Σταυρούλα Α. Γάτσου, ποίηση

Προδημοσίευση από την ποιητική σύνθεση «Εργαλεία Πολέμου για τους Αιχμάλωτους του ’Ερωτα»,Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

***
ΩΔΗ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΙΣΥΦΟ

πετρώδη αετώματα
μικροί βάτοι που αφήνονται στη τύχη του ανέμου να χαϊδεύονται
χυμένα πράσινα μικρά χορτάρια βύζαξαν πρώτη άνοιξη
οι παπαρούνες που φυτρώνουν αείποτες χωρίς να ρωτάνε γιατί

τριμμένη σάρκα στα πόδια και στα γόνατα
από την αέναη συνεχόμενη κίνηση των μυών
γνωστικά προδομένη κι αυτή από την ώρα της ανάστασης
στην υψικάμινο ορίζεται η αυτόχειρος παρθένα
η εκπνοή, στιγμή της λύτρωσης
σε κάθε δύση της ημέρας ολοκληρώνεται η αρπαγή

θεοί και άνθρωποι
ωσάν ορίσατε χαρά σε τέτοια μοίρα
πως δεν ορίσατε τον πόνο;

***
Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
Γεμάτη πίκρα

στα μάτια όλων να
φαντάζω σωστή

Επειδή υπάρχω
επειδή υπήρξα πιστή
να’δινα τη ζωή μου στη θάλασσα καλύτερα
παρά ανθρώπου χέρια να περιμένει
να σπαρταρά
το σώμα μου ίδιο κουφάρι
η ζωή μου περίσσια

Που πήραν κι έκαμαν των πόνων μου ανώφελη θυσία
έναν μύθο καλόν.

***

λίγο πριν απ’το μετά*
(το λειβάδι στα σύννεφα)

‘Εξοδος
Στις φλέβες μου κυλάνε
μνήμες.
Φτωχοί συγγενείς
φυλούν
τις πύλες των αθανάτων.
Στα μάτια μου
κείτεται μια καρδιά βουνίσια
κι ένα σταφύλι κορμί.
*

Στη σύνθεση το «λίγο πριν απ’το μετά» αναφέρεται ως τίτλος στα περιεχόμενα και κλείνει τα εργαλεία. Πρόκειται για μια σειρά από μικρά ποιήματα, το πρώτο από αυτά είναι το ‘Εξοδος.

*
Copyright©Σταυρούλα Α. Γάτσου
photo© Dorothea Lange, 1938

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44.
Ένας ισόβιος έρωτας στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και ο εφιάλτης του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.
Εκδόσεις Ίκαρος

(απόσπασμα)
Πεθαίνει ο παππούς
Ο ΠΑΠΠΟYΣ ΜΟΥ, του οποίου πήρα τ’ όνομα, ο κυρ-Μιχαήλ, όπως τον φώναζαν, υπέφερε από άνοια εδώ και επτά-οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, όμως, είχε πέσει κατάκοιτος, και συγκεκριμένα λίγο αφότου η γιαγιά (η μητριά του πατέρα μου) απεδήμησε εις Κύριον, θα έλεγαν στην εποχή της.
   Άραγε, ήταν προτιμότερο, που την έχασε όσο ακόμη ήταν στα καλά του, ο καημένος; Ή μήπως θα ήταν μικρότερο το χτύπημα γι’ αυτόν, αν την είχε χάσει αργότερα, όταν είχε πια χαθεί κι ο ίδιος στην ομίχλη της αρρώστιας του;
   Μετά την απώλεια της γιαγιάς, πάντως, ο παππούς μετακόμισε σ’ εμάς, στο πατρικό μου, και τώρα ήταν στα τελευταία του.
ΑΣΦΑΛΩΣ, η μνήμη μου παρουσιάζει πολλά κενά, όχι μόνο από εκείνη την εποχή, αλλά και από άλλες, κατά πολύ μεταγενέστερες. Πολύ καθαρά θυμάμαι μόνο διάφορες ξεκομμένες λεπτομέρειες.    Για το συγκεκριμένο, όμως, δεν γεννάται ζήτημα, είμαι απολύτως σίγουρος.
   Μερικούς μόνο μήνες, πριν γίνει ό,τι έγινε με τον πατέρα της Νίκης, χάσαμε τον παππού.
ΟΣΗ ΦΡΙΚΗ κι αν μου προκάλεσε τότε το γεγονός ότι έτυχε να είμαι παρών στις τελευταίες του στιγμές, τόση αγαλλίαση μου φέρνει σήμερα.
   Πώς αλλιώς να το πω; Πιστεύω ότι υπήρχε κάτι άριστο στην όλη εμπειρία. Και μακάρι να επέστρεφε η συνήθεια, όπου κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν μες στα σπίτια τους, στο ίδιο τους το κρεβάτι, κι όχι στο αφιλόξενο και σχεδόν εχθρικό περιβάλλον ενός νοσοκομείου.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, τότε ακόμα μέναμε στη μονοκατοικία, και τον παππού τον είχαμε βάλει στο σαλόνι, σ’ εκείνη τη μεγάλη πολυθρόνα που άνοιγε και γινόταν κρεβάτι, πλάι στον καναπέ.
   Το σαλόνι είχαμε πάψει ουσιαστικά να το χρησιμοποιούμε, τα δύο περίπου χρόνια που έζησε μαζί μας ο παππούς(το πρώτο εξάμηνο κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα χωρίς τη γιαγιά, αλλά από εκεί και πέρα έπεσε κατάκοιτος), κι είχαμε μεταφέρει την τηλεόραση στην κουζίνα.
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ξεψύχησε αρχές Μαΐου, ένα Σάββατο πρωί, κατά τις οκτώ. Είχαμε περιτριγυρίσει το κρεβάτι του, από τα δεξιά η μαμά να του κρατάει το ένα χέρι, από τ’ αριστερά το άλλο εγώ, και στα πόδια ο μπαμπάς, απόμακρος και σχεδόν ψυχρός ως συνήθως.
   Ο παππούς είχε κλειστά τα μάτια του, και το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, κι όχι μόνο το στόμα του, αλλά ολόκληρο το πρόσωπό του, λες και είχε μετατραπεί σε μια χοάνη, σ’ ένα μικροσκοπικό σπήλαιο, που πάλευε να πάρει ανάσα, κι απλώς έβγαζε εκείνο τον απαίσιο ρόγχο.
ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ αυτιά τουλάχιστον, ο ρόγχος του έμοιαζε μ’ ένα είδος βογκητού από την υπερπροσπάθεια που κατέβαλλε για ν’ ανασάνει. Το σκελετωμένο στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε, μετά πάγωνε για λίγο, πείθοντάς μας ότι όλα είχαν τελειώσει, αλλά όχι, λάθος, ο βραχνάς ξεκινούσε πάλι από την αρχή.
   Η μαμά έλεγε ότι ο ρόγχος του είχε αρχίσει από το περασμένο βράδυ, κι ότι η ίδια έπεσε πάνω του, ξεφωνίζοντας, «μη φεύγεις, μη!», κατά τις τρεις-τέσσερις το πρωί.
   Επέμενε ότι ο παππούλης θα είχε σβήσει από τότε κιόλας, μες στην άγρια νύχτα, αλλά με το ξέσπασμά της, λέει, τον είχε ξαναφέρει πίσω.
   Δεν είχα ακούσει το παραμικρό, κι ας κοιμόμουν στο διπλανό δωμάτιο, αλλά δεν υπήρχε λόγος να αμφιβάλλω.
   Είχα ξυπνήσει κατά τις επτά εκείνο το πρωί, κι όταν γλίστρησα στο σαλόνι, η μάνα μου, που δεν είχε κλείσει μάτι,παρέμενε σαν φρουρός δίπλα του.
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΑ το επερχόμενο τέλος, κυρίως από τον ήχο που έβγαζε από το στόμα του ο παππούς, ίσως κι από την καταρρακωμένη έκφραση της μάνας μου.
   Από εκείνη τη στιγμή μέχρι που ξεψύχησε, δηλαδή για καμιά ώρα περίπου, βρισκόμουν σε μια αλλόκοτη κατάσταση, μετέωρος, μεταξύ ύπνου και ξύπνου, μεταξύ του κορυφαίου βιώματος και του απόλυτου τίποτα, μεταξύ στιγμιαίας αναμονής και αιωνιότητας.
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ποτέ μου αυτές τις στιγμές. Για κάμποσο χρονικό διάστημα επικρατούσε μια αίσθηση ρουτίνας, μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, που σαν να ανακυκλωνόταν ατελείωτα: ο παππούς αγωνίζεται ν’ ανασάνει μ’ όλη του την ύπαρξη, εμείς, με τη μαμά, του κρατάμε τα χέρια, κι ο μπαμπάς τον ατενίζει από τα πόδια του κρεβατιού.
   Κι ύστερα, ξαφνικά, ο αέρας, λες κι αρχίζει να σώνεται. Οι προσπάθειες του παππού γίνονται όλο και πιο αγωνιώδεις, όλο και πιο μαρτυρικές, και το χρονικό διάστημα ανάμεσά τους διαρκώς μεγαλώνει, σαν χάσμα.
   Τώρα, ακόμα πιο αραιά, ακόμα πιο βαριά και δυσοίωνα, ο ίδιος ρόγχος. Μήπως αυτή η σπασμένη ανάσα ήταν η τελευταία του;
ΝΙΩΘΩ το χέρι του να ξεφεύγει από το δικό μου, και το βλέπω να υψώνεται αργά, σχεδόν με μεγαλοπρέπεια, και ν’ αγγίζει το μάγουλό του.
   Έχω την αίσθηση ότι βάζει όλες του τις δυνάμεις, όλη του την ψυχή, για να εισπνεύσει. Ακόμα και το χέρι στο πλάι του προσώπου του, σαν να το σήκωσε για να βοηθήσει και μ’ αυτό.
   Το στήθος του φουσκώνει πάλι και ξεφουσκώνει, με μια βασανιστική, τελετουργική βραδύτητα, κι η χοάνη της στοματικής του κοιλότητας σφυρίζει γι’ άλλη μια φορά βραχνά.
   Και τότε, σ’ αυτήν ακριβώς τη στάση, με τα κυρτά και σαν μαγκωμένα δάχτυλά του κολλημένα στο δεξί μάγουλο, κοκαλώνει ολόκληρος, κι ο ρόγχος, η ανάσα, όλα χάνονται.
ΑΠΛΩΣΑ ενστικτωδώς το χέρι μου κι έπιασα το δικό του, που είχε απομείνει σαν αγκιστρωμένο στο μάγουλό του. Του το έσφιγγα, κι ήταν ακόμα ζεστό, το χάιδευα και το μάλαζα, ψηλαφούσα την απατηλά ζωντανή του σάρκα, σαν να αρνιόμουν να πιστέψω ότι ο ίδιος δεν ήταν πια εκεί.
   Πιέζω τον εαυτό μου να θυμηθεί τι έγινε μετά, τι κάναμε ή είπαμε, αν τηλεφωνήσαμε στον γιατρό, ή ποιος ειδοποίησε το γραφείο κηδειών, αλλά μου είναι αδύνατον να θυμηθώ το παραμικρό. Μπροστά μου έχω μόνο την γκροτέσκα εικόνα του νεκρού παππού πάνω στο κρεβάτι.
   Τα μάτια κλειστά, το πανιασμένο, τραβηγμένο πάνω στα κόκαλα δέρμα, το ένα χέρι στο μάγουλο, και το στόμα του να χάσκει ανοιχτό, σ’ εκείνη την τεντωμένη έκφραση, λες και θα παλεύει ν’ ανασάνει, ή ίσως ν’ αφήσει ένα παρατεταμένο, τρομερό ουρλιαχτό, ακόμα και στον άλλο κόσμο.
ΣΥΝΗΘΩΣ, η ανάμνηση αυτή τελειώνει εκεί, και το μόνο που κατορθώνω να φέρω στο νου μου αμέσως μετά, είναι ο πασίγνωστος εξπρεσιονιστικός πίνακας του Έντβαρτ Μουνκ, Η κραυγή.
   Σύμφωνα με τη μυστηριώδη πλαστογραφία του υποσυνειδήτου μου, ακουμπισμένος στην κουπαστή της ξύλινης γέφυρας, που σαν να την πυρπολεί το καταματωμένο σούρουπο, απεικονίζεται ο ίδιος ο κυρ-Μιχαήλ καθώς ψυχορραγεί.
***
Σημείωμα του συγγραφέα: Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να λέγεται «Δεκεμβριανά»
Από το 2006, που εξέδωσα τους «Φίλους», έχω δημοσιεύσει πολλά βιβλία, αλλά κανένα αληθινά καινούργιο. «Η Μεγάλη Άμμος», που την ξεκίνησα εικοσάρης. Kαι η τριλογία «Ιστορίες της Λίμνης», που χρειάστηκε μια δεκαπενταετία για να ολοκληρωθεί. Μαζί τους, επανεκδόθηκαν τα πάντα δημοφιλή «Τζιτζίκια», αλλά και η φιλόδοξη «Επινόηση της πραγματικότητας». Μέχρι και μια «Αρχαία συνταγή» σε μετάφραση. Ώσπου, έξι χρόνια μετά, έρχεται όχι ένα ντοκιμαντέρ όπως η πρόσφατη «Υψηλή τέχνη της αποτυχίας», αλλά ένα καινούργιο μυθιστόρημά μου, «Η πιο κρυφή πληγή».
Ας μην ξεχνάμε ότι χρειάστηκε, για πρώτη φορά, να κάνω μια μεγάλη έρευνα ως προς το πραγματολογικό υλικό. Παραδόξως, όμως, ενώ το βιβλίο μου σχετίζεται άμεσα με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν είναι κατά καμία έννοια ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται αυστηρά στο παρόν, και αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία.
***
Τα Δεκεμβριανά του ’44 μού έκαναν βαθιά εντύπωση από την προεφηβεία μου ακόμα. Με άλλα λόγια, στην ηλικία που πρωτομπλέκει μ’ αυτά κι ο ήρωάς μου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς ότι από τότε, ήδη, ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο. Η ιδέα εδραιώθηκε και για την ακρίβεια άνθισε μέσα μου την άνοιξη του 2011, όταν βγήκαν στους δρόμους οι Αγανακτισμένοι, κάτι που επίσης θυμίζει το μυθιστόρημά μου, αφού και ο Μιχάλης αποφασίζει να γράψει την αφήγησή του τότε. Κατά έναν ανάλογο τρόπο, εμπνεύστηκα ιδίως το πρώτο μέρος της ιστορίας μου από την «Αραβία» του Τζόις, πράγμα το οποίο δηλώνεται και στο βιβλίο μου, μολονότι εκεί απλώς ο ήρωας εντυπωσιάζεται από την ομοιότητα του διηγήματος των «Δουβλινέζων» με τη ζωή του (βλέπε το κεφαλαιάκι με τον τίτλο «Η ζωή αντιγράφει την τέχνη»).
Βιβλία σχετικά με τις τριάντα τρεις αιματοβαμμένες μέρες του ’44 συγκέντρωνα χρόνια. Τώρα, όμως, προμηθεύτηκα και όσα άλλα έκρινα απαραίτητο, κι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Σε αντίθεση με τον Μιχάλη, όμως, δεν έγραψα γραμμή το καλοκαίρι του ’11, απλώς η μελέτη των Δεκεμβριανών έφτασε εκείνη την εποχή σ’ ένα αποκορύφωμα.
Συνέχεια του σημειώματος στο Protagon 
Copyright©Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Απόστολος Θηβαίος, «Με Τόσες Προσευχές»


Στη μνήμη του Γιώργου Ιωάννου,

εν ομίχλη λησμονημένου.
Είπαν πως τον είδαν στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Φορούσε ρούχα ανατολικά, κάτι λευκά φορέματα, διάφανα χαμηλά. Αυτά κρεμόντουσαν στα πεζοδρόμια και ήταν σαν κάτι ή κάποιος επιμονίμως να τον ακολουθεί. Κρατούσε ένα μικρό βιβλίο, το κρατούσε σφιχτά σαν μικρό παιδί που τρέμει όταν για πρώτη φορά συναναστρέφεται την αδιαφορία των ανθρώπων. Ορισμένοι που αναγνώρισαν την οικεία μορφή του, τον ακολούθησαν καθώς έστριβε στην οδό Αθηνάς. Ένα νεαρό αγόρι, με ενδυμασία μοντέρνα και ένα μυστήριο στο πρόσωπό του σχεδόν ανεξιχνίαστο, ο χωροφύλακας που περιφέρεται εδώ και αιώνες στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα, χαιρετά εγκάρδια τους καταστηματάρχες και κλαίει τις νύχτες πετώντας το πηλίκιό του στον αέρα. Τον ακολούθησαν αδέσποτα, ένας ναυτοπρόσκοπος με το βαθύ, γαλάζιο φουλάρι του, ένας παράφρων που ομιλούσε μια αρχαία γλώσσα και ήταν ρακένδυτος, σαν να είχε φτάσει τώρα σε τούτο τον τόπο, σαν να είχε μόλις σωθεί από κάποια κλεισμένα σύνορα. Τον ακολούθησα και εγώ. Είχε βέβαια γεράσει μα θα μπορούσε ο καθένας να τον αναγνωρίσει με ευκολία αν πρόσεχε τις μικρές αποστάσεις των ματιών του, τα ακίνητα, ψάρια νεκρά τα χέρια αυτού του ανθρώπου, η μεγάλη επιφάνεια του καθαρού προσώπου.Έπειτα, καθώς περπατούσαμε όλοι εμείς, μια φυλή ολόκληρη απόκληρων προσέξαμε και το συζητήσαμε με ενδιαφέρον, το μεγάλο, στρατιωτικό σάκο με την αποφορά. Ο ίδιος έκλαιγε προσέξαμε και το συζητήσαμε με επιμονή και ενδιαφέρον. Εκείνη την ημέρα ήταν καλοκαίρι και όλα τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, οι μεγάλοι ανεμιστήρες στα σκοτεινά καφενεία άφηναν έναν βόμβο, ανακάτευαν το θερμό άνεμο, τεμάχιζαν το μεσημέρι με το συνηθισμένο τους τρόπο. Στα κατάμεστα σκαλά ακούγονταν κορίτσια που γελούσαν μες στα υπόγεια. Εκείνος περπατούσε με τα διάφανα, λιβυκά του ρούχα. Κάθε τόσο σταματούσε εμπρός από κάποιον λευκό τοίχο και έγραφε ένα ποίημα, έναν μόνο στίχο, σε λίγα χρόνια ετούτη η πόλη θα συνιστά ένα παλιό, εν προόδω έργο. Χαθήκαμε στα στενά, πίσω από την κατάμεστη, λαϊκή αγορά που έχει μορφές νωθρές, ανθρώπους του τίποτα, μύγες των αγορών.Οι άνθρωποι αυτοί, καθισμένοι μας παρατηρούσαν και δεν εκπλήσσονταν γιατί σε τούτη την πλατεία υφίστανται αναρίθμητες ακολουθίες. Κυρίως ερωτικές. Τώρα ανηφορίζαμε προς έναν δρόμο με κλειστά καταστήματα, στις άκριες του δρόμου σπουδαίες χαράδρες, από μέσα φλεγόμενα πουλιά που πέφτουν στις σκεπές των ανατολικών προαστίων και έτσι εξηγείται η μεγάλη φωτιά που μαίνεται στο μέλλοντα χρόνο. Παράτησε το σάκο σε μια διασταύρωση, από εκείνες που δεν αναζητά κανείς στις πρωινές εξορμήσεις, στις γραφειοκρατικές διευθετήσεις, δρόμοι δίχως ανθρώπους, σαν ιστορίες ενός άλλου καιρού, με όλες τις γενιές τους σκοτωμένες. Σπεύσαμε όλοι να δούμε το περιεχόμενο του σάκκου. Ήταν εκείνα τα ίδια κεφάλια που τον απασχόλησαν τότε και τον συντάρραξαν και μέθυσε θλιβερά για το ματωμένο μαχαίρι στο τραπέζι, για το σφαγμένο ψωμί μας, για τα παιδιά που επιβίωσαν και έγιναν δάκρυα και πλάτες γυρτές ηλικιωμένων ανθρώπων που τίποτε δεν ζήσαν και τώρα μιλούν με οργή για τη θηριωδία της ελπίδας. Κάποτε έπαψε το βήμα του, εισήλθε σε ένα ταπεινό κατάστημα, οι λαμπτήρες εκείνοι στα κατώφλια μετατοπίζουν για πάντα την αθωότητα. Μας φώναξε από μακριά, σαν να γνώριζε πως τόσα χρόνια τον ακολοθούμε με πίστη, πως τόσα χρόνια παλεύουμε με ανεμόμυλους, σκοτώνουμε ανδρείκελα, δίχως να λησμονούμε ούτε στιγμή την τρομερή ιερότητα της ζωής, τη μυστική λατρεία της να πούμε, ένα ζήτημα δυσδιάκριτο, μια αποχρώσα συχνότητα, εξαιρετικά ανεπαίσθητη. Μας σύστησε από μακριά τις γηραιές γυναίκες. Η Ελένη της καταστροφής, η Μήδεια του πάθους φώναξε και έκοψαν τη φωνή του τα βαριά φορτηγά των σαββατιάτικων ανεφοδιασμών. Εκεί λοιπόν φυλούσε τη σαρκοφάγο του. Σε εκείνο το μέρος εμπιστευόταν την ανεξάντλητη τρυφερότητά του. Εμείς τον χαιρετήσαμε.
Απομείναμε ανάμεσα στο λεκιασμένο ασβέστη και τα ετοιμόρροπα ξύλα Γιώργο. Εμείς, ξανθά παιδιά Γιώργο που μας πήρε ο ύπνος με τα ρούχα. Εμείς, μια πουλημένη φτηνά συλλογή στιγμογραφιών. Τίποτε άλλο Γιώργο, τίποτε.

*
©Απόστολος Θηβαίος

photo©André Kertész, 1928

Κώστας Καρυωτάκης, Τρεις Μεγάλες Χάρες

Στο Παρίσι, 1928
Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος!
Δ. Σολωμός
Ι. ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
Εἶναι ἕνας ἀγαθὸς γεροντάκος. Ἔπειτα ἀπὸ τριάντα χρόνων ὑπηρεσία, ἔχει νὰ διατρέξει ὅλους τοὺς βαθμούς. Γραφεὺς στὸ πρωτόκολλο.
Πάντα ἔκανε τὴ δουλειά του εὐσυνείδητα, σχεδὸν μὲ κέφι. Σκυμμένος ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ στὸ παρθενικὸ βιβλίο του, περνοῦσε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἀντέγραφε τὶς περιλήψεις. Κάποτε, μετὰ τὴν καταχώριση ἑνὸς εἰσερχομένου ἢ ἑνὸς ἐξερχομένου, ἐτράβαγε μιὰ γραμμὴ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν τελευταία στήλη καὶ προχωροῦσε πρὸς τὸ περιθώριο, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα φυγῆς. Αὐτὴ ἡ οὐρὰ δὲν εἶχε θέση ἐκειμέσα, ὅμως τὴν τραβοῦσε βιαστικά, μὲ πεῖσμα, θέλοντας νὰ ἐκφράσει τὸν ἑαυτό του. Ἂν ἔσκυβε κανεὶς πάνω στὴν ἁπλὴ καὶ ἴσια γραμμούλα, θὰ διάβαζε τὴν ἱστορία τοῦ καλοῦ ὑπαλλήλου.
Νέος ἀκόμη, μπαίνοντας στὴν ὑπηρεσία, ἐχαιρέτησε μὲ συγκαταβατικὸ χαμόγελο τοὺς συναδέλφους του. Ἔτυχε νὰ καθίσει σ᾿ αὐτὴν τὴν καρέκλα. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ. Ἦρθαν ἄλλοι ἀργότερα, ἔφυγαν, ἐπέθαναν. Αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ. Οἱ προϊστάμενοί του τὸν θεωροῦσαν ἀπαραίτητο. Εἶχε ἀποκτήσει μία φοβερή, μοιραία εἰδικότητα.
Ἐλάχιστα πρακτικὸς ἄνθρωπος. Τίμιος, ἰδεολόγος. Μ᾿ ὅλη τὴ φτωχική του ἐμφάνιση, εἶχε ἀξιώσεις εὐπατρίδου. Ἕνα πρωί, ἐπειδὴ ὁ Διευθυντής του τοῦ μίλησε κάπως φιλικότερα, ἐπῆρε τὸ θάρρος, τοῦ ἀπάντησε στὸν ἑνικό, ἐγέλασε μάλιστα ἀνοιχτόκαρδα καὶ τὸν χτύπησε στὸν ὦμο. Ὁ κύριος Διευθυντὴς τότε, μ᾿ ἕνα παγωμένο βλέμμα, τὸν ἐκάρφωσε πάλι στὴ θέση του. Κ᾿ ἔμεινε ἐκεῖ.
Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ ἀπὸ τὸ γραφεῖο, παίρνοντας τὸν παραλιακὸ δρόμο, βιαστικὸς βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα τὸ μπαστούνι του μὲ τὴν ὡραία, νικέλινη λαβή, γράφει κύκλους μέσα στὸ ἄπειρο. Καὶ μέσα στοὺς κύκλους τὰ σημεῖα τοῦ ἀπείρου. Ὅταν περάσει τὰ τελευταῖα σπίτια, θ᾿ ἀφήσει πάντα νὰ ξεφύγει ψηλὰ μὲ ὁρμὴ τὸ μπαστούνι του, ἔτσι σὰν ἀπόπειρα λυτρωμοῦ.
Μετὰ τὸν περίπατο τρυπώνει σὲ μία ταβέρνα. Κάθεται μόνος, ἀντίκρυ στὰ μεγάλα, φρεσκοβαμμένα βαρέλια. Ὅλα ἔχουν γραμμένο πάνω ἀπ᾿ τὴν κάνουλα, μὲ παχιά, μαῦρα γράμματα, τ᾿ ὄνομά τους: Πηνειός, Γάγγης, Μισσισσιππῆς, Τάρταρος. Κοιτάζει ἐκστατικὸς μπροστά του. Τὸ τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, μὲ τὸ ὁποῖο ταξιδεύει σὲ θαυμάσιους, ἄγνωστους κόσμους. Ἀπὸ τὰ πυκνὰ δέντρα, πίθηκοι σκύβουν καὶ τὸν χαιρετᾶνε. Εἶναι εὐτυχής.
II. ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Δὲν ξέρω τί φοροῦσε στὸ κεφάλι. Τὰ ροῦχα της δὲν εἶχαν οὔτε σχῆμα οὔτε χρῶμα. Ἐμπῆκε στὸ γραφεῖο κρατώντας στὴν ἀγκαλιὰ δυὸ παιδιὰ καὶ σέρνοντας τέσσερα. Καθένα ἔκλαιγε ἢ ἐφώναζε μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Ἄλλο τραβοῦσε τὸ φουστάνι της, ἄλλο τὰ μαλλιά της. Ἕνα ἀγόρι ὡς τριῶν χρονῶν ἔτρεμε μὲ κάτι παράξενα ἀναφιλητά, χωρὶς νὰ κλαίει. Ὅλα μαζὶ — φριχτὴ συμφωνία — ἐκοίταζαν τὴ μητέρα τους ὅπως οἱ μουσικοὶ τὸ μαέστρο. Αὐτὴ ὅμως εἶχε ξεχάσει τὴν παρτιτούρα της σ᾿ ἕνα κομψὸ γραφειάκι ἀπὸ acajou.
Στάθηκε μπροστά μας μὲ ὀρθάνοιχτα μάτια. Κάτι σὰν ψεύτικο γέλιο, μιὰ γκριμάτσα οἴκτου πρὸς τὸν ἑαυτό της, ἐξηγοῦσε τὰ λόγια της. Ἦταν Ἀρμένισσα. Ὁ ἄντρας της ἐπέθανε σ᾿ ἕνα χωριό, κ᾿ ἦρθε ἀπὸ κεῖ ζητώντας ψωμὶ γιὰ τὰ παιδιά της. Τώρα παρακαλοῦσε νὰ στεγασθεῖ. Κάποιος ποὺ ἤξερε τὴ γλῶσσα της τῆς εἶπε ὅτι δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ θέσις. Καὶ καθὼς δὲν ἤθελε νὰ καταλάβει, τὴν ἔβγαλαν ἔξω στὸ διάδρομο. Ἔμεινε ξαπλωμένη μὲ τὰ παιδιά της ὡς τὸ μεσημέρι. Τὴν ἄλλη μέρα, ἡ ἴδια ἱστορία. Ἦρθε πολλὲς φορὲς ἀκόμη.
Ἐπιτέλους τὴν ἔριξαν σὲ μία ἀποθήκη. Τριάντα οἰκογένειες προσφύγων ποὺ ἔμεναν ἐκειμέσα εἶχαν χωρίσει τὰ νοικοκυριά τους πρόχειρα, μὲ φανταστικοὺς τοίχους. Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες ἁπλωμένες, ξύλα βαλμένα στὴ γραμμή, ἐσχημάτιζαν τετράγωνα, τὰ μαχητικὰ τετράγωνα τῆς τελευταίας ἀμύνης. Σ᾿ αὐτὲς τὶς φωλιὲς ἀκινητοῦσαν ἢ ἐσάλευαν πένθιμα σκιὲς ἀνθρώπων. Τρεῖς τρεῖς, πέντε πέντε, σκορπισμένοι ἀνάμεσα σὲ ρυπαρὰ ροῦχα καὶ ὑπολείμματα ἐπίπλων, ἦταν σὰ νὰ ψιθύριζαν παραμύθια ἢ νὰ προσπαθοῦσαν σιγὰ ν᾿ ἀποτινάξουν τὸ σκοτάδι.
Τώρα ἡ ἀποθήκη φωτίζεται ἀπὸ ἕνα κερί. Κάποιο δέμα τυλιγμένο μὲ καθαρὸ ἄσπρο πανὶ ἔχει τοποθετηθεῖ προσεκτικά, κάθετα πρὸς τὸν τοῖχο, χάμου. Εἶναι τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ ἕξι παιδιὰ τῆς Ἀρμένισσας, ποὺ πέθανε λίγες ὧρες μετὰ τὴν ἐγκατάστασή τους. Τ᾿ ἀδέλφια του παίζουν ἔξω στὸν ἥλιο. Ἡ μητέρα, ξαλαφρωμένη, παραστέκει γιὰ τελευταία φορὰ τὸ μωρό της. Οἱ ἄλλες γυναῖκες τὴ μακαρίζουν, γιατί θὰ μπορέσει ἀπὸ αὔριο νὰ πιάσει δουλειά. Εἶναι σχεδὸν εὐτυχής. Καὶ ὁ νεκρὸς ἀκόμη περιμένει μὲ τόση ἀξιοπρέπεια…
ΙΙΙ. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY
Στὴ μέση τῆς γιορτῆς προχωροῦσε ἀργά. Καθὼς ὅλοι βιάζονταν γύρω της, ἦταν σὰν ἕνα μαῦρο στίγμα σὲ πανὶ κινηματογράφου. Συντροφιὲς ἀπὸ νέους περνοῦσαν. Ἄλλοι τὴν ἔβλεπαν κ᾿ ἐξακολουθοῦσαν τὸ δρόμο τους, ἄλλοι τῆς ἐσφύριζαν ἕνα κομπλιμέντο, ἄλλοι τῆς ἔλεγαν διστακτικὰ μιὰ φράση περιμένοντας ἀπάντηση. Ὅπου ὁ συνωστισμὸς ἦταν μεγαλύτερος, ἡ τόλμη ἐλευθερώνοταν καὶ δὲν ἀρκοῦσαν τὰ λόγια. Κάποιος ἐστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο μὲ πρόσωπο, ὥρα πολλή. Ναῦτες ἐπέρασαν δίπλα, κι ὅλοι ἐπρόσεξαν νὰ τὴν σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοὶ τύποι τὴν ἀκολουθοῦσαν βῆμα πρὸς βῆμα.
Ἔνιωθε τὸν ἑαυτό της κέντρο ὅλου αὐτοῦ τοῦ πλανόδιου ἐρωτισμοῦ. Χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴν ἄγρια θέληση τόσων ἀνδρῶν. Ἐκνευρισμένη ἀκόμη ἀπὸ τὸν θόρυβο, τὴ ζέστη καὶ τὴν προσπάθεια νὰ προχωρεῖ, στάθηκε σ᾿ ἕνα κύκλο ἀνθρώπων. Σὲ λίγο κάποιος ἦρθε σιμά της. Δὲν τὸν ἔβλεπε, αἰσθανόταν ὅμως νὰ σφίγγεται ὁλοένα πάνω της. Ἔπεφτε ἀπότομα, ὕστερα ἔμενε ἀκίνητος, ὕστερα πάλι πλησίαζε, ἀκριβῶς ὅπως ὁ λεπτοδείχτης, στὰ μεγάλα ρολόγια τοῦ δρόμου, προχωρεῖ μὲ ἀραιὰ πηδήματα πρὸς τὸν ὡροδείχτη. Τὸ σῶμα της τώρα, ποὺ τὸ προστάτευε μόλις ἕνα λεπτὸ φόρεμα, ἦταν ὁλόκληρο πάνω στὸ δικό του. Μουδιασμένη, ἐκμηδενισμένη, ἔκλεισε τὰ μάτια, κ᾿ ἔγειρε ἐλαφρά. Αὐτὸς τότε, ἀρπάζοντας μὲ βία τὸ χέρι της, τῆς μίλησε. Ἐγύρισε καὶ τὸν εἶδε. Ἀλήτης. Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια ἀναμμένα, γένια πυρρά. Τὰ ροῦχα του, ξεβαμμένα, εἶχαν ἕνα κοκκινωπὸ χρῶμα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ἦταν λοιπὸν ὁ Ἔρως;
Ἐσυνέχισε τὸ δρόμο της χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσει. Τὴν ἔσπρωχνε μέσα στὸ πλῆθος. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν στάθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ τὴν ὁδηγήσει ὅπου ἤθελε. Αὐτὴ θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε σὲ μικρὴ ἀπόσταση. Ἐκοίταξε δύσπιστος, ἀλλὰ ἐπροχώρησε. Ἔφτασαν σὲ δρόμους ἐρημικούς. Ἐβγήκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Τώρα περπατοῦσαν δίπλα σ᾿ ἕνα φράχτη. Ἦταν πανσέληνος. Ἡ εὐωδιὰ τῶν κήπων ἐγέμιζε τὰ στήθη της. Μέσα στὴ σιωπὴ ἀκούονταν οἱ γρῦλοι καὶ τὰ γρήγορα βήματα τῶν δυὸ ἀνθρώπων. Ἐγύριζε καὶ τὴν ἔβλεπε συχνά. Τὸ πρόσωπό του φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φεγγάρι, παίρνοντας μία ξένη ἔκφραση. Καὶ ἡ σιλουέτα του, μὲ τὰ παλιά, σχισμένα ροῦχα, καθὼς ἐπήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, εἶχε κάποιον ἀλλιώτικο, βιβλικὸ χαρακτῆρα. Ἔφταναν σ᾿ ἕνα δάσος. «Ἐδῶ» εἶπε ὁ ἄντρας βραχνά.
Ἀπὸ τὰ μάτια της ἐπέρασαν τὴν ἴδια στιγμὴ εἰκόνες παιδικῶν ἀναμνήσεων. Οἱ χαλκομανίες μὲ τὰ ξανθὰ ἀγγελούδια ποὺ κρατοῦσαν γιρλάντες ἀπὸ τριαντάφυλλα καὶ χαμογελοῦσαν, φυλακισμένα στὰ φύλλα ἑνὸς βιβλίου. Οἱ βασίλισσες καὶ οἱ ἱππότες τῶν παραμυθιῶν. Τὸ μὼβ φορεματάκι τῆς πρώτης κούκλας. Ὁ θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ της…Ὕστερα, ὅταν μεγάλωσε, τὰ χρόνια ποὺ πέρασε μονάχη μὲ τὴν μητέρα της. Ἔχανε κανεὶς τὸν ἀριθμό τους μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Καὶ οἱ ἐνοικιαστές. Ἔχανε κανεὶς τὴ σειρά τους…
Ὁ ἄλλος ἦταν εὐτυχής. Σὰν πρᾶγμα ἀφέθηκε στὰ χέρια του. Τὴν ἔσχισε σὰ χαρτὶ καὶ τὴν πέταξε χάμου μὲ θυμὸ ἀσυγκράτητο, μὲ τὴν πρωτόγονη ὁρμὴ τῆς διψασμένης του νιότης. Στὶς ἀκούσιες καὶ ἄτονες ἀρνήσεις της, στὶς σβησμένες λέξεις ποὺ ἐπρόφερε ὄχι ἡ ἴδια ἀλὰ τὸ φῦλο της, στὴν ἔνστικτο ὑποχώρηση τῆς σάρκας της, αὐτὸς εἶχε ν᾿ ἀντιτάξει βλαστήμιες καὶ βρισιές, ποὺ ἐσκέπαζαν, ἐξιλέωναν μὲ χυδαιότητα ὅλες τὶς ἄσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο τὸ στόμα του, μὲ μιὰ ἀποπνικτικὴ ἀνάσα, ἀληθινὴ πληγῆ, ἐσφράγιζε αἱματηρά τους ὤμους, τὰ χείλη, τὸ ἁγνὸ μέτωπο. Εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι κάπου ἀλλοῦ συνέβαινε αὐτὴ ἡ φριχτὴ ἱστορία, κ᾿ ἔκλεισε τὰ μάτια της.
Ἐπέρασαν ὦρες. Ἡ αὐγὴ ἔσκυβε στὸ ἴνδαλμά της. Τὸ πελιδνὸ σῶμα τῆς γυναίκας ἔλαμπε σὰν ἄστρο διαρκῶς περσότερο. Μέσα στὰ δάκρυά της ἐκοίταξε γύρω ἔκπληκτη. Ἐζήτησε νὰ ντυθεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἀφήσει. Τῆς μιλοῦσε τώρα μὲ τρυφερότητα. Ὕστερα ἄρχισε νὰ τραγουδάει. Τῆς εἶπε κάτι σὰν ἀστεῖο. Τέλος σηκώθηκε καί, χωρὶς λόγο, ἐπήδηξε τρεῖς φορὲς ὅσο μποροῦσε πιὸ ψηλά, ξεφωνίζοντας ἀσυνάρτητες λέξεις. Σὲ λίγη ὥρα τὴν ἀγκάλιασε πάλι. Ἦταν εὐτυχής.

Γιάννης Παναγιωτάκης, Αυτό το Δηλητήριο η Αγάπη

Πάντοτε ελλοχεύει μια άδεια αγκαλιά στην άκρη του δρόμου. Μια νέκρωση με το πρόσχημα της Αγάπης δοσμένη, και μια πρόσφορη καταφυγή που καταπίνει όσα οι ένοχες σιωπές αρνούνται να αποδεχτούν. Δεν έχω πολλή Αλήθεια μέσα μου, μονάχα μια αλλόκοτη προσήλωση σε καθετί το επισφαλές. Τίποτα για να ραγίσει, τίποτα να σπάσει, και έτσι όλα διατηρούν την εκνευριστική τους ψυχραιμία. Θα ήθελα να ήμουν ένας άγνωμος, ένας μωρός και άβουλος… Αξιοθρήνητος ίσως, για αυτό κι αγαπητός. Αποδεχτός από τους Σταυρωτές μου, με χαμόγελα γεμάτα κρότο και καρφιά έτοιμα να ματώσουν το Σώμα μου! Μα δεν μπόρεσα ποτέ μου να γίνω όσα δεν είμαι γι αυτό ξιπάζομαι μέσα στον φόβο για ότι πρόκειται να ‘ρθεί. Κανείς, μα κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να αποφύγει την μοιραία συνάντηση με την ψυχή του και Κρίμα Ναι. Κρίμα που κάτι τέτοιο πραγματοποιείται λίγο πριν το τέλος του ταξιδιού. Υπάρχουν κι άλλοι, που φοβούνται την ζωή περισσότερο ακόμα και απ’ αυτόν τον Θάνατο, κρυμμένοι σε ψέματα και σε βιβλία, σε μύθους και μεταθανάτιες εξασφαλίσεις, σε καλά κρυμμένες αμαρτίες που με ένδυμα Αγιότητας δημιουργούν την πιο Χυδαία Ψευδαίσθηση, τόσο υγρή και σκοτεινή. Ναι! Τι θα κάνετε αν κάποιος σας αφαιρέσει απ’ τα χέρια το «παιχνίδι»; Θα βρείτε άραγε κάποιον ικανό λόγο να συνεχίσετε την περιφορά αυτής της νέκρωσης , άσκοπα και ενοχλητικά? θα μπορέσετε να αντέξετε τον εαυτό και την θλίψη σας;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Αυτό το Δηλητήριο η Αγάπη»

Θανάσης Πάνου, Homo Neotacsious


Θεώρησε ότι κατέβηκε από τα αρχέγονα βουνά.

    Γλίστρησε μέσα στο χρόνο, έφτασε στον ξηροπόταμο που διασχίζει όλη τη γη και με όλη τη δίποδη φυλή του έχτισε τις χαλικιές της όχθης του. Μια νέα φάρα προνομίων τον χώρισε για πάντα από τα σπήλαια που ζευγάρωναν με τη ζωώδη ευγενική του φύση. Εδώ το προπατορικό βάρος τεμαχίστηκε από Προκρούστες νομοθέτες και γέννησε νέες αξίες. Νέα νοήματα νέες απαντήσεις τον έκαναν ανίκητο. Ο ξεροπόταμος έγινε μια αστραφτερή ηλεκτρισμένη εποχή με εκβολές ανθρώπων και φωτισμένες πόλεις. Το κλίμα του είναι εύκρατο και μια τρύπα στον ουρανό – στενή οπή από πνοή τιμωρού υπενθυμίζει τη σχέση του με τη φύση. Έγινε μέλος μιας ομάδας με άποψη για τον εαυτό της, μιας ράτσας που δεν αφηνιάζει εφόσον ελέγχει το παρόν . Υπάρχουν κανόνες ενάντια στη βία, κανόνες καριέρας που τυλίγουν σαν χλωρίδα τη συμπεριφορά. Υπάρχει το χειροκρότημα που υποστηρίζει τα απατηλά ιδανικά, τις παρωπίδες των ιδεών και τον μαγευτικό κόσμο της ομάδας. Μπορεί να υπάρχουν σαν δύσοσμα κομμάτια σκέψεις από παλιά βιβλία αλλά μια μεταμόσχευση εγκεφάλου ή μέρους του αλλάζει τη συνείδηση ανώδυνα. Ένα πλήθος γιατρών γυαλίζει όλα τα πηνία του και μυριάδες κοινωνικοί λειτουργοί επουλώνουν τα φαγωμένα ψυχικά χαρακτηριστικά του. Ακόμα και η μια όψη του η ομοιόμορφη και γλιστερή που σπαρταρά μέσα στο δίχτυ του χρόνου διακοσμείται υπέροχα με πλαστικές επεμβάσεις και έτσι αναπηδά με θελκτικές συσπάσεις δίπλα στα άλλα όντα.. Ο έρωτας ή το σεξ δε θέλουν πια αγωνιστικότητα, απλά παράδοση. Δύο, με μια ομοιόμορφη όψη. Το σεξ δε θέλει παρέα απλά παραμονεύει στο ακατοίκητο του εγκεφάλου. Τα πρωινά συλλέγει χρυσές τρίχες από δημόσιες λεοντές και τηλεοπτικά αξιώματα. Στον ελεύθερο χρόνο του ντύνεται άγριος θηριοδαμαστής και στομώνει τις συναισθηματικές του διάρροιες. Φυγάδας εξόριστος ο παρελθών εαυτός του, κάηκε σαν απαγορευμένο βιβλίο. Έτσι το μάτι του αστράφτει σαν λαμπερό σαλάχι μέσα στην παγκόσμια αρμονία που επιβάλλει ο αστυνόμος που κρύφτηκε μέσα του.
    Μα, στα άδυτα της σκέψης του θρονιασμένα ερωτηματικά, φονιάδες χωρίς αυτουργό ανασύρουν φιλοσοφικές νεκροψίες : Τι είναι πιο σημαντικό; Η σκέψη ή η ηθική της σκέψης; Τι είναι και που βρίσκεται το αληθινό «homo»; Κατοικούμε μέσα του ή απλά έχουμε κρίσεις ταυτότητας; Από γιος ως εραστής έχουμε πολλούς εαυτούς. Μπορούμε να τους αποφύγουμε και απλά να υπάρχουμε στον ξεροπόταμο; Οι ακαθαρσίες των ξωτικών υπάρχουν ή απλά παρεξηγούμε τα παραμύθια; Ποιος ζει τη ζωή μου αν εγώ περιπλανιέμαι αγνοώντας τις ρυτίδες; Μήπως η σεξουαλικότητα είναι μια τεχνολογία που μας ελέγχει και δεν αφήνει να γίνουμε πιο ελεύθεροι αύριο; Ο HOMO NEOTACSIOUS ως φοβισμένος τυμβωρύχος πηδά στο πηγάδι με ένα κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό του. Συναισθάνεται πως η πτώση συμπυκνώνει τη ζωή του σε μια τυφλή τελετουργία νομισματοκοπείων. Κάθε αξία γεννήθηκε σαν αστραφτερό λέπι και μια νέα φυλή προνομίων ξεπηδά για να εξουσιάσει.

*
Σύντομο βιογραφικόΟ Θανάσης Πάνου σπούδασε οργάνωση & διοίκηση επιχειρήσεων και στη συνέχεια στο Πάντειο πανεπιστήμιο στο τμήμα κοινωνιολογίας – τομέα εγκληματολογίας. Παράλληλα το 1983 φοιτά στο ART & CULTURE CENTER FOR ARTISTIC DEVELOPMENT & CULTURE και πραγματοποιεί ειδικές σπουδές εικαστικών τεχνών «εικόνα ήχος-κίνηση-λόγος» , σπουδές για αποφοίτους ανώτατων σχολών , όπως καλών τεχνών, θεάτρου, μουσικής, χορού και πανεπιστημιακών σχολών. Αντικείμενο του πρωτοποριακού εργαστηριού είναι η ερευνά και η λειτουργιά της καλλιτεχνικής φόρμας ως κοινό οργανικό στοιχειό σε όλες τις τέχνες, καθώς και η μορφική της αντιστοιχία από το ένα είδος τέχνης στο άλλο, με μέθοδο εκπαίδευσης την βιωματική παιδεία. το 1986 γίνεται μέλος στην ομάδα “Ω & art» και συγγράφει το δοκίμιο συγκριτικής γνωσιολογίας «ΙΕΡΑ ΜΑΝΙΑ». Έχει λάβει μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις Ζωγραφικής – VIDEO-ART, ΣΤΗΝ Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει οργανώσει λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δρώμενα πλαισιωμένα με μουσική και οπτικοποίηση ποιητικού λόγου. Με το μουσικό σχήμα των MOLES BAND έχουν επενδύσει μουσικά παραγωγές για ντοκιμαντέρ . Ως εκπαιδευτικός έχει εργαστεί με ομάδες art therapy για παιδιά με ειδικές δεξιότητες. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΕΧΝΩΝ στο τμήμα πειραματικής έρευνας και έκφρασης. 

Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα… έτσι δεν με ξεχνάς και συ…

ΑΝΤΡΑΣ – Σα να έχουμε ραντεβού.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (Βγάζει τσιγάρο και δίνει και στον άλλο. Του δίνει φωτιά και μετά ανάβει και εκείνος.) – Ναι, σα να έχουμε ραντεβού (κάθεται δίπλα του) σα να πηγαίνω σε γκόμενα.

ΑΝΤΡΑΣ – Είχες ποτέ;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί;

ΑΝΤΡΑΣ – Γκόμενα.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πολλές.

ΑΝΤΡΑΣ (φυσάει τον καπνό) – Άρα καμία…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι καμία, αφού σου λέω πολλές…

ΑΝΤΡΑΣ – Πολλές ίσον καμία. Μία ίσον πολλές…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Πώς τα καταφέρνεις και με φτιάχνεις αγαπούλα…και κει που λέω να έρθω να κάνω ένα τσιγάρο να τα πούμε λιγάκι, εσύ μου ανάβεις τα λαμπάκια και με πιάνει εκείνη η φαγούρα στις παλάμες…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, ξέρω.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τι ξέρεις;

ΑΝΤΡΑΣ – Σε πιάνει εκείνη η φαγούρα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ωραία τα λες αγαπούλα… συνέχισε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μετά με αρχίζεις στη φάλαγγα…

Ο ρασοφόρος ήσυχα πετάει το αποτσίγαρο κάτω και το πατάει να σβήσει. Μετά πάει στη γωνιά και βγάζει κάτω από το ράσο του μια μεγάλη ξύλινη κασετίνα. Πολύ προσεκτικά λες και ήταν εύθραυστα βγάζει και απλώνει πάνω στο περβάζι του παραθύρου τα εργαλεία του…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (γυρνάει και κρατάει στα χέρια του μια τανάλια) – Φοβερό εργαλείο… συμφωνείς;..

ΑΝΤΡΑΣ (σβήνει κι αυτός το τσιγάρο χωρίς να πάρει τα μάτια από τον άλλο) – Ξεπερασμένο σαν μέθοδο… από τον Μεσαίωνα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το ήξερα ότι ξέρεις.. Θέλω να μου πεις ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, δεν με κατάλαβες αγαπούλα… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Πιο παιδί;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Το δικό μου… θα το βαφτίσω…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Και θέλω ένα όνομα… από… τους αρχαίους…

ΑΝΤΡΑΣ – Αγόρι;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Αγόρι… το πρώτο… γιατί θα κάνω κι άλλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κι άλλο εννοείς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όχι, κι άλλα… θέλω πολλά…

ΑΝΤΡΑΣ – Θα τα αγαπάς πολύ τα παιδιά φαίνεται…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καρφί δεν μου καίγεται αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν καταλαβαίνω…

Ο Ρασοφόρος ξετυλίγει ένα άλλο εργαλείο και το δείχνει με καμάρι στον άλλον.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Βλέπεις τι πολλά καλώδια έχει;

ΑΝΤΡΑΣ – Προηγμένη τεχνολογία… από την Αμερική σας ήρθε;

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Από την Αμερική;.. Τώρα που το λες… για να δω, πρέπει να γράφει… (το περιστρέφει στα χέρια του και προσπαθεί να διαβάσει) …να, γράφει (συλλαβίζει) …Made in Vietnam…

ΑΝΤΡΑΣ Α, θα είναι μεταχειρισμένο…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρω εγώ αγαπούλα;.. εγώ πρώτη φορά θα το μεταχειριστώ… έχει και οδηγίες αλλά δεν τις διάβασα…

ΑΝΤΡΑΣ (Λίγο ανήσυχος) Τουλάχιστον θεωρητικά πρέπει να ξέρεις…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μη φοβάσαι αγαπούλα, θα τα μάθουμε όλα στη… πράξη…

Ετοιμάζει τα εργαλεία του με μεγάλη φροντίδα. Ο άντρας φαίνεται πια ότι αρχίζει και φοβάται.

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν μοιάζει με το συνηθισμένο ηλεκτροσόκ…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Καμία σχέση αγαπούλα… το ηλεκτροσόκ βάζεις το βύσμα στις πατούσες…

ΑΝΤΡΑΣ – Αφού τις βρέξεις πρώτα…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ναι, αγαπούλα, το ξέρεις καλά το μάθημα…

ΑΝΤΡΑΣ – Τριάντα έξι νύχτες …

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Λοιπόν, θα μου πεις το όνομα;

ΑΝΤΡΑΣ – Πάλι τα ίδια…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ένα όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Όνομα αρχαίο… για το παιδί…

ΑΝΤΡΑΣ – Α!.. (θέλει να κερδίσει χρόνο)…δεν μου είπες γιατί θα κάνεις πολλά παιδιά, αφού δεν τα αγαπάς…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – (πλησιάζει κρατώντας τα καλώδια) – Από γυναίκες ξέρεις αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ψυχολόγος είμαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Α, ναι, το ξέχασα αγαπούλα… έλα κατέβασε τα πόδια… βγάλε και τις κάλτσες… ο μόνος τρόπος για να μην σε κερατώσει η γυναίκα, ξέρεις ποιος είναι αγαπούλα;

ΑΝΤΡΑΣ – Να την σέβεσαι…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Ξέρεις πότε σε σέβεται η γυναίκα;

ΑΝΤΡΑΣ – Ξέρω τι θα μου πεις, αλλά δεν συμφωνώ. Θα μου πεις ότι η γυναίκα σέβεται μόνο όταν φοβάται…

Καθώς μιλάνε ο ρασοφόρος του κολλάει τα καλώδια στις πατούσες και ο άντρας τον διευκολύνει απλώνοντας ή τραβώντας τα πόδια του.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Την γκαστρώνεις αγαπούλα… μια ζωή γκαστρωμένη… άντε να σε κερατώσει μετά… γι αυτό θέλω πολλά παιδιά… έλα πάμε για το πρώτο τσάμικο αγαπούλα…

Ενώνει κάτι καλώδια και ο άντρας ουρλιάζει από τον πόνο. Συνεχίζει όμως την κουβέντα.

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Μπα, πολύ εύκολα ομολόγησες… φοβερό το καινούργιο μηχάνημα… Ώστε Άρης ε;.. (πατάει πάλι, ο άντρας ουρλιάζει) …Και το επίθετο αγαπούλα… θέλω και το επίθετο…

ΑΝΤΡΑΣ – Άρης, δεν έχει επίθετο… είναι γνωστός σαν θεός του πολέμου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (πατάει με μεγαλύτερη διάρκεια και ο άντρας σφαδάζει από τον πόνο.)…Έτσι αγαπούλα… με δουλεύεις ε;..

ΑΝΤΡΑΣ (μορφάζοντας από τους πόνους) …Για το παιδί… μου είπες να σου πω ένα όνομα για το παιδί σου…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τόσα αρχαία ονόματα, εσύ μου είπες… του Βελουχιώτη…(σφίγγει πιο πολύ, ο άντρας ουρλιάζει) …επειδή μαγάρισα το στόμα μου αγαπούλα…

ΑΝΤΡΑΣ – Κόψε αυτό το «αγαπούλα» δεν το αντέχω…

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ (ψιθυριστά) Ναι, αγαπούλα… όπως θες…

Τα φώτα χαμηλώνουν αργά, καθώς ο άντρας ουρλιάζει πάλι.

*

ΣΚΗΝΗ 2

Στο ίδιο κελί. Ο άντρας μόνος του. Ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στο ράντζο κοντανασαίνει για να χαλαρώσει. Με κόπο γυρνάει στο πλευρό και μαζεύει τα πόδια σε στάση εμβρύου. Δεν βολεύεται και γυρνάει από την άλλη μεριά του τοίχου. Σε λίγο γυρνάει πάλι ανάσκελα και καρφώνει τα μάτια στο ταβάνι. Φαίνεται να είναι σε παραλήρημα.

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, μάνα… βοήθεια…

ΜΑΝΑ (σκοτεινή φιγούρα στη γωνιά. Σε όλη την διάρκεια δεν θα κουνηθεί) – Εδώ είμαι γιε μου… εδώ είμαι…

ΑΝΤΡΑΣ – Μάνα, δεν αντέχω άλλο…

ΜΑΝΑ – Θα αντέξεις γιε μου… θα αντέξεις… θυμάσαι τότε με τον πατέρα σου;…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν θυμάμαι μάνα… τα πόδια μου μάνα… οι πατούσες μου…

ΜΑΝΑ – Τότε με εκείνο το βιβλίο… στα δεκατέσσερα πρέπει να ήσουνα…

ΑΝΤΡΑΣ – Θυμάμαι, θυμάμαι… αχ, τα πόδια μου μάνα…

ΜΑΝΑ – Πως το λέγανε;

ΑΝΤΡΑΣ – «Οδός Αβύσσου, Αριθμός μηδέν»

ΜΑΝΑ – Ο πατέρας σου το πήρε και το πήγε στον Γυμνασιάρχη…

ΑΝΤΡΑΣ (έχει λίγο ηρεμήσει) – Ακροδεξιός μάνα…

ΜΑΝΑ – «Βασιλικότερος του Βασιλέως» έτσι έλεγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Θέλανε να τους μαρτυρήσω ποιος μου το έδωσε…

ΜΑΝΑ – Εσύ όμως δεν τους είπες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τους είπα μάνα… πήρα μια αποβολή τρεις μέρες…

ΜΑΝΑ – Θυμάμαι που όταν γύρισε σπίτι ήτανε να σκάσει «φίδι ζέσταινα στο κόρφο μου» όλο αυτό μουρμούραγε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και έσκασε στα αλήθεια μάνα…

ΜΑΝΑ – Δεν πρόφτασε το όνειρό του, να δει το στρατό να σώζει την Ελλάδα…

ΑΝΤΡΑΣ – Και μένα στη σχολή Αστυνομίας…

ΜΑΝΑ – Ναι, αυτά τα δυο όνειρα είχε…

ΑΝΤΡΑΣ – Και τα δυο δεν του βγήκανε…

ΜΑΝΑ – Είχε ετοιμάσει όλα τα χαρτιά για να πας στην Αστυνομία, όμως εσύ δυο μέρες πριν…
ΑΝΤΡΑΣ – Έφυγα μάνα, πήρα το καράβι από το Πέραμα… ένα μήνα ταξίδι…

ΜΑΝΑ – Και πήγες στην Αμερική γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα κι όταν γύρισα μετά δυο μήνες, είχε πεθάνει…

ΜΑΝΑ – Του είχες αγοράσει πιτζάμες, θυμάσαι;

ΑΝΤΡΑΣ – Και παντόφλες μάνα…

ΜΑΝΑ – Δερμάτινες, όμως δεν τον πρόφτασες…

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν τον πρόφτασα μάνα…

ΜΑΝΑ – Όμως τότε δεν μαρτύρησες ποιος σου έδωσε το βιβλίο…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι μάνα…

ΜΑΝΑ – Και εσύ μεγάλωνες και διάβαζες, διάβαζες πολύ…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα… οι πατούσες μου μάνα, πονάνε, όλο μου το σώμα πονάει και αύριο θα έρθει πάλι… και την άλλη μέρα και την άλλη. Κάθε που νυχτώνει μάνα, κάθε που νυχτώνει…

ΜΑΝΑ – Και εγώ σε καμάρωνα γιε μου…

ΑΝΤΡΑΣ – Πονάω μάνα…

ΜΑΝΑ – Θυμάσαι λίγο πριν πεθάνω γιέ μου; Έσκυψες και με ρωτούσες και τα μάτια σου κατακόκκινα, που θα πάω, πως θα με ξαναβρείς;..

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν πρόλαβες μάνα, έκανες λίγο το κεφάλι σου στο πλάι και έφυγες…

ΜΑΝΑ – Όμως τώρα ξέρεις, όποτε πονάς γιε μου, όποτε με φωνάζεις… τότε θα με ξαναβρίσκεις…

ΑΝΤΡΑΣ – Ναι, μάνα, είσαι εδώ κοντά μου…

ΜΑΝΑ – Κλείσε τα μάτια… κοιμήσου… θα σε νανουρίσω… θυμάσαι;..

ΑΝΤΡΑΣ (γυρνάει στο πλάι) Ναι, μάνα…

ΜΑΝΑ (τραγουδάει σιγά) Έλα, ύπνε και πάρε το και γλυκό κοίμισε το…(όλο το νανούρισμα)

Ο άντρας δείχνει ότι κοιμάται ησυχασμένος. Τα φώτα της σκηνής σβήνουν αργά.

***
Copyright © Πέτρος Κυρίμης

photo © pxleyes.com

Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό

Αρχείο 25/02/2013

MADE IN VIETNAM…

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ 1

Διάδρομος φυλακής. Μισοφωτισμένος. Στα πλάγια κελιά.

Ένας πανύψηλος ρασοφόρος σταματάει μπροστά στην πόρτα ενός κελιού.
Δίχως να γυρίσει περιμένει σιωπηλός. Ο φρουρός δίπλα βιάζεται να ανοίξει.
Ο ρασοφόρος μπαίνει.
Ελάχιστος φωτισμός. Ένας άντρας έχει ανασηκωθεί στο στρώμα του. Παραμένει ήρεμος. Ο ρασοφόρος στέκεται όρθιος μπροστά του. Μιλάει και η φωνή του είναι σιγανή, φιλική, σχεδόν τρυφερή.

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ – Τί κάνει η αγαπούλα μου;

ΑΝΤΡΑΣ – Δεν με ξεχνάς ποτέ. Κάθε νύχτα. Την ίδια ώρα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Made in Vietnam -θεατρικό»