Θανάσης Πάνου, Η ψυχή της πόλης

Τα πάντα στο κόσμο είναι διατεταγμένα σε λογική σειρά ενώπιον του ομορφότερου φιλιού. Γεύση, είναι το μικρό όνομα του πρώτου ερωτικού φιλιού. Τρυφερό, οξύ, καυστικό, αλμυρό ή γλυκό, άτσαλο και ντροπαλό, χαράζει μόνιμα στη μνήμη την παρουσία του. Είναι η αιφνίδια λάμψη του σύμπαντος συσσωρευμένη σε δύο χείλη. Συγκλονίζει με την αίσθηση του χάους που αναδύει η πρώτη ταύτιση των εσωτερικών προβολών. Έχει τη δύναμη να κουρελιάζει την λογική και να αναγεννά επιθυμίες που εντυπώνουν στα τρίσβαθα των ερωτικών αισθήσεων την άυλη φλογερή του πάθους πραγματικότητα. Όταν είναι μουσικό φιλί, είναι κλειδί του πενταγράμμου με νότες ενεργειακές που συγκινούν και φορτίζουν όλες τις σκέψεις σε περιελίξεις εν χορώ. Στα χείλη συναπαντούνται και κατοικούν έμμουσα οι παιδικές καρδιές με όλα τα μυστικά της παιδικότητας. Με τον διπλασιασμό ή τις επαναλήψεις, ίπτανται επίγεια και καταδεικνύουν το πέρασμα προς το φως που απεκδύει όλα τα πάθη. Περιδινούμενα τα σώματα μες το φιλί περιγελούν τη γήινη βαρύτητα. Το πρώτο φιλί προσμετράτε μόνο του, ως αρχή και τέλος. Όσο ο χρόνος μας ταξιδεύει , συγκινεί με την απουσία του. Ως όν , άγριο ή οικόσιτο, φωνάζει τον αποχωρισμό. Ως κάτοικος του φυτικού βασιλείου, είναι ένα μοναδικό λουλούδι που ανθίζει και μαραίνεται διαφορετικά για τον κάθε άνθρωπο. Αν κηπουρός φιλιών δεν νοιώσεις, έρημος θα είναι ο βίος σου. Όσο για μένα , που τολμώ –ο γελωτοποιός- τα τοπία της ψυχής του πρώτου και ομορφότερου φιλιού να περιγράψω… Σε χώρο ασφυκτικό, ανάμεσα σε πόδια γιγάντων κάτω από ένα αποκριάτικο τραπέζι γεννήθηκε το πρώτο το φιλί, μαζί με την απαγορευμένη αρετή του. Μετά φορέσαμε ξανά τις μάσκες και αναδυθήκαμε από της ιεράς τράπεζας το χώρο. Στη συνέχεια η πορεία μου υπήρξε άμπωτις και πλημμυρίς ψιθύρων και κραυγών, συναθροίσεις χειλιών από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου, ώσπου κάποτε, στη μέση ηλικία, όταν η γεύση των χειλέων έγινε μόνιμα αλμυρή. Βούλιαξα στη θάλασσά τους και ναυαγός πιάστηκα από το σωτήριο το σανίδι, μα ήταν πτερύγιο καρχαρία και το υπόλοιπο ταξίδι μου η άγρια αιμορραγούσα η πορεία του, επωδός της άναρχης του έρωτα φυγής

*
© Θανάσης Πάνου
photo©Philip Solovjov

Χ.Ε. Μαραβέλια, Ευπώλητα…

Η λίστα με τα ευπώλητα – Στα σκουπίδια!
Τα πλείστα των ευπώλητων σκουπίδια
Πληρώνετε ένα, δύο τζάμπα
(έτσι με τζ- καθώς που απεχθάνεται ο κυρ Ντίνος)
Βιβλία για το καλοκαίρι
Τις διακοπές (ρεύματος)
Τις Γιορτές
Τη Σαρακοστή
Ο γέρων Παφνούτιος για το Μνημόνιο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χ.Ε. Μαραβέλια, Ευπώλητα…»

Απόστολος Θηβαίος, «Τις Νύχτες της Κυριακής και ποτέ άλλοτε»

Ισπανικές υδατογραφίες, κορίτσια της Μαδρίτης καμωμένα από χειροβομβίδες και σπαρμένα μέλη, ανθρώπινα, σπαρακτικά τα θεάματα του αιώνα μας. Και έπειτα η σύνοψη των εποχών, τα δράματα, οι ελπίδες και τα κρίματα, σκοτωμένα πλάι στα εμπορικά της οδού Μητροπόλεως με τους γωνιακούς έρωτες και τα ανθοπωλεία και οι αναρίθμητες ήπειροι σταματημένες σε χαμηλά τοιχία και καταστήματα εποχιακών. Ο ηλικιωμένος άνδρας διαδραματίζει μια σπουδαία θέση στην αστική σκηνογραφία, έτσι με το βιολί του, τότε μονόχειρας, σήμερα με πολύσπαστα, μεταλλικά πόδια και προσφυγικές ιστορίες που λέγονται μόνο στις φωσφορικές κουζίνες των ιπτάμενων σχεδίων της οδού Πατησίων και ακόμα περισσότερο, όπου σφύζει η ανθρώπινη βιολογία και τα βήματα των οδοιπόρων. Δεν παραθέτω παρά σκόρπιες, αυθόρμητες εικόνες καταστροφών. Και εξακολουθώ να αφιερώνομαι στην παρασκευή ανεμοστρόβιλων και σε άλλες εργασίες χαρακτήρος βιομηχανικού, καθώς κατώτεροι θεοί κραυγάζουν απελπισμένοι «Ορέστη, Ορέστη!» και γκρεμίζονται από τους υψηλούς εξώστες του μοτέλ Νέα Βικτωρία στην ομώνυμη πλατεία με τα σκόρπια, τα σκισμένα φτερά των αδικοχαμένων Τρώων.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Θανάσης Θ. Νιάρχος, «Τζιβαέρι» -δύο αποσπάσματα–επιφυλλίδες

Εκδόσεις Οδός Πανός

Η αποδιοπομπαία Ομόνοια

Η μικρή συντροφιά των τριών υπαλλήλων – δύο άνδρες και μία γυναίκα – σε εμπορικά μαγαζιά των Εξαρχείων στεκόταν στη γωνιά ενός κάθετου προς την πλατεία δρόμου, οκτώ και τέταρτο ακριβώς το πρωί. Ακόμη και ο βιαστικός περαστικός θα άκουγε τη γυναίκα να λέει επί λέξει: «Είναι πια αφόρητη η κατάσταση. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά τις εννιά το βράδυ. Κάτω από την Ομόνοια έχουν γίνει γκέτο και αν πας προς τα εκεί, αλίμονό σου. Δεν τολμάς να πλησιάσεις». Εννοούσε σαφώς τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες.
Κατ’ αρχάς αδυνατεί να καταλάβει ακόμη και ένας κακοπροαίρετος τι έχει συμβεί και η Ομόνοια καθώς και οι γύρω της δρόμοι και περιοχές έχουν μεταβληθεί σε σημείο αναφοράς για κάθε μορφή βίας, κλεψιάς και εγκληματικότητας. Πώς συμβαίνει και έχει εξελιχθεί η Ομόνοια σε ένα είδος άτυπης καθημερινής συνάντησης από κλέφτες και εγκληματίες, χωρίς ωστόσο – δεν μπορεί να μη γινόταν γνωστό – να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί δηλαδή θα μεταβάλλανε σε σεσημασμένο έναν χώρο άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν – αφού διέπρατταν τις κλοπές και τα εγκλήματά τους – πουθενά αλλού παρά μόνο στον χώρο αυτό;
Κι αν γινόταν αυτό, πώς δικαιολογούνται – κοντά στον νου και η γνώση – δύο περιστατικά που επίσης δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς: ένας άνθρωπος που συμβαίνει πολύ συχνά να διασχίζει την Ομόνοια ακόμα και προχωρημένες ώρες της νύχτας να μην του έχει συμβεί ποτέ το παραμικρό ενώ όσοι καταγγέλλουν συνήθως την Ομόνοια «τους έχουνε πει», «κάτι ακούσανε, κάποιον να λέει», «ένας γνωστός τους κινδύνευσε και τους το ανακοίνωσε μόλις του συνέβη».
Δεν γίνεται να συκοφαντούμε συλλήβδην ανθρώπους που μας είναι άγνωστοι, τόσο ταλαιπωρημένους μάλιστα που δεν χρειάζονται τη δική μας συκοφαντία για να βουλιάξουν ακόμα περισσότερο. Θα ήταν αδύνατον να συμβαίνουν όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά στην Ομόνοια και γύρω από αυτήν και να συνεχίζουν να τη διασχίζουν μέρα και νύχτα «κανονικοί» άνθρωποι.
Σαφέστατα βρίθει από ανεπάγγελτους, άνεργους, άστεγους, λαμόγια της δεκάρας, ναρκομανείς που στέκονται ακόμη στα πόδια τους ή έχουν καταρρεύσει, όμως ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται ποτέ από έναν εξοντωμένο. Είναι άλλωστε παγκόσμιο φαινόμενο στις μεγάλες πλατείες όλων των πρωτευουσών να μαζεύεται το κοινωνικό και οικονομικό κυρίως «κατακάθι» προκειμένου να αρπάξει τη μικροευκαιρία για να επιβιώσει. Πού να πάει στην Ελλάδα, στην Εκάλη;
Μένει ωστόσο η απορία για τη γυναίκα, την υπάλληλο, που οκτώ και τέταρτο το πρωί επιχειρηματολογούσε για την εγκληματικότητα της Ομόνοιας. Πώς δεν της πέρασε της δύστυχης από το μυαλό ότι μια υπάλληλος που μιλάει και φοβάται με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η μεγαλοαστή της Φιλοθέης εξωθείται η ίδια σε ακόμη δυσχερέστερη «μοίρα» από τη σημερινή της;
Οτι μια υπάλληλος με κουτσουρεμένο τον πενιχρό μισθό της είναι πολύ πιο κοντά στον μετανάστη και τον λαθρομετανάστη ακόμη και ότι η αγαθότατη – το πιστεύουμε ειλικρινά – κυρία της Φιλοθέης συνιστά ως νοοτροπία για την ίδια την υπάλληλο πολύ μεγαλύτερη απειλή, σε σχέση με τον ημεδαπό κλεφτράκο ή τον εξαθλιωμένο αλλοδαπό;
Οταν μια υπάλληλος των Λιοσίων, του Κολωνού ή του Περάματος φοβάται με τον ίδιο τρόπο που φοβάται η μεγαλοαστή, το πολιτικό σύστημα μιας χώρας εμφανίζεται έτοιμο να χειραγωγηθεί από τις πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

[«Τα Νέα 1.6.2012»]

*

Ειδυλλιακότης και θηριωδία

Σαββατοκύριακο, σε νησί του Αργοσαρωνικού. Συγκεκριμένα βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 10, στο ειδυλλιακό λιμανάκι του νησιού, με τα αραγμένα – γύρω στα δέκα – μικρά και μεγάλα κότερα και τις ψαροταβέρνες με τα απλωμένα τραπεζάκια. Η μαγική ατμόσφαιρα της παραλίας, όπως την παραστέκει το λαμπυρίζον φόντο του νησιού, δεν αλλοιώνεται στο παραμικρό. Ακόμη και το πυκνό πλήθος που συνωστίζεται στην παραλία συμβάλλει ώστε η αναπόλησή της στο μέλλον να είναι ακόμη πιο νοσταλγική.
Για έναν θόρυβο πραγματικά ενοχλητικό που ακούγεται κάποια στιγμή δεν αργεί να ξεκαθαρίσει η αιτία του. Τρεις αλλοδαποί σέρνουν ένα καρότσι με ένα βαρύ φορτίο από άδεια μπουκάλια αναψυκτικών και μπίρας. Για την ακρίβεια ο ένας αλλοδαπός το σέρνει, οι άλλοι δύο είναι σχεδόν πεσμένοι πάνω στο φορτίο με τρόπο που τα ξεχειλισμένα κασάκια, καθώς δεν είναι δεμένα με σκοινί, να μη γλιστρήσουν δεξιά και αριστερά. Ο θόρυβος είναι πραγματικά ενοχλητικός γιατί η παραλία του νησιού είναι στρωμένη με πλάκες.
Ενας προσεκτικός παριστάμενος παρατηρώντας τους αλλοδαπούς θα πρόσεχε πως έχοντας συνείδηση της ενόχλησης που προκαλεί ο θόρυβος αλλά και η ιθαγένειά τους δεν σηκώνουν ούτε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια τους να κοιτάξουν τους γύρω τους. Σάμπως να πρόκειται για «μοίρα», την ώρα που οι άλλοι απολαμβάνουν οι ίδιοι όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να τους επιπλήττουν. Ή μάλλον να πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς που συμβαίνει να έχουν δουλειά και δεν τους ξυλοφορτώνουν σε κάποια σκοτεινή γωνιά.
Επειδή οι άνθρωποι όταν αισθάνονται πως απολαμβάνουν γίνονται σχολαστικοί, μίζεροι και άτεγκτοι ως προς το τι είναι σωστό, αλλά καθώς το ζήτημα δεν είναι πια ζωής και θανάτου αντιλαμβάνεται κανείς τη διάχυτη ενόχληση στο λιμανάκι του νησιού που ωστόσο παραμένει σιωπηλή. Οταν αίφνης πετάγεται ένας άνδρας γύρω στα εξήντα και έντονα εκνευρισμένος απευθύνεται στον δήμαρχο του νησιού που συμβαίνει να κάθεται σε ένα παρακείμενο τραπεζάκι, λέγοντάς του: «Δεν μπορείτε να επέμβετε εσείς, κ. δήμαρχε; Είναι δυνατόν να ακούμε τέτοιου είδους «μουσική» αυτή την ώρα;». Ο δήμαρχος, προς τιμήν του, χωρίς να ξέρει κανείς τι σκέφτηκε δεν του έδωσε καμιά σημασία.
Αν τον θόρυβο που έκανε το καρότσι είναι σίγουρο πως θα τον έχει ξεχάσει κανείς τα επόμενα δέκα λεπτά, τη συμπεριφορά του ενοχλημένου εξηντάρη ενδέχεται να τη θυμάται και ύστερα από χρόνια. Ακριβώς γιατί φανέρωνε, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό, δυο μεγάλες αιτίες της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Πρώτον, το να λογαριάζουμε την παρέμβαση της «εξουσίας» ως τη μόνη ικανή να μας κουλαντρίσει, όταν θα έπρεπε να υπολογίζουμε σε μιαν αλλαγή νοοτροπίας που θα έκανε την εξουσία σχεδόν διακοσμητική. Και, δεύτερον, την οποιαδήποτε αντίδρασή μας να επιδεινώνεται όταν έχει για μάρτυρά της και σύμμαχό της την οποιαδήποτε εξουσία.
Ας σκεφτούμε πόσοι θα εκδηλώνονταν ως φιλάνθρωποι, αν δεν έδιναν με τη φιλανθρωπία τους εξετάσεις σε ισχυρά πρόσωπα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι ο ενοχλημένος κύριος άνοιγε με την αντίδρασή του τον δρόμο ώστε να ακούγεται ως κάτι φυσικό η εξόντωση των αλλοδαπών. Μελαγχολεί όμως κανείς ακόμη περισσότερο όταν σκεφτεί πως η ενόχληση έγινε τρομακτική επειδή το καρότσι το έσερναν αλλοδαποί. Ετσι είναι. Οταν σε απειλεί ένας μεγαλόσχημος οικονομικός παράγοντας ή ένας πολιτικός του λες και ευχαριστώ. Οταν απλά σε ενοχλεί ένας ανήμπορος του παίρνεις, αν μπορείς, το κεφάλι.

[«Τα Νέα 25.6.2012»]

*

Copyright© Θανάσης Θ. Νιάρχος και εφημερίδα «Τα Νέα»

Βασίλης Λαλιώτης, Τα Φτωχά Παιδιά στην Προσωπόβιβλο

 6-4-13
Η μητέρα μου, μύρο το χώμα που την σκέπασε, όταν τύχαινε κι έρχονταν τα δώρα και τα ρούχα και κυρίως καμιά δερμάτινη μπάλα, δεν με άφηνε να την παίξω στη γειτονιά, για να μην προκαλούμε αυτούς που δεν έχουν, έλεγε… Φαίνεται πως από μια εποχή και μετά οι μητέρες έκαναν το αντίθετο. Ό,τι καινούριο και λουσάτο αποκτούσαν το έκαναν επίδειξη στους πιο φτωχούς, δεν εξηγείται αλλιώς. Και φαίνεται πως πλήγωσαν πολλούς φτωχούς με στερημένα παιδικά χρόνια. Πολλοί από αυτούς τους πρώην φτωχούς και ταπεινωμένους υπάρχουν και στο φέισμπουκ. Οι οποίοι βγάζουν κατά κάποιο τρόπο τα απωθημένα τους πληροφορώντας μας για το που πότε και με ποιούς έφαγαν μια μακαρονάδα και μου θυμίζουν πρωινά μεσημεριανά και βραδινά και πόλεις και ταξίδια, όπου αυτοί είναι κι εγώ δεν είμαι… Δεν ξέρω γιατί ακριβώς το κάνουν αυτοί οι πρώην φτωχοί με τα απωθημένα, ίσως για να ζηλέψω… Αλλά επειδή έχουμε γεννηθεί από διαφορετικές μητέρες, το μόνο που καταφέρνουν είναι να με κάνουν να τους λυπηθώ για την παιδική τους μιζέρια, για την φτώχεια που συνεχίζει να τους συνοδεύει, μεγάλους πια, σ’ ένα φαγητό, μια συναυλία, μια συνάντηση, τόσο λυπητεροί όσο κι όταν ήμουν παιδί κι έπαιζα με τη δερμάτινη μπάλα μόνος, ρίχνοντας σουτάκια στον τοίχο, κρύβοντας ότι είναι ολοκαίνουρια, όσο να φθαρεί και να την παρουσιάσω σαν μεταχειρισμένη και τότε και τώρα στα φτωχά παιδιά, που προς λύπη μου, μεγάλωσαν αλλά συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν πληγωμένα από την επίδειξη πλούτου ποιος ξέρει ποιού… Τραυματισμένα παιδιά που με τωρινές επιδείξεις προσπαθούν να υπερκεράσουν το γεγονός της βαθύτατης ανέχειας που συνεχίζει να δρα μέσα τους.
φωτο από το ιστολόγιό του

Μανώλης Μεσσήνης, «Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια» -Ποίηση

 
Δέηση

Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό και λαμπερό ήλιο
κι όμως, είδα
μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ’τα κλειστά παράθυρα,
μάτια να λαχταρούν ζωή,
μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου·

κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος
και το κορμί μου διάφανο σύνορο,
αδύνατο ν’αντέξει τ’ανθρώπινα που σείονται
Ποια μέτωπα να ξεπλύνω
και ποια στήθη να γυμνώσω;
Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω
και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;
Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω
στη συνείδηση της γης μου;

Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου
πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,
μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση

Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα’ναι αρχή,
σαν φτεροκόπημα πουλιού,
σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου

Μια έκρηξη
που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού
που να μπορεί ν’ανάβει τους κόρφους της γης και τ’ανοικτά της σκέλη
που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι

Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο
να με ξαναγεννήσει

***
Εδώ θα σταθώ

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου

Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά

Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές

Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες

Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές

Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν

Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

***
Αδιέξοδο

Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια
Φάρδυνα τον ουρανό και είναι άδειος

Κραυγάζω, σαν τους τρελούς που ξαπλώνουν πάνω στην άσφαλτο
και ζητούν να φυτέψουν δέντρα μεσοστρατίς
Παραπατώ, σαν τους μεθυσμένους που ζητούν να γεμίσουν το κενό,
το τεράστιο καζάνι του χρόνου

Φοβάμαι την τοποθέτησή μου
σαν ένα κουρέλι πάνω στην παλάμη της γης

***

Copyright©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Gary Schneider, “John In Sixteen Parts”, 1997

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα»

 
ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια.
Ανατριχίλα!
Μπορεί και αναγούλα – ανάλογα τα κέφια του μάγειρα.
Ο χρόνος σαν κι εμάς είναι ναυλωμένος.
Δεν φαίνεται κάπου στεριά.
Ο χρόνος κι αυτός είναι σκλάβος εδώ.
Τα μάτια θυμούνται
τα βήματα θυμούνται
το πλήρωμα έχει ξεχάσει
δεν πρέπει να θυμάται.
Το βαπόρι περπατάει στο νερό
με τα πόδια του να πλατσουρίζουν
σαν μικρού παιδιού στις διακοπές.
Μικρή ζωή!
Πιο πολύ ζωή
έχουν τ’ απόβλητα του βαποριού.
Θυμίζουν ανθρώπους πάνω…

***
ΑΙΩΝΑΣ

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
ονομάστε το:
Πρώτη
Μοναδική
Παρουσία.

***
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

«Τι δουλειά κάνεις;»
«Πουλάω… παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω».
Σ’ ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολύ μικρή για μεζές
πολύ – πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, έφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
«Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι – οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες».
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο-
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι’ αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
«Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου».

***
ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΩΜΙΚΟ ΔΡΟΜΟ
στην Πελαγία Μπότση———————–

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιό πάτωμα; είναι δρόμος.
«Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή,
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής».
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δεν δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο
ίσως και να ’ναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου
– όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες,
βάζει στην πλοκή «τη δύναμη του καλού».
Προφυλακτικά πεταμένα,
τα πιο πολλά άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία, στο θάνατό τους:
Πεθαίνουν από ανακοπή.
Πετάς πάνω απ’ τους βρώμικους δρόμους,
έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια,
ακούς την πιο βαριά ροκιά σου:
Casta Diva… μάλλον το ’58,
κατεβαίνεις,
φτάνει η επίλεκτη καταστολή:
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη.
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος.
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει.
«Πόσοι μένουν σ’ αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή».
«Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο».

***
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα,
το πάει για ύπνο.
Ασβεστωμένη γειτονιά για τον Τρανταχτό.
Στην υγειά και στη μνήμη των αγριμιών που καλπάζουνε,
σε κήπους περιφραγμένους!
Τα παιδιά, οι έφηβοι, εκεί…
Σοβαροί όλοι, λίγο σφιγμένοι.
Ένας ξεμάκρυνε για ν’ αυνανιστεί στα χόρτα:
Η σπονδή του.
Από το ξενοδοχείο το τρανταχτό καμάρι
μίλησε στη μάνα του, παραπονέθηκε:
« Με βάζουν να τρώω όλο μου το πρωινό.
Χάνω τη μέρα, έτσι».
Μετά, η μητέρα των ακατέργαστων διαμαντιών
έκατσε στη θέση της μάνας του.
Όταν πάει ταξίδι αγαπημένος,
πονάει το φευγιό…
Δεν προσκυνήθηκε ποτέ από κάποιον.
Τον βλέπαν έτσι, «Τρανταχτέ» λέγαν.
Οι κοπέλες της γειτονιάς στη σειρά
βαμμένες σαν πουτάνες όλες και σιωπηλές.
Τόσος σεβασμός:
«Έτσι, δεν θα τον ερεθίζαμε ποτέ».
Μετά κατέβηκε ένα κόκκινο μπαλόνι και των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα
το κατάπιε.
Μετά απογειώθηκε. Μέσα της, πολύς αέρας βλέπεις.
Πετάει τώρα από πάνω μας.
Πάνω απ’ τη πλατεία μας. Όχι την εκκλησία.
Κρατάει κάτι.
Είναι και πολύ ψηλά για να δεις.
Ο καπετάνιος που ’ρθε καθυστερημένος, το βλέπει:
«Είναι λίγο δενδρολίβανο, ένα παντελόνι, ένα γιλεκάκι».
Μετά, ένας φαλακρός, μόνος μέσα στο σπίτι του
θα ρίξει μια στροφή ζεϊμπέκικο:
«του Μικρού»

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ »ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ» , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA

*
Copyright©Νίκος Κυριακίδης
Photo©Dorothea Lange, Thirteen Million Unemployed Fill the Cities in the Early Thirties, 1934

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

Αρχείο 05/04/2013

ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”»