Στάθης Ιντζές «Κάτω η σκουριά»

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

(απόσπασμα)
Το διάδρομο που απλωνόταν αμέσως μετά την είσοδο, κοσμούσανε πορτραίτα σπουδαίων αντρών του παρελθόντος. Η Νοέλ σε έναν πίνακα αναγνώρισε το Λούκουλλο και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες από τον χώρο τής καλοπέρασης. Κάπου υπήρχε και μια τοιχογραφία που αναπαρίστανε το κυνήγι ενός κάπρου που μετά από ένα σάλτο που έκανε για να ξεφύγει από τους κυνηγούς, κατέληξε στο στομάχι του Καίσαρα αμάσητος. Αμέσως μετά την εικαστική πανδαισία των πρώτων χιλιομέτρων, ο διάδρομος κοβόταν απότομα στα δυο από μια σειρά παγίδων που είχε προνοήσει να εγκαταστήσει η ασφάλεια του ανακτόρου. Πρώτα η τάφρος με τα πεινασμένα κυπαρίσσια και το πέρα δώθε του Ιερού Σαλίγκαρου, το σάλιο του οποίου συνέλεγαν οι άνθρωποι του Καίσαρα κάθε δίσεκτο έτος και το χρησιμοποιούσαν ως βοηθητικό χώνευσης όποτε αυτό κρινόταν απαραίτητο. Έπειτα, τα μυτερά μουστάκια του Κάπρου της Τοιχογραφίας, ανάμεσα από τα οποία έπρεπε να συρθείς εκτελώντας άριστα ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής. Ίππο στους καλογυαλισμένους χαυλιόδοντες που ήταν μπηγμένοι παράλληλα με τους τοίχους και μονόζυγο στην ξεκούρδιστη ουρά του που έκρωζε φάλτσα κάθε φορά που κάποιος ακουμπούσε τη φουντίτσα της. Τέλος, θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις ζωής ή θανάτου που απηύθυνε ο τριτεξάδελφος του γιου του Πάνα καθισμένος πρόστυχο σταυροπόδι στο πρώτο σκαλί της σκάλας. Η Οντέτ και η Νοέλ που είχαν μακρά εκπαίδευση σε ασκήσεις τραμπολίνου πάνω στην κοιλιά της Ζοζεφίν, δεν αντιμετώπισαν την παραμικρή δυσκολία να ξεπεράσουν τα εμπόδια των παγίδων. Έτσι, είχανε φτάσει σώες και αβλαβείς στην άλλη μεριά του διαδρόμου, στην αφετηρία της πολύπαθης σκάλας, πίσω από την οποία ξεπρόβαλλε καμουφλαρισμένη με κισσούς πολύπλοκων μοτίβων, η εκρού πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν η πολυπόθητη τηλεφωνική συσκευή και τα κειμήλια του καθεστώτος. Όσο για τον τριτεξάδελφο του γιου του Πάνα ,έκαναν σαν να μην υπήρχε και αυτός ύστερα θύμωσε και ξεχάστηκε ολωσδιόλου από την ανθρωπότητα.
*
©Στάθης Ιντζές

Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση

Από την ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
Η φωνή, η εικόνα που σβήνει, η φωνή χωρίς φωνή, το τέλος, ο φόβος χωρίς φωνή χωρίς εικόνα, η εικόνα άδεια που δεν θυμάται, ποιος είναι αυτός ο ένας ή ο άλλος πιο μετά, έπειτα η φωνή που αδειάζει από ήχους σιγά-σιγά και αδύναμη γίνεται λεπτή γραμμή στο στόμα και δε θυμάται πια, άρα έχει πεθάνει αυτός που δε βρίσκει να ονομάσει, δεν έχει πρόσωπο η εικόνα, ο φόβος, δεν είσαι άλλο εδώ, ούτε εκεί σου λέει όχι εδώ, η φυγή, η σιωπή της εικόνας της άδειας, πασχίζει να θυμηθεί, να γεμίσει από χρώμα λίγο ακόμη στα μάτια, να φαίνεται πιο πίσω το ανέκφραστο, πιο μακριά, το ανείπωτο, η μικρή εκείνη μαϊμού του χρόνου που κρέμεται από το κλαδί, η μνήμη, κι αναπνέει όπως όπως η εικόνα αναβοσβήνοντας καθώς λαίμαργα ρουφάει το σκοτάδι, καταπίνει χρόνια και εκπνέει αναβοσβήνοντας διαρκώς το φως και πίσω βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφη Καλογεροπούλου, ποίηση»

Νίκος Κυριακίδης, Πρωτομαγιά

 
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
«Αὔριο θὰ κόψουμε
»Κάτι λουλούδια.
»Αὐριο θὰ ψάλουμε
»Κὰτι τραγούδια,
»Εἰς τὴν πολύανθη
»Πρωτομαγιά»
Διονύσιος Σολωμός

Όσοι αρνήθηκαν τον πατέρα και την μητέρα τους, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Πρωτομαγιά»

Πέτρος Κυρίμης, Μνήσθιτί μου Κύριε

Αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο, να τρέχει πάνω κάτω μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και εκείνο επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60. Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας.
    Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει ανορθόγραφα «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κατουρώ του.
    Μνήσθιτί μου Κύριε, -λέω- δοξασθήτω το όνομα σου.
  Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιός κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Και μετά, όλες οι εικόνες εξαφανίζονται και από το βάθος φαίνεται να έρχεται προς το μέρος μου μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, που καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς και μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
    Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , κάμποσοι ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω ξανά- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά, σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
    Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού. Σε διάφορα βολ πλανέ περνάνε μπροστά μου, ο Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν και παραμένουν καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν, οι εικόνες του Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
    Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι.  Κόσμος πολύς, από κάτω, φαίνεται να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
    Λίγο πιο πίσω του η Δήμητρα Λιάνη έχει σκύψει και ισιώνει τις ζαρτιέρες της.
    Το πράσινο χρώμα παραμένει παρ ΄ όλο που είναι λίγο ξεθωριασμένο.
    Πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα πάνε κι έρχονται, ο Κoσκωτάς τα εκτοξεύει προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σε κουτιά από πάμπερς.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω πάλι- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
*
©Πέτρος Κυρίμης
– φωτογραφία ανωνύμου -ειδική επεξεργασία: Στάχτες – 

Γιάννης Σκαρίμπας, Ταμάρα

 
Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι’ επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ’ εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ’ Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι’ εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι’ είχε κάτω απ’ τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι’ εγώ την ειχ’ αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ’ τ’ αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι’ ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι’ οι Άγιοι του, για με πια ουδ’ αρωτάγαν
κι’ ενώ ουδ’ εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ’ αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ’ τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε.

Larry Cool, ποίηση

Ἀνέμελος Νεκρὸς

Κρατῶ στὴν παλάμη τὸ μυαλό μου
Ἐντός του ὑποφώσκουν ὁ κόσμος καὶ ὁ βίος μου:

…βρίσκομαι ἀποκλεισμένος στὴ “Μεγάλη Βρετάνια”
Στὴν κορνίζα τῆς ὀροφῆς,
Κουρνιάζουν ἀγγελούδια μὲ γούνινα μάτια
Στὸ πλακόστρωτο ἕρπει ὁ παραπληγικὸς Σόϊμπλε
Ῥάμφη τοῦ τρυποῦν ἐκ τῶν ἔνδον τὸ πρόσωπο 
Ὄρνεα μέσα του τοῦ καταβροχθίζουν τοὺς ὀφθαλμοὺς
Διακοπὴ ῥεύματος…
Βυθίζω τὰ χέρια στὸ σῶμα τῆς μαγείρισσας
Τῆς ἀναδεύω μὲ λαγνεία τὰ σπλάγχνα
Χώνει τὰ δάκτυλα καὶ πιάνει τὴν καρδιά μου
-«Δὲν μ’ἀγαπᾶς» διαπιστώνει, «νὰ γαμήσῃς θέλεις»…

Κλειδώνω τὴν φαιὰ οὐσία σ’ἕνα συρτάρι
Τὸ ἄδειο μου κρανίο,
Εἶναι τὸ πανδοχεῖο τῶν ἀνέμων.

***
Ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ θὰ εἰσέλθουμε στὴν Οὐτοπία

Ἄνθρωποι διασταυρώνονται στοὺς δρόμους
Περνοῦν ἀπρόσκοπτα ὁ ἕνας μέσα ἀπ’τὸν ἄλλον,
Προκαλῶντας ἠλεκτρικὲς ἐκκενώσεις.

Ντριίν, ἀνοίγω· ἀντικρίζω μιὰν ἄγνωστη
-«Μὲ καταδιώκουν οἱ ἀρχές,» λέει μὲ κομμένη ἀνάσα
Μ’ἕνα αἰφνίδιο ἅλμα,
Βρίσκεται ὀκλαδὸν στὸ πρόσωπό μου
Ἀπ’τὴ μυρωδιὰ τοῦ μουνιοῦ της,
Ὁ νοῦς εἰσέρχεται σὲ μιὰν ἱδρωμένη οὐτοπία
Στὸ στόμα της ἀναβλύζει μελάνη,
Ἐμβάφει τὴν γραφίδα καὶ γράφει:
“Ποίημα, ποιητής κι ἀναγνώστης, ταυτίζονται”
Φτύνει τὴν μελάνη κι ἁπλώνεται νύκτα.

Ἐναερίτες ποιητές,
Καταρριχῶνται ἀθόρυβα ἀπ’τὴν κοιλιὰ τοῦ νέφους
Πάνω στὶς γλῶσσες τους τρεμοφέγγουν φλογίτσες
Καταλαμβάνουν τὴν πόλη, καίουν ὅλο τὸ χρῆμα.

***

© Larry Cool 
image © ffffound

Κωνσταντίνος Καβάφης, Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

 

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων

Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση

Αρχείο 25/04/2013

Εκδόσεις Περισπωμένη, 2013

Ι

Ἀπόψε, ἡ λύπη μου εἶναι μιὰ λύπη καραβιῶν
ποὺ ἀνοίγουν μέσα μου ἀποβάθρες καὶ λιμάνια
τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη χαμένων ταξιδιῶν
τῆς ἀπεραντοσύνης τὰ ὑδάτινα στεφάνια.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Σελαβής, Κασετίνα -ποίηση»