Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ

Μια ιστορία με αγαλματίδια, βραβεύσεις και διαψεύσεις, μια ιστορία για τη φαντασία και τη μισθωτή την εργασία που δεν απελευθερώνει.

Μια ανταπόκριση πικρή

«Θα τιμωρηθεί παραδειγματικά», δήλωσε δίχως περιθώρια αντίλογου ο κύριος Διευθυντής. Έτσι τον φωνάζανε, μήτε Γιώργη ή κύριο Γιώργο, μα κύριο Διευθυντή. Και έτσι το μεσημέρι το διοικητικό συμβούλιο τον δέχθηκε και του ‘δωσε την ευκαιρία να εκφέρει τους ισχυρισμούς του, μια δικαιολογία βρε αδερφέ για το ατόπημα του. Η αλήθεια είναι πως είχε τρυπώσει στο αποθηκάκι των προμηθειών και είχε αποκοιμηθεί. Δεν τον αναζήτησε κανείς, μα όταν η κυρία Βέρα, υπεύθυνη προμηθειών, έσπευσε να πάρει ένα κουτί με στυλό διαρκείας – πάντα ο χρόνος –  , ρωτώντας στο κενό πού πάνε και χάνονται όλα αυτά τα στυλό, καινούρια και ωραία, με το μελάνι τους ολοζώντανο τον είδε και έβαλε τις φωνές, καθώς υπέθεσε πως ο νεαρός είχε πέσει θύμα κάποιας αιφνίδιας νόσου και τώρα έμενε η υποχρέωση του καθενός να ανακατευτεί με την υπόθεση του θανάτου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Λόουν Ρέιντζερ»

Γρηγόρης Σακαλής, δύο ποιήματα

Δυστυχία

Τι κάθεσαι και γράφεις
μου είπε ένας δήθεν φίλος
αφού τίποτα δεν θ΄αλλάξει
εγώ γράφω για το κέφι μου
του είπα
πολλά μπορούν ν΄αλλάξουν
όταν το θελήσουν οι άνθρωποι
πάντως όχι από σένα
και τους ομοίους σου
δεν ξέρω αν είστε
ή παίζετε τους μοιρολάτρες
δικό σας πρόβλημα
αλλά όταν μοιράζετε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, δύο ποιήματα»

Αντώνης Νικολής: Πολεμική αντί κριτικής

(απάντηση στην «κριτική» του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

Δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής», 11-2-2024, Β2, σελ. 15.

Στο «Βήμα της Κυριακής», 14-1-2024, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου δημοσίευσε «κριτική» για το τελευταίο μυθιστόρημά μου Περεγρίνος.

Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους ο συντάκτης τους περιέλαβε:

α) Αρκετές κατά βάση ασύντακτες, τάχα μακρές και περισπούδαστες περιόδους που καταλήγουν σε ακυριολεξίες [π.χ. «Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων, οι οποίοι θα έπρεπε να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους, επιδιώκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά (το βασικό δόγμα των «σκυλοφιλοσόφων»), στο πλαίσιο του κυνικού τριπτύχου (όπως το θέτει ο Μισέλ Φουκό) αντοχή-επαγρύπνηση-ενδοσκόπηση, είτε την υπέρβαση της θνητότητας (τον θεμελιώδη πόθο του χριστιανισμού). Και παρακάτω: Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη, αποσπώντας από αυτό το ήθος του αληθώς λέγειν (απαραίτητο για να υποστηριχθεί η πραγματική-μυθιστορηματική αυτοχειρία του Περεγρίνου).]. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αντώνης Νικολής: Πολεμική αντί κριτικής»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]

έκκρουσον στυγεράν εκ κραδίας οδύναν
Μελέαγρος

Έργο σε τρεις σκηνές

 τοιμόρροπο αρχοντικό στο κέντρο της πόλης. Δίπατο με σαθρές ξύλινες κολόνες, φαγωμένες από τον καιρό. Μια σκεπή μισογερμένη, με μπαλώματα εδώ και εκεί. Και ακριβώς πάνω από την είσοδο που υπακούει σε κάποιον αρχαιοελληνικό τάχα ρυθμό, με τη βαριά ξύλινη πόρτα και το εντυπωσιακό ρόπτρο με το μισάνοιχτο στόμα του γρύπα, η επιγραφή. «Το Μαντείο». Δίπλα από το οίκημα ξεχωρίζει ένα μικρό περιβόλι, με λίγες νεραντζιές και κάτι βρώμικες θημωνιές. Το σπίτι περιβάλλει μια μάντρα, με κακοκομμένους λίθους και το περίσσευμα της λάσπης στερεωμένο πια, ξεχασμένο από τον αδέξιο χτίστη, τον κακοπληρωμένο. Μια άλλη πόρτα πλάι σε εκείνη τη μεγάλη, την κλειστή στέκει μισάνοιχτη. Και πηγαινοέρχεται το βουβό πλήθος, μαυροφορεμένο, με τα γυαλιά για την αντηλιά φορεμένα. Και κάποιοι συνομιλούν, χαμηλόφωνα πάντα, σφίγγουν τα χέρια και αποχαιρετιούνται. Ένας που φεύγει σκοντάφτει σε ένα φαράσι, κάνει να πέσει μα κρατιέται. Και ύστερα, φωνάζει ένα μεγαλοπρεπέστατο «άει σιχτίρ». Στρίβει στη μάντρα, φτιάχνει το καπέλο του. Ένας από την αυλή φωνάζει. Το έργο αρχίζει.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Το λάλο το νερό[¹]»

Κυριάκος Δημητρίου, Τεντωμένη μπατονέτα ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Κυριάκος Δημητρίου, Τεντωμένη μπατονέτα, Homo hominis virus, εκδόσεις Σμίλη, 2023 ―Επίμετρο: Γιώργος Ρούσκας

Ο πολυγραφότατος Κυριάκος Δημητρίου, μετά την τελευταία του εκδοτική εμφάνιση με τον τίτλο Δυτικά της Φαντασίας (Σμίλη 2021), εμφανίζεται με μια νέα νουβέλα, η οποία, όπως αναφέρει και ο Γιώργος Ρούσκας στο εξαιρετικά επιμελημένο επίμετρο για το σύνολο του έργου του Κ. Δημητρίου: «…ποτίζεται βαθιά από τον μαγικό ρεαλισμό.» Η αγάπη και η βαθιά γνώση του Κ. Δημητρίου για τη φιλοσοφία διαποτίζει το σύνολο του έργου και το ίδιο συμβαίνει και στο συγκεκριμένο αφηγηματικό σύμπαν. Επιπλέον, διακειμενικότητα δεν το εγκαταλείπει, καθώς οι αναφορές σε αγαπημένους φιλοσόφους, αλλά και στο αρχαίο πνεύμα, καθώς και η αυτοδιακειμενικότητα, αφού διατηρεί μια συνέχεια και έναν διακειμενικό διάλογο με τα ίδια τα του έργα και επαναφέρει τους ήρωές του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κυριάκος Δημητρίου, Τεντωμένη μπατονέτα ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος

Ανταπόκριση από μια εποχή που διστάζει να κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια. 

Επειδή την ψυχή της έχασε, λέει μες στο παιχνίδι.

Τον συνάντησα στο τάδε χιλιόμετρο της εθνικής οδού. Φοβόταν, μου ‘πε, να μην μας δουν. Επειδή του το’παν ξεκάθαρα πως την επόμενη φορά θα είναι ανυπολόγιστη η ζημιά. «Τέλειωσες Γιώργη, πάει, ξόφλησες». 

Έξω σαν πουλιά που ξενυχτάνε, οι οδηγοί των βαριών φορτηγών. Ανόβερο, Ρώμη, Άγιοι Σαράντα, Σόφια, Πρίντεζι, Ντόρτμουντ. Στέκουν ανάμεσα στους καπνούς των, προϊστορικοί καπνιστές, παράξενοι χρησμοδότες να ανασαίνουν παγωνιά. Του ‘κανε νόημα σαν τον είδε. Φορούσε ένα βαρύ παλτό, σαν τους ναυτικούς και ας μην την είχε συναντήσει ποτέ του τη θάλασσα. Μια τέτοια έστεκε πια για απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και τους ανθρώπους.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Δασκαλεμένος»

Ιωάννα Ζερβού, Τάλαινες ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Περισπωμένη

ΤΟ ΦΩΣ

Το φως
Πάνω στις πέτρες
Και ’συ
Από μουσική και φως

Μιαν άγια ώρα που όλα
Γίνονται δυνατά
Το βάδισμά σου, οι ροές του σώματος
Κάτι ανάλαφρο σαν του ελαφιού
Το ξάφνιασμα
Μια κόκκινη κλωστή που τρέμει Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Ζερβού, Τάλαινες ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Καίτη Παυλή, Φύσηξε ο αγέρας και σκόρπισαν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα-διήγημα]

Καίτη Παυλή, Φύσηξε ο αγέρας και σκόρπισαν ―εκδόσεις Παρέμβαση

2. Μια ιστορία του καφενείου: Ο Τηλέγραφος

Οι ιστορίες που ανέβαιναν απ’ το καφενείο μού ασκούσαν μεγάλη γοητεία. Ανδρικές φωνές τυλιγμένες σε καπνούς, αρωματισμένες με άχνα ούζου, ανακατωμένες με γέλια. Ανέβαιναν αυτούσιες τα βράδια, όταν έφευγε η πολλή πελατεία και έμεναν μια-δυο παρέες. Τότε  τραγουδούσαν, αν είχαν πιει κάμποσο και είχαν έρθει στα κέφια, κι έλεγαν ιστορίες πιπεράτες, πραγματικές ή φανταστικές για να βγάλουν τον καημό τους- μερικοί μάλιστα ήταν γεννημένοι αφηγητές – να εντυπωσιάσουν και να κάνουν το κομμάτι τους  ο ένας στον άλλο. Στο επίκεντρο πάντα ήταν ο Τηλέγραφος, άντρας ψηλός ξερακιανός, ευφάνταστος με μεγάλο απόθεμα ιστοριών. Το παρατσούκλι τού το ’δωσαν θαρρώ και για το ύψος του, αλλά κυρίως γιατί στις περισσότερες  ιστορίες του αναφερόταν στον τηλέγραφο, που σίγουρα τον είχε εντυπωσιάσει πολύ, όταν ως στρατιώτης εκπαιδεύτηκε σ’ αυτόν και  ήταν το αγαπημένο του «επάγγελμα». «Τότε λοιπόν που ήμουν στον τηλέγραφο…». Έτσι ξεκινούσαν πολλές ιστορίες του. «Αντίπαλο δέος»  ήταν ο Γάτος (κανονικό επίθετο αυτό) που αφού τον κούρντιζε για μια νέα ιστορία, στη συνέχεια τον τσιγκλούσε με ερωτήσεις που επεσήμαιναν αντιφάσεις, υπερβολές και τερατώδη ψέματα.  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Φύσηξε ο αγέρας και σκόρπισαν ―κυκλοφορεί [απόσπασμα-διήγημα]»