Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]

Αρχείο 02/04/2013

Σπήλαιο
 

Αναρίθμητα σινιάλα αστεριών έπεφταν στο διψασμένο μου σώμα
Οι οφθαλμοί μου αγόρευαν τη σιωπή
Απέραντοι κατάμαυροι ουρανοί με νεφέλες πορφυρές με σημάδευαν
Κάτω από το βάρος τους γονάτισα σκεφτικός
Ήμουν στιγμή.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]»

Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα

 
Σπήλαιο
 

Αναρίθμητα σινιάλα αστεριών έπεφταν στο διψασμένο μου σώμα
Οι οφθαλμοί μου αγόρευαν τη σιωπή
Απέραντοι κατάμαυροι ουρανοί με νεφέλες πορφυρές με σημάδευαν
Κάτω από το βάρος τους γονάτισα σκεφτικός
Ήμουν στιγμή.

Για χρόνια μέσα στο κλουβί της ύπαρξης σερνόμουνα
Κρούοντας το κώδωνα του κινδύνου
Όλοι οι ζωντανοί με μίσησαν
Βάλθηκαν να με κυνηγούν
Ήθελαν το κεφάλι μου, το φτιαγμένο από στάχτη
Πριν προλάβουν να με πιάσουν στα ασημένια τους χέρια
Εξανεμίστηκα
Έγινα θάνατος
Με μάτια τετράγωνα εκλιπαρούσαν για έλεος
Δεν ήξερα το νόημα αυτής της λέξης
Τους αφάνισα άπαντες.

***
Ο τρελός του χωριού
 

Περπάτησα ανάμεσα στα πτώματα με πόδια γυμνά
Όλα τους παιδιά
Σκοτωμένα με χαμόγελα στα χείλη
Ο Ήλιος άρρωστος, αχνόφεγγε από ψηλά
Απέναντί του, η άνασσα η Μήνη
Ξαφνικά σκοτείνιασε
Οι πλανήτες στάθηκαν ακίνητοι για λίγο
Η σιγή του σύμπαντος ήρθε στ’ αυτιά μου
Και με ξεκούφανε
Σήκωσα τα χέρια μου προς τον ουρανό
Αίμα έπεφτε απ’ τα σπλάχνα του
Έπιασα τη Σελήνη και την έσβησα για πάντα.

Η Γη έγινε γυάλινη
Ξεσκέπασα λίγο χώμα και την είδα να κυοφορεί
Τα νεκρά παιδιά άρχισαν να σηκώνονται από το σβέρκο
Σα μιαν αόρατη κλωστή να τα τραβά
Αιωρήθηκαν όλα τριγύρω μου, με βλέφαρα κλειστά
Ήμουν ο τρελός του χωριού.

***

©Στράτος Κ. (Abuno)
photo© Earl Hines

Φαίδων Θεοφίλου, Πανσέληνος Καθρέφτης κ.α.

(Α’ Δημοσίευση)

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 

Στάθηκε το θηλυκό στο μέσον της νύχτας
κι έστειλε στη πανσέληνο τα λόγια της…..
Το αρσενικό, που ρέμβαζε τη θύμηση μακριά της
διάβαζε τα λόγια αυτά
στην ασημένια οθόνη της σελήνης:
« Στο στήθος φτερουγίζει η ανάσα μου
και ψάχνει δρόμο να σε βρεί…
Νιώθω την πνοή σου, άρωμα
τριαντάφυλλου εκατόφυλλου
να μπερδεύεται στα μαλλιά μου,
να βελονιάζει τις σκέψεις μου,
να σκιρτάει στο λαιμό μου,
να βρίσκει την είσοδο της χαράς στο στόμα μου.
Έρχεσαι μέσα μου κι απλώνεσαι
σαν πορφυρή σταγόνα
που κοκκινίζει το νερό σε αίμα.
«Το αίμα μου».
Τ’ αρσενικό με μάτια που έλαμπαν απόκοσμα
έστειλε τα δικά του λόγια:
«Ευτυχώς που υπάρχει
Ο Χρόνος, η Φθορά κι ο Θάνατος
για να έχω κάτι να περιφρονώ…»

Η Σελάνα, η Σελήνη, η Πανσέληνος, το Φεγγάρι,
που πάντα υπήρξε προαγωγός του Έρωτα και της παραφοράς του,
σταμάτησε την πορεία στο θόλο τ’ ουρανού
και πια, δεν ήθελε να δύσει…

***
 
ΓΙΑ ΝΑ ΛΕΩ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ…

Τίποτα δεν έμαθες στη ζωή σου. Τίποτα.
Εκτός,
να ξεμαθαίνεις απ’ τα λάθη σου
και να επαναλαμβάνεις τα ίδια…
Για να λέω όμως την αλήθεια,
μοιάζεις με τα τζιτζίκια
που δεν ήρθαν για να μάθουν
αλλά για να διδάξουν στη ζωή
με το τραγούδι τους,
την αξία της σιωπής…

Ποιήματα από τον «Κύκλο της κοντινής ξαδέλφης»

*

© Φαίδων Θεοφίλου
photo© Ricardo Diez Baeza

Αθανάσιος Κρήνης, ποίηση

 

 
Αντικατοπτρισμοί 

Ας έρθουμε τώρα
στην έρημη χώρα
με μνήμες παλιές να βρεθούμε,
στων σπόρων τα χόρτα
στων πλοίων τα πόρτα
κουρσάροι ξανά να ντυθούμε.

Μιας λίμνης η πέτρα
σε κύκλους που απλώνει
τρυπάει ξετρυπάει τα όνειρά σου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αθανάσιος Κρήνης, ποίηση»

Μαρία Πολυδούρη, δύο ποιήματα…

Αρχείο 29/03/2013

…από τη συλλογή “Οι Τρίλλιες που Σβήνουν”

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ

Ποια μοίρα να μου ετοίμασε το πέρασμα,
ποιο πνεύμα μ’ έχει πάρει,
τη νύχτα απόψε τη φθινοπωριάτικη
μ’ ένα μεγάλο θλιβερό φεγγάρι.

Στον κήπο του Ζαππείου, φωλιά του έρωτα;
Εγώ μια σκιά που σέρνεται στο χώμα,
ένα φύλλο που πια τη ρίζα του έχασε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πολυδούρη, δύο ποιήματα…»

Μαρία Πολυδούρη, δύο ποιήματα…

…από τη συλλογή «Οι Τρίλλιες που Σβήνουν»

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ

Ποια μοίρα να μου ετοίμασε το πέρασμα,
ποιο πνεύμα μ’ έχει πάρει,
τη νύχτα απόψε τη φθινοπωριάτικη
μ’ ένα μεγάλο θλιβερό φεγγάρι.

Στον κήπο του Ζαππείου, φωλιά του έρωτα;
Εγώ μια σκιά που σέρνεται στο χώμα,
ένα φύλλο που πια τη ρίζα του έχασε
και που το παίρνει ο άνεμος ακόμα.

Έρημα τα δρομάκια, έρημοι οι πάγκοι του.
Το σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
αμφίβολα. Προ μιας στιγμής εφύγανε
οι ερωτευμένοι.

Εδώ ένας νέος σκυθρωπός ετοίμαζε
κάποια χαρά στην παθιασμένη ζωή του.
Φιλούσε ενός μικρού χεριού τα δάχτυλα
μεθούσεν η συλλοή του.

Εκεί, κάποιος ποτέ που δεν επίστεψε
ζητά απ’ τα ωραία χείλη
το μάταιον όρκο. Πόσο πιο καλλίτερα
νάτανε σιωπηλά και να τα εφίλει.

Εδώ, πάνω σ’ αυτό το αρχαίο μάρμαρο
είχε καθήσει η κόρη
κ’ ένας άντρας ξανθός σαν ήλιος, το είδωλο
της αγάπης εθώρει.

Κάποιος, μέσ’ στις σκιές που όλο βαθαίνουνε,
ένας θεός που εξιλασμό ζητούσε,
μιας παρθένας το σώμα ξέσκεπο άπλωσε
και της νύχτας τα πνεύματα καλούσε.

Στον πάγγο που το βάρος τον γονάτισε
τον έδειρε μια τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυο ψυχές που αρρώστησαν
και δεν τους δίνει η αγάπη τους χαρά καμμία.

Τόσα φιλιά και κρυφοαναστανέγματα
σε μια στιγμή πως σβήσαν!
Το αγέρι του φθινόπωρου δυνάμωσε
κ’ οι ερωτευμένοι φύγαν και μ’ αφήσαν.

Να, μόλις φύγαν. Μένει ακόμα το άρωμα
τριγύρω εδώ χυμένο.
– Και γω μια σκιά που δε θα με υποψιάζονταν
κανείς, τι θέλω εδώ, τι μένω;

***
ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νειότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά πριν ’πο μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κύτταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

Γιώργος Πύργαρης, Το δέντρο της Αόρατης Πόλης

Εκδόσεις Πνοές λόγου & τέχνης

(απόσπασμα)

[…]

Στην ουσία ήμουν ένας περιπλανώμενος, που δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να γυρίζει οπουδήποτε μέσα στη πόλη. Έτσι μια μέρα, χωρίς και γω να καταλάβω καλά καλά πώς, βρέθηκα στο τρίτο όροφο ενός νοσοκομείου για παιδιά. Κάθισα σε μια απ’ τις καρέκλες που υπήρχαν για τους επισκέπτες παρατηρώντας τριγύρω.
    Το βλέμμα μου έπεσε από τη πρώτη στιγμή πάνω της.
    Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι πέντε περίπου ετών. Μα ήταν το πιο φοβισμένο πλάσμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όλα πάνω της ανέδυαν φόβο. Καθόταν σχεδόν ακίνητη σε μια μικρή καρέκλα, ακριβώς δίπλα σε μια νέα κοπέλα που διάβαζε αδιάφορα ένα περιοδικό. Δεν ήταν η μητέρα της. Κανένα πλάσμα δε δείχνει τόσο φοβισμένο, όταν βρίσκεται τόσο κοντά στη μητέρα του. Είχε δύο αδύνατα ποδαράκια σα καλάμια, που κολυμπούσαν μέσα σε ένα κίτρινο κοντό παντελονάκι. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη και τόσο τρομαγμένη, σαν όλοι εμείς γύρω της, να ήμασταν θεόρατοι γίγαντες που δεν είχαμε καμιά λογική, κανέναν ενδοιασμό και θα μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να της κάνουμε κακό δίχως λόγο. Ένα τέτοιο συναίσθημα τρόμου έβγαζε. Τα μάτια της παίζανε φοβισμένα, κοιτώντας μια τον έναν μια τον άλλον. Σούδινε την εντύπωση, πως το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει για να κρυφτεί σε μια σκοτεινή υγρή τρύπα. Τόσο τρομαγμένη έδειχνε και ειλικρινά μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω εδώ πόσο.
    Είχα απομείνει παγωμένος να τη κοιτάζω. Ήταν σαν ένας σκοτεινός ήλιος που εξέπεμπε φόβο.
    ‘’Είναι ορφανό’’ μου είπε σιγανά μια κυρία δίπλα μου, που μάλλον κατάλαβε ότι είχα ταραχτεί    ‘’Δεν έχει γονείς το καημένο. Το φέρανε χθες από ένα ίδρυμα’’
    Και σα να μάντεψε τη σκέψη μου συνέχισε.
    ‘’Η κοπέλα είναι μια απ’ αυτές που τη προσέχουνε. Φοιτήτρια μάλλον. Κάθε οχτάωρο αλλάζουνε.   Τι να σας πω…πέντε χρονών κι ακόμη δε μιλάει!’’
    Το ίδιο βράδυ δε μπόρεσα να κλείσω μάτι στο δωμάτιό μου. Από τη πρώτη στιγμή που την είδα, σα να μου βύθισαν ένα σκουριασμένο καρφί στη καρδιά. Αυτό το παιδί, ήταν ολοφάνερο, δεν είχε κανέναν στο κόσμο. Κανέναν! Μεγάλωνε μέσα σε ένα ίδρυμα, με παγωμένους ανθρώπους γύρω του, που το μόνο που ήθελαν, ήταν να περάσει το οχτάωρό τους και να φύγουν από κοντά του. Του φώναζαν με το παραμικρό, ίσως το χτυπούσαν ακόμη για να κάθεται σε μια γωνιά αμίλητο κι ακίνητο σα να μην υπάρχει. Γιατί αυτό ίσως ήθελαν όλοι. Να μην υπάρχει.
    Να ποιος ήταν λοιπόν, ο πραγματικός ανθρώπινος πόνος.
   Ω πόσο ανόητος μέχρι τώρα υπήρξα! Πόσο ψεύτικα και πόσο πολυτελή μου φαίνονταν τα δάκρυα που είχα χύσει κάτω απ’ το παραμυθόδεντρο…
    Την άλλη μέρα, την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε μεγαλόπρεπος πάνω από τη πόλη, εγώ βάδιζα ξανά για το νοσοκομείο. Ευτυχώς το επισκεπτήριο άρχιζε σχετικά νωρίς, γι’ αυτό δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Ανέβηκα με σφιγμένη καρδιά στο τρίτο όροφο και κάθισα στην ίδια θέση. Σε λίγο φάνηκε το κοριτσάκι με μια άλλη κοπέλα αυτή τη φορά. Το ίδιο αδιάφορη.
    Περίμενα αρκετή ώρα, προσπαθώντας να μη εξωτερικεύω το ενδιαφέρον μου για τη μικρή. Κάποια στιγμή κάθισαν κάπου απέναντί μου, ενώ η κίνηση στον όροφο, άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ένα σωρό επισκέπτες έρχονταν για να δουν τα άρρωστα παιδιά, κρατώντας δώρα και παιχνίδια στα χέρια. Γιατροί και νοσοκόμες άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και τα δωμάτια. Όποτε μπορούσα όμως, κοίταζα τη μικρή που έδειχνε το ίδιο, αν όχι περισσότερο τρομαγμένη.
    Μονάχα μια στιγμή ένοιωσα να υποχωρεί κάπως ο φόβος της. Όταν ξεχάστηκε για λίγο και τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα παιχνιδάκι που κρατούσε ένα άλλο κοριτσάκι. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο παιχνίδι. Μια μικρή μαϊμουδίτσα ήταν που έκανε κούνια. Μα η μικρή για λίγες στιγμές, έριξε τα μάτια πάνω του και δε μπορούσε να τα πάρει από κει. Και όλες αυτές τις στιγμές, λες και έγινε ένα θαύμα. Εξαφανίστηκε προσωρινά κάθε φόβος από πάνω της και παραλίγο να ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο στο αδύνατο και χλωμό προσωπάκι της.
    Δεν έχασα καιρό. Σηκώθηκα αμέσως και κατέβηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Δε μπορεί, κάποιο μαγαζί εδώ γύρω, κάποιο περίπτερο, θα πουλάει ένα ίδιο παιχνίδι. Έψαξα αρκετή ώρα και τελικά το βρήκα. Το αγόρασα και ανέβηκα βιαστικός τα σκαλιά για το τρίτο όροφο, μ’ έναν αδικαιολόγητο φόβο μήπως η μικρή δεν ήταν ακόμη εκεί.
    Όμως εκεί ήταν. Μόνο που ο φόβος είχε επιστρέψει ξανά. Κάθισα πάλι στη θέση μου, κρατώντας το παιχνίδι στα χέρια μου. Η κοπέλα που την πρόσεχε, είχε βγάλει μια μικρή λίμα και περιποιόταν αδιάφορα τα νύχια της.
    Άρχισα με τα δάχτυλα να κουνάω πέρα δώθε τη μαϊμουδίτσα κοιτάζοντας συνάμα και τη μικρή που μετά από λίγο κατάλαβε επιτέλους ότι τη κοιτούσα και άφησε για λίγο τα μάτια της πάνω στα δικά μου. Της χαμογέλασα. Ταράχτηκε λες και της έριξα χαστούκι. Κοκκίνισε και στράφηκε αμέσως αλλού μα ήμουν σίγουρος πως θα ξανακοιτούσε. Έσπρωξα με περισσότερη δύναμη τη μαϊμουδίτσα πάνω στη κούνια, έτσι ώστε να κάνει λίγο θόρυβο. Πράγματι, μετά από λίγο ξανακοίταξε. Έτεινα προς το μέρος της το παιχνίδι και με ένα νεύμα μου, την προέτρεψα να έρθει να το πάρει. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο και έριξε τα μάτια στη κοπέλα . Δεν αποφάσιζε να σηκωθεί. Ποιος ξέρει πόσο ακατόρθωτο έμοιαζε γι’ αυτήν κάτι τέτοιο. Σηκώθηκα όμως εγώ. Πλησίασα και στάθηκα από πάνω τους. Η κοπέλα σταμάτησε να λιμάρει τα νύχια της και με κοίταξε ερωτηματικά.
    ‘’Μπορώ να χαρίσω στη μικρή αυτό το παιχνιδάκι;’’ ρώτησα.
     Η κοπέλα δε μου απηύθυνε καν το λόγο.
   ‘’Πάρτο!’’ είπε αδιάφορα και ψυχρά και έσκυψε πάλι στα νύχια της.
    Πλησίασα το παιχνίδι στη μικρή, που έμοιαζε λες και ήθελε να άνοιγε η γη και να τη καταπιεί. Πέρασαν μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες κι έπειτα σήκωσε αργά αργά το κοκαλιάρικο χεράκι της που έμοιαζε με καλαμάκι, πήρε το παιχνίδι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και τόκρυψε στην αγκαλιά της.
    Ίσως ήταν το μόνο αληθινό δώρο που έπαιρνε στη ζωή της. Θα είχε πάρει κι άλλα βέβαια μα απ’ αυτά που τα πηγαίνουν απρόσωπες οργανώσεις κάθε Χριστούγεννα για να τραβήξουν φωτογραφίες. Μα ένα δώρο αγάπης που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτήν πρώτη φορά μάλλον έπαιρνε. Και τόδειχνε ο τρόπος που το κρατούσε. Δεν άρχιζε να παίζει απ’ ευθείας μαζί του, μα το κρατούσε σφιχτά, σα να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Σαν αυτό, να ήταν μια ζεστή καρδιά, που παλλόταν ολοζώντανη στην αγκαλιά της.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

διήγημα

Δημοσίευση: Πόρφυρας, φυλλάδιο 146 σελ. 485, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013
Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

 

   Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις αναρίθμητες ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά που τον ρωτούσε.
   Στο σπίτι τώρα, έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι που καταδέχτηκαν να ζουν σε σπίτι ανθρώπων που διώχτηκαν με τη βία. Μερικά πράγματα έκαναν το μυαλό του να σταματά. Πώς μπορούσαν να ζουν σ’ ένα σπίτι που δεν τους ανήκε, να το λένε «σπίτι τους» και στους τοίχους να κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Τι λογική ήταν αυτή. Ποιο δίκαιο. Αλλά, ποιός ενδιαφέρεται πια για δίκαιο. «Είναι καλοί άνθρωποι, απλοί, που δεν γνωρίζουν από πολιτική και τους έστειλαν εδώ όχι για να επιβιώσουν αλλά για να εξυπηρετήσουν κάποιους δικούς τους σκοπούς». Και τους έφεραν στο δικό μας σπίτι.
Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: Η μαυρομάτα έγινε πελώρια. Ο ευκάλυπτος υπήρχε αλλά ήταν λυγισμένος, τα κυπαρίσσια στη θέση τους, δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και τ΄ άλλα δέντρα. Ούτε η ακακία. Βγήκαν κάποιοι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε μα δεν έδωσε σημασία, προχώρησε προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από τη μαυρομάτα. Το σκαλιστό ερμάρι. Η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο: όλα στη θέση τους, το μόνο που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα.
   Και καθώς το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από τον χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο: Μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από τον λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος τούρκος, που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάκτυλα πάνω από τις χορδές.
   Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Πόσες ιστορίες είχε ακούσει γι αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Τα χέρια του κινήθηκαν μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.
   «Η κιθάρα είναι δική μου τώρα!», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο.
   Σαν κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε και πριν συνέλθει από το ξάφνιασμα ήρθε αμέσως ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» έκλεισε και μπροστά στα μάτια του, εμφανίστηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε: τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα. Συνήλθε μόνο από τον θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητο τους καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε.
   Στον γυρισμό δεν είπε ούτε μια λέξη. Ούτε-μια-λέξη! Κοιτούσε συνέχεια, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει.
*