή δεν τόλμησαν να της επιβάλουν. Οι απειλές συνεχίζονταν, στο τηλέφωνο και στο μέιλ της. Το κατάγγειλε στο αστυνομικό τμήμα, χωρίς φυσικά αποτέλεσμα. Ουδείς την υποστήριζε ανοιχτά. Ο τοπικός Συνασπισμός, αν και αδύναμος, θα μπορούσε, ίσως, να σταθεί πλάι της, αν η Πολυτίμη δεν επιδείκνυε προκλητικά αντισυνδικαλιστική, αντιδημοσιοϋπαλληλική κι αντιεξισωτική συμπεριφορά, ενεργοποιώντας τα παλαιοκομμουνιστικά και αντιφιλελεύθερα αντανακλαστικά τών κατά τα άλλα συγκριτικά καλύτερων αυτών ανθρώπων. Το ίδιο περίπου ίσχυε με το τοπικό ΠΑΣΟΚ, με την πρόσθεση άπωση που δημιουργούσε η θέση της για τους ντόπιους Μακεδόνες. Κι από την άλλη, φιλελεύθεροι δεν υπήρχαν στην πόλη μας. Η κοπέλα συνέχιζε λοιπόν μόνη της, ατρόμητη. Όπως είπα και πριν, κι αν υπήρχαν κρυφοί συμπαραστάτες και θαυμαστές, δε φανερώνονταν. Ήταν πιο μόνη της από κάθε άλλη φορά, εν εξαιρέσεις τα παιδιά– και τα παιδιά, ως γνωστόν, κανείς ποτέ δεν τα λογαριάζει.
Φτάνουμε λοιπόν ξανά στο τώρα, αρχές του Μάη του 2008, τώρα που έγινε η δολοφονική επίθεση. Μόλις την πήγαν στο νοσοκομείο, πλησίασα κρυφά τους συγγενείς και ξεχωριστά τον Βρισκειάκρη, που πλέον είχε γίνει ταχτικός επισκέπτης στην πόλη μας, και τους είπα ανωνύμως όλα όσα είχα ακούσει κι όλα όσα υπέθετα. Τρεις ώρες του μίλαγα, κι ο δικηγόρος τα σημείωσε όλα προσεκτικά. Υποθέτω ότι τα μελέτησε και την επομένη ξαναβρεθήκαμε:
«Δηλαδή μού λέτε ότι σχεδόν οι πάντες σ΄ αυτή την κωλόπολη μπορεί να τσακίσανε την Τίμη…», είπε.
«Εκτός από τους πραγματικούς μαθητές της στο Γυμνάσιο, ναι, σχεδόν οι πάντες. Εξαιρώ τον εαυτό μου και ίσως δυο τρεις ακόμα φοβισμένους, που θα ΄πρεπε να δράσουμε πριν, αλλά δε δράσαμε»
«…γιατί με όλους ήταν στα μαχαίρια», ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο δικηγόρος.
«Ακριβώς. Και οι περισσότεροι χαρήκανε για το ξύλο, λυπηθήκανε μόνο που δεν πέθανε»
«Ανά πάσα στιγμή μπορεί να πεθάνει»
«Ε τότε θα χαρούνε κι άλλο. Είναι οι πολλοί, οι πάρα πολλοί. Είναι οι σκανδαλισμένοι γονείς και οι ενοχλημένοι παπάδες. Είναι οι πληγωμένοι συνδικαλιστές και οι θιγμένοι καταληψίες. Είναι οι απατημένες σύζυγοι κι οι επαγγελματίες ελληνομακεδόνες. Είναι οι ζηλόφθονες καθηγητές και καθηγήτριες. Είναι όσοι άντρες τούς έριξε χυλόπιτα. Είναι τα κεφάλια της πόλης. Οι υπέρμαχοι της δημοσιοϋπαλληλικής αεργίας. Οι θιγμένοι φασίστες και οι εξίσου θιγμένοι κομουνιστές. Οι πάντες»
«Μήπως τα παραλέτε;»
«Μακάρι να τα παράλεγα. Μιλάμε για το 95% της πόλης, που φτάνει το 99% αν εξαιρέσουμε τους μαθητές. Αν η Πολυτίμη πεθάνει, σχεδόν μόνο οι μαθητές θα λυπηθούνε»
«Και δε θα μάθουμε ποτέ ποιοι τη χτυπήσανε;»
«Μόνο από τύχη, κύριε Βρισκειάκρη. Ίσως μάλιστα να μην έχει και σημασία»
«Γιατί το λέτε;»
«Επειδή σχεδόν όλοι σ΄ αυτή την πόλη θα ήθελαν να κάνουν κάτι τέτοιο και, τελικά, κάποιος πράγματι το έκανε. Είναι τόσο πολλοί οι π ι θ α ν ο ί ένοχοι, που όλοι σχεδόν είναι ο υ σ ι α σ τ ι κ ά ένοχοι»
«Νομικά δεν είν΄ έτσι»
«Κοινωνικά όμως είναι. Όποιον και να εντοπίσετε, όποιον και να κατηγορήσετε, θα βαρεθείτε μετά να εξετάζετε μάρτυρες υπεράσπισης. Όποιον και να βρείτε. Αν μάλιστα είναι κι από την Χριστιανούπολη, άσ΄ τα να πάνε»
«…»
«Η κατάσταση με την Παναρέτου, κύριε Βρισκειάκρη, ήταν ‘όποιος προλάβει’. Πρόκειται για κοινωνικό λιντσάρισμα, άσχετα ποιος πρόλαβε να το κάνει. Ούτε κι οι υπόλοιποι θ΄ αντιδρούσαν, ακόμα κι αν το ΄ξεραν ότι θα γινόταν η επίθεση εναντίον της»
«Γι΄ αυτό λέτε ότι δεν έχει σημασία ποιος ακριβώς το έκανε»
«Ναι»
«Και γι΄ αυτό υπαινίσεστε ότι θ΄ αλληλοϋποστηριχτούνε και θ΄ αλληλοκαλυφτούνε και τίποτα τελικά δε θα βγει;»
«Δεν υπαινίσσομαι, το λέω ευθέως»
«Ελπίζω να μην έχετε δίκιο. Θα δούμε»
«Εγώ πάλι πολύ αμφιβάλλω αν θα δούμε οτιδήποτε

*
2009
Από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».

*
© Δημήτρης Φύσσας
photo © Library Vixen

*
A’ αποκλειστική, διαδικτυακή ή άλλη, Εμφάνιση

Γιώργος Ρωμανός, Κινέζικη ιστορία

Αρχείο 13/04/2013

Διήγημα
Τα δώρα του γάμου ήρθαν σε δυο εβένινα κιβώτια· τυλιγμένα με λεπτές χρυσοπλεγμένες ψάθες. Ίνα με την ίνα ξεχώριζε το ταπεινό λεπτό καλάμι από την αστραφτερή χρυσή κλωστή.
    Ο μεγάλος άρχοντας της ιερής πόλης Τσαγκ, πάντρευε την κόρη του.

Κατερίνα Σημηντήρα, δύο ποιήματα

 
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΤΖΑΜΙΑ

Δεν περιμένω σου λέω κανένα
κι εκείνος που ήταν εδώ έφυγε πίσω απ` τα τζάμια
χωρίς να απολογηθεί.
Έφυγε βιαστικά σαν ένας άγνωστος,
ανάμεσα στις πλάνες ενός τόσου σύντομου βίου.
Δεν περιμένω τίποτα
απ` τα χρόνια που σιγοπερπάτησα
στης προσμονής τους τυλιγμένους δρόμους.
Τα ξέγραψα.
Κι αυτά που χάθηκαν, χάθηκαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κατερίνα Σημηντήρα, δύο ποιήματα»