Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τρία ποιήματα

I

Ο ΕΛΛΗΝΟΜΝΗΜΩΝ

Ορφέας απαθής ο Ελληνομνήμων,
έτσι όπως οδηγεί τη Μνήμη του στο φως,
γυρνά να την κοιτάξει – πόθος του κρυφός–,
για να χαθεί, κι αυτός να μείνει αμνήμων.

*

II Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Τρία ποιήματα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη

Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία

Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ανεμώνη»

Ασημίνα Λαμπράκου, Κάλως(*) πόεμ αλαλούμ

είδ’ ο Γιούνης κύματα μεγάλα
κι έφυγε στον άνεμο καβάλα

στάθηκ’ ο άνεμος στην άκρη
έπεσε ο Γιούνης μεσ’ στο δάκρυ

ήρθε κι ο Χατζηπετρής
ο μολυβοπελεκητής

έφτιαξ’ του Γιούνη ένα σκάφος
εχάθη στου πέλαου το βάθος Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, Κάλως(*) πόεμ αλαλούμ»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης

Σκηνή από ένα έργο

Mπαρόκ σκηνικό παλιάς πόλεως με περίτεχνες προσόψεις. Έμποροι, μικροϋπάλληλοι, εργάτες του δήμου, πωλητές αφεψημάτων, διαφημιστές ιατρικών σκευασμάτων με κάποιον ταλαίπωρο για μοντέλο να συμμετέχει στην επιχείρηση, με αντάλλαγμα λίγο ρούμι ή ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν μπορεί να τα’χει όλα. Στο βάθος της σκηνής τα τραπεζάκια της πλατείας, ένα δυο γεμάτα. Στο κεντρικό οι ηθοποιοί ντυμένοι με καλοκαιρινή πουκαμίσα, ακίνητοι, σαν παρατημένες μαριονέτες. Ένας νέος εισβάλλει στη σκηνή,τα ρούχα του σκισμένα, στους τρόπους και το φέρσιμό του μια τρομερή αβεβαιότητα. Δεν ξέρει πού πηγαίνει, πλησιάζει εκείνους τους δυο.

Νέος: Ξέρετε, ξέρετε (κομπιάζει) που βρίσκεται η συνοικία που λέει το χαρτί; Είμαι φοιτητής και σε αυτό το κομμάτι της πόλης δεν έχω ξαναβρεθεί.

Άνδρας Α, Τζόζεφ: Καλημέρα νεαρέ. Φοιτητής, είπατε; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Έρως, ο ξιφήρης»

Δημήτρης Μπαλτάς, Στο κουρείο

Απόγευμα Πέμπτης. Στο στενό της πλατείας, δίπλα απ’ το ραφτάδικο, ο κουρέας με κόμπους ιδρώτα στο μέτωπό του δούλευε απρόθυμα. Μια μύγα τον περιτριγύριζε και τον τσιγκλούσε, όσο ο ανεμιστήρας μάταια αγκομαχούσε.

Ο μεσόκοπος πελάτης, βαρύθυμος, βυθισμένος στην καρέκλα και τις σκέψεις του, αδιαφορούσε για τις άσπρες τούφες που γέμιζαν το πάτωμα – παράσημα του χαμένου χρόνου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μπαλτάς, Στο κουρείο»

Σταύρος Σταμπόγλης, Σπείρες εξέλιξης ή προαγωγή πολέμου ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Κουκκίδα

1η ΣΠΕΙΡΑ

Πενθώ των κατακλυσμών μου το μέγεθος.
Ό,τι συσσωρεύεται αλάτι και κοφτερές σκιές
στα  πρόσωπα.
Καθρέφτης οι σιωπές απέναντι·
εκείνο  το παράθυρο της θάλασσας με το σκοτάδι·
οι τσαλακωμένες φωνές στα κύματα·
τα ερείπια των ειδών στις όχθες της ασφάλτου.
Δρόμο-δρόμο, τοίχο-τοίχο, πλάτη-πλάτη
οι σιωπηλές κεντήστρες της νύχτας,
αυτή η μαντική οξυγραφία στης πόλεως
το λούστρο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σταύρος Σταμπόγλης, Σπείρες εξέλιξης ή προαγωγή πολέμου ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Γρηγόρης Σακαλής, μια τεράστια χαράδρα

Το χθες επιστρέφει

Αγαπημένες μορφές
από το παρελθόν
έρχονται τις νύχτες
στον ύπνο σου
και σου μιλούν
μ΄εκείνες
τις χαρακτηριστικές τους φωνές
που αγγίζουν τις λεπτές χορδές
της ψυχής σου, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, μια τεράστια χαράδρα»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne

Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό, του Ντελακρουά

μια ιστορία αλληγορική

Mπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε. Ήταν ένα βρώμικο ποτοπωλείο από εκείνα που διανυκτερεύουν, πουλώντας φτηνό ουίσκι. Επειδή ακριβώς μένει ανοιχτό ως αργά, μαζεύει λογής ανθρώπους, μέθυσους, μοναχικούς, παραμυθάδες, φονιάδες, σωματέμπορους, δούλους και κόκκινα κορίτσια, αποτυχημένους εμπόρους. Καθένας πίνει μονάχος του και πάνω από τα κεφάλια τους αιωρείται ένα λεπτό στρώμα καπνού, έτσι που να μπορούσε κανείς να υποθέσει πως μες στο κακόφημο μαγαζί έχει πέσει μια ομίχλη, που είναι αδύνατο να διαλυθεί.

Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ, είπε εκείνη. Έφτιαξε κάπως τα μαλλιά της που κολλούσαν στο μέτωπό της. Και έπειτα, έχοντας βρει κάτι παραπάνω από την χαμένη της αυτοκυριαρχία επανέλαβε αποφασιστικά. Ένα ποτήρι κρασί, αυτό μόνο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Marianne»