Σωτήρης Παστάκας, Η Βαλεντίνη

Ήταν δεν ήταν δεκαοκτώ χρόνων, όταν μου την έφεραν οι γονείς της στο ιατρείο. Μελαχρινή, ζουμερή, με δυο βυζιά που μόλις και μετά βίας συγκρατιόνταν στο απύθμενο ντεκολτέ της. Είχε τις μυώδεις γάμπες και τους τορνευτούς γοφούς που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά κορίτσια από τις δυτικές συνοικίες –και πράγματι η Βαλεντίνη ζούσε με τους γονείς της στην Αγία Βαρβάρα– τυλιγμένους σε ένα πολύ κοντό φουστανάκι.
   Έπασχε τον τελευταίο χρόνο, αλλά για κακή της τύχη δεν την αναλάμβανε κανένας: οι παιδοψυχίατροι την έδιωχναν γιατί ήταν πάνω από δεκαέξι χρόνων, κι οι ψυχίατροι περίμεναν να γίνει δεκαοκτώ για να ασχοληθούν μαζί της. Μόλις πρόσφατα καλύφθηκε αυτό το κενό με τη δημιουργία Κέντρων Εφήβων. Για πάρα πολλά χρόνια, απ’ τα δεκαεπτά μέχρι τα δεκαοκτώ τα παιδιά έμεναν ακάλυπτα από ψυχιατρική φροντίδα, χάρη σ’ αυτό το κενό του νόμου.
   Η Βαλεντίνη, εντωμεταξύ, δεν είχε αφήσει αγόρι γι’ αγόρι στη γειτονιά. Ο πατέρας της μου την έφερε απελπισμένος, γιατί τώρα τελευταία η Βαλεντίνη επιδιδόταν και σε ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους· ως και μ’ έναν πενηντάρη, φίλο του πατέρα της, είχε πάει. Οι γονείς της, γεμάτοι κατανόηση, δε φοβόνταν ούτε τι θα πει η μικρή γειτονιά (που έτσι κι αλλιώς έλεγε), ούτε για την κακή φήμη και την υπόληψη της κόρης τους ανησυχούσαν. Φοβόνταν απλώς για εκείνη, μην τυχόν και μείνει έγκυος ή πέσει θύμα διάφορων καταστάσεων κι απασχολήσει πλέον το αστυνομικό δελτίο.
   Κατά την πρώτη μας εξέταση λοιπόν, η Βαλεντίνη αντέκρουσε πάραυτα τις κατηγορίες των γονέων της: παραδέχθηκε πως πηγαίνει με διάφορους άντρες αλλά δε φταίει αυτή. Φταίει ο Βασίλης, ο σχολικός της έρωτας, ένας συμμαθητής της στην πρώτη λυκείου, ο οποίος για να την εκδικηθεί επειδή «τον παράτησε» παίρνει διάφορες μορφές κι αρέσκεται κάθε τόσο να εμφανίζεται με το παρουσιαστικό άλλων ανδρών, διαφορετικού χρώματος ματιών, ενδυμασίας και ηλικίας. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να την ξεγελάσει: όσα ονόματα κι αν επινοούσε, όσες μεταμφιέσεις κι αν ήταν ικανός να αλλάξει, εκείνη ήξερε βαθιά μέσα της πως «παραδιδόταν στην αγκαλιά κι έκανε έρωτα μόνο με τον Βασίλη».
   Φεύγοντας με εκλιπάρησε να την πιστέψω. Συγκατένευσα. Της είπα πως την πιστεύω απόλυτα, με τον όρο πως κι αυτή θα κάνει κάτι για μένα: θα πάρει τα χάπια που της έγραψα. Δέχθηκε πρόθυμα την ανταλλαγή. Συνεργάστηκε να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά γιατί ήμουν αυτός που συμμερίστηκε τον πόνο της, που παραδέχθηκε μπροστά στους γονείς της πόσο κατεργάρης και καταφερτζής ήταν ο σχολικός της έρωτας, ο Βασίλης.
*
copyright © Σωτήρης Παστάκας
από τον ιστότοπο του φίλου Γιώργου Μίχου

Νίκος Κυριακίδης, τρία κίτρινα ποιήματα –και ένα παραλήρημα

 
ΠΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ
( πρώτο κίτρινο)

Ένα κίτρινο πουλί, κατέβηκε πολύ χαμηλά.
‘’Θα βρέξει’’
Με κοίταξε στα μάτια
Καταλάβαινα τη γλώσσα του:
‘’Είσαστε όλοι μαστρωποί’’
Έμενε σχεδόν ακούνητο,
απέναντι έλεγε ‘’ταχυφαγείο’’.
Στιγμές-στιγμές σαν να παίζαμε το παιχνίδι της επιβολής.
Ποιός θα στρέψει πρώτος το βλέμμα αλλού.
Εγω θα χάσω.
Γιατί πουλί δεν είμαι,
γιατί έπαιξα με τον χρόνο,
δεν είμαι ευαίσθητος στα ιόντα,
γιατί έχω φάει απέναντι.
Αυτό έχει φάει,
μόνον με ρυθμό.

***
HELPLESS
(δεύτερο κίτρινο)

Πήραν τα μάτια μου φως
Κανείς δεν θάρθει
Δεν έχω βαρίδια στις τσέπες
στα πόδια, έχω.
Περιμένω
Κίτρινα λουλούδια
Με τον θεό τους για γύρη
Και μια συγκατάβαση το πολύ,
για κάποια μικρά,
για λίγο χρόνο.

***
Ένα μήνυμα σε άγνωστον αποδέκτη
(τρίτο κίτρινο)

Έχω στο μυαλό ένα ξεκούρδιστο καναρίνι
Δεν μπορεί ούτε να φοβάται, πια.
Μόνον σιωπά κρυώνοντας
Μόνον κρυώνει μ’ αξιοπρέπεια.

***
Με την άδειά της, θα το προτιμούσα… “Θέλετε να χορέψομε Μαρία ;’’
(παραλήρημα)
Δεν σταματάμε να ψάχνουμε απαντήσεις, λύσεις ανύπαρχτων μυστηρίων, εκεί που η συγκίνηση μας παίρνει μαζί της-μέσα της ;
Δεν παύουμε να εκχωρούμε στους συμπαθείς φιλόλογους, ‘’ερμηνείες, κριτικές, κατατάξεις, αισθητικές πολυλογίες’’, εκεί που το αίμα τρέχει, εκεί τουλάχιστον.
Αυτά είναι μικροβιολογία, καννιβαλίστικη ανατομία ζωντανού. Αυτά είναι η προσήλωση στον ‘’μη όλον’’, η μεταφυσική των παπάδων, που δεν είναι μόνοι πια.
‘’Θέλετε να χορέψομε Μαρία’’; Νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα;
Άστους Μέλπω, εδώ ανατομούν ακόμη την ‘’Εποχή στην Κόλαση’’… εγώ πάντως, θα το πω ποίημα.
Ποιός ο Γιάννης;
Ένας άρρωστος και φτωχός πολύ από τα μικράτα του, με αναπηρίες, ένα θείο φάντασμα στο υπόγειο, αυτός που συνουσιάζεται με αυτές που το έχουν ανάγκη, που χαϊδεύει με τα λόγια παραμορφωμένα παιδιά, που ακούει στοργικά κατεστραμμένους άντρες ( ‘’Χωρίς να είναι γιατρός!)… που είναι ο γρίφος;
Ποια η Άννα ;
Μια που της στέρησαν το φύλο, τη ζωή, τον έρωτα, τα παπούτσια. Μια από τα μιλιούνια. Τελικά όμως της στέρησαν όλα… όχι τον Γιάννη.
Η κυρία Θαλή ;
Θύμησες, απάθεια από κούραση, ζωή χτες -στο χτες, ( η μάνα σκέτη) μέχρι να πρωτακούσει τον Γιάννη με τις τρελές του διασκεδαστικές διηγήσεις, τα παραμύθια της.
Η Μάρθα;
Παίρνεται με πολλούς, αλητεύει, πονεμένα απαιτεί, σιχαίνεται τη μιζέρια. Μα ‘’ονειρεύεται’’ ;
Ένα θηλυκό που αντιστέκεται απελπισμένα. Πάντως βρήκε τον Γιάννη κάπως, όχι βέβαια ανάμεσα απ΄ τους εραστές της.
Μαρία θαρρώ λένε το όνειρο του Γιάννη, μη σου πω πως αυτός είναι η Μαρία του, το λέει η Μέλπω : ‘’ομαδικός άνθρωπος’’ κατ΄ άλλους ‘’γενικός άνθρωπος’’ …ο ‘’εμείς’’.
Μη φλυαρώ άλλο.
Με συγχωρείτε κιόλας, αυτή ήταν η δική μου Μέλπω, η δική μου ‘’Μαρία’’.
Ελπίζω να βρείτε τη δική σας , χωρίς αισθητικούς όρους, λογοτεχνικά ρεύματα και ‘’εξετάσεις’’ σε φοιτητές.

*

Copyright©Νίκος Κυριακίδης

photo © “Amy Alt” by William Frederking, early 90’s

Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται

Διήγημα από το βιβλίο «Κρυφά Ταξίδια» του συγγραφέα

Την έμπνευση δεν τη στέλνουν οι ουρανοί, την προκαλούν τα γεγονότα. Γι’ αυτό ο συγγραφέας παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Παρατηρεί ό,τι έχει γι’ αυτόν ζωτική σημασία. Αυτό που θα τον αγγίξει θα γίνει η ιστορία του.
    Ο συγγραφέας λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο. Παίζει με το εφικτό και το αναπόφευκτο. Κυνηγάει το ανέφικτο. Το γραφτό του οφείλει να είναι οδυνηρό και διασκεδαστικό. Ο ρόλος του παιδευτικός. Με το μυθιστόρημά του διδάσκει. Επιζητεί την αποκάλυψη. Ξεσκεπάζει την αθέατη πλευρά, το αόρατο, την ουσία. Ανυψώνει το φθαρτό σε θεό, οδηγεί τον αναγνώστη στη λύτρωση.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, Πως γράφονται τα μυθιστορήματα και δεν εκδίδονται»

Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου, Αδειανή Στάση Λεωφορείου

Όταν πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο «γραμματιζούμενος» της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του -που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς, μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της, στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το, σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το ‘παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
   Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω γράμμα του και ν’ απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ’χωρέσ’ τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα. Να όμως που το ‘φερε η θητεία του Μίμη και θα ‘μπαινα επιτέλους εκεί, που μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
   Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ’ αυτά βιοπορίζονταν. Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται τέλεια η εικόνα.
   Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο «κόλλημα» θυμάμαι, είχε φάει με το: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι» κι ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
   Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά. Εκείνη μ’ απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες. Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική, μετά απ’ αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το ‘χα από παιδάκι, παρόλο που τα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου ‘βαλε μια μεγάλη κούπα γάλα και μου ‘δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή, που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω αργά και καθαρά.
   Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της, πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία «μάτια», ανάμεσα από δυο κατσαρόλες, στο μεσαίο μικρό «μάτι», που ‘ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου ‘πε, γελώντας ακόμα:
   -«Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε», -δεν έλεγε καλά τ’ όνομά μου- «είναι παντού τα σκασμένα, αλλά να σου ‘πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε βάλει φάκες, από ‘κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του ‘λεγα: πρόσεχε Θανάση μου, ειν’ επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ’ αυτός. Πάει λοιπόν το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας. Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν είχε ηρεμήσει απ’ τους πόνους, εμφανίζεται ‘μπρος του κι εκείνος βάζει τη φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και …γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ’ όλη της τη ζήση, έπειτα απ’ αυτό το κάζο»! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου ‘χε φανεί σαν άσχετη. Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
   Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ’ ένα σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που ‘παιρνα εγώ το σχολικό μου. Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου- κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε ο Μίμης με τη «φλορέτα» τη «πρα-πρα» που ‘χεν αγοράσει, σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε τη «φλορέτα» και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε με τις …γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
   Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που ίσως φανούν -κι ίσως να ‘ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως στις 10.30 π.μ., έτσι το ‘κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως μάλιστα να ‘πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
   Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ’ αγκομαχητό. Ήταν από ‘κείνα τα παλιά  λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία σ’ όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου, σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή. Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ’ ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο, πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι, που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ’ ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει να ‘ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη «φλορέτα» στο πλάι και κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που ‘τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε μπορούσα ν’ αναγνωρίσω!
   Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν’ άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε με τη «φλορέτα» του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα, πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας, λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
   Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να ‘ρχεται, ντυμένος μ’ ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς», να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη «φλορέτα» με το δεξί χέρι και τη γκαζοκραυγή του, φεύγοντας.
   Τη κυρά-Σοφία έκανα πάρα πολύ καιρό να τη δω, μα σα την είδα τρόμαξα να τηνε γνωρίσω. Είχαν ασπρίσει τα κατάμαυρα μαλλιά της κι είχε ρυτιδιάσει στο πρόσωπο. Είχεν αδυνατίσει πάρα πολύ…
Αχ κυρά-Σοφία… Συγγνώμη που δεν ήμουνα στη στάση μου κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τ’ άλλα. Θα τον είχα καθυστερήσει με τις καλημέρες και με τη μικρή καθημερινή μας κουβεντούλα τόσον, όσο θα χρειαζότανε…
   Λυπάμαι κυρά-Σοφία… Γιατί ‘κει που πήγε, μήτε γράμμα του μπορώ να σου διαβάσω, μήτε και να του γράψουμε μπορούμε…
{+ΝΟΕΜΒΡΗΣ ’77} ΓΕΝΑΡΗΣ 2002
Copyright©Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου –Περί γραφής
 

Δημήτρης Δούκαρης, το Πέτρινο Πρόσωπο

(επίμετρο: Χρίστος Ρουμελιωτάκης)

ΔΙΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΛΟΥΜΠΙΔΗ

Από τη Σωτηρία του υπόκωφου θάνατου
έως τη σωτηρία της ψυχής σου,
πάνου στο πήλινο Γουδί του αθάνατου
πόνου,
στενή κι αδιάβατος, τραχεία η οδός –
κι απ’ όσες βάραιναν σκλαβιές τον κλήρο σου,
απ’ όσες λευτεριές σκαρφάλωναν
στο τιμημένο της ζωής σου όραμα:
η Ελευθερία του Σταυρού,
στερνό μίλημα της άφθαρτης γαλήνης σου –
ενώπιος ενωπίω στη μοναξιά σου
κι η αχή σου ν’ αντηχεί εν τη ερήμω∙
ολούθε σε τυλίγουν οι κραυγές: τον Βαραββάν,
πάντοτε κι απανταχού οι κραυγές: τον Βαραββάν –
όχι εσένα, προ παντός, όχι ε σ έ ν α∙
την ιερή πλήρωση του κύκλου σου,
το σιωπηλό σπασμό του χρέους,
την κρυφή αγωνία του σκαμένου μαρτύριου –
ώ, σιγαληνή αδημονία του:
ο ποιείς, ποίησον τάχιον,
κι οι φρουροί ένα γύρω μ’ εξαντλητική καθυστέρηση
και μήτε ποιητής, μήτε τ’ ουρανού τα κύματα,
να χαιρετίζουν το μήνυμα της ολοδικής σου Ειρήνης,
στο τελευταίο της λευτεριάς σου βλέμμα –
γιέ, αλγεινής μοίρας,
απόστολε της έσχατης ερήμωσης∙
το στεφάνι σου εξ ακανθών, μαρμάρινο στεφάνι,
στ’ αναρτημένα λείψανα της εποχής μας.

***
Τέλενδος
ή το πέτρινο πρόσωπο της αγαπημένης


Ι.
«Δεν έχει νικητές και νικημένους
η αποφράς ήμερα
που όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό» —
ήχος αιώνιος και τελετουργικός
σα μυστικό γραμμένο υπερκόσμια
στο πέτρινο πρόσωπο της αγαπημένης,
που ο τοπικός γεωγράφος ονόμασε:
«η μικρά νήσος Τέλενδος»,
και ο γραμματικός:
το αληθινό πρόσωπο της ιστορίας·
αφού ο καθένας μπορεί να διαβάσει
τα δικά του νήματα της ζωής·
και ο άνθρωπος της ζωής:
το τέλειο και παντοτινό
πρόσωπο της αγάπης,
αφού σαν πέτρινο δεν αλλάζει,
όταν κάθε αγάπη αλλάζει.

***
Στην ακροθαλασσιά

Μια μέρα όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό
κι εσένα με τα πλεχτά μαλλιά σου
στον ούριο άνεμο,
κι έμενα που φυτεύω με ταραχή
μέσα στην άμμο
στολίδια απ’ την ανάσα σου,
και απ’ το πρόθυμο δέρμα σου
εφτά ολόσωμες βιβλικές χώρες
με τα εφτά αρχιτεκτονικά τους θαύματα
ολοζώντανα να θροούν τριγύρω σου,
σπαρταριστές σκιές
στο μυθικό δέρμα σου,
στην ακροθαλασσιά —
μια μέρα τα χέρια σου
μέσα στα χέρια μου
ανελέητα,
μια μέρα το πρόσωπο σου
στο πρόσωπο μου
απεγνωσμένα·
μιαν άλλη μέρα, μιαν άλλη
όταν όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό.

***
Τα δάκρυα

Θέλω να γράψω ένα ποίημα πιο αγέρωχο
απ’ το αλμυρό νερό,
ένα ποίημα εκκωφαντικό και υπόκωφο
σαν την ισόβια δύναμη της θάλασσας·
θέλω να γράψω ένα ποίημα εσωτερικά ζεστό
όπως το αίμα, που δε χρειάζεται τις λέξεις,
ένα ποίημα που να υπάρχει χωρίς λέξεις·
αλλά δε βρήκα τις αμίλητες λέξεις,
με έχουν βρει μονάχα, όπως γράφω τώρα,
τα δάκρυα —
θα μαζέψω όλα τα δάκρυα
κι εκείνα που μου ξέφυγαν μπροστά σε άλλους,
και τα ορμητικά που έτρεξαν,
σαν αφρικάνικος καταρράχτης,
πάνω στο πρόσωπο μου,
σε αναρίθμητους καιρούς·
θα μαζέψω όλα τα δάκρυα κι απ’ τα πολλά αθώα
μάτια που αγάπησα παράφορα,
αλλά κι απ’ τα διαφορετικά μάτια
που έτυχε ασυλλόγιστα να με μισήσουν.
Γιατί μια μέρα, θα τα σκεπάσει όλα
το αλμυρό νερό,
θα πνίξει τις λέξεις και θ’ αλλάξουν τα χρώματα,
αλλά θα μείνει το ποίημα με τα δάκρυα,
για να το βρουν τα άλλα δάκρυα
που περιμένουν,
ακόμη αγέννητα,
στο βυθό.

***
Οι λέξεις της Πυθίας

“Αν κατεβαίνουν βράχοι απ’ τα βουνά
και φράζουν το λαρύγγι μου τις νύχτες,
δεν είναι γιατί έπαιξαν το ρόλο τους
και στη δική μου τη ζωή οι Φαιδριάδες.
Άλλα αυτά τα διφορούμενα χαρτιά
με τις ασάφειες στις λέξεις της Πυθίας.
Οι διφορούμενες κομματικές αποφάσεις,
οι διφορούμενες φιλικές σχέσεις,
τα διφορούμενα οργανωτικά —
μια ολόκληρη ζωή
σε διφορούμενες διασυνδέσεις.
Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε
τη μια πράξη μετά την άλλη,
και μονάχα μία πράξη δε χωράει
λέξη διφορούμενη. Η τελευταία
που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύσομε
ολομόναχοι’
τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,
αγαπήσαμε ολομόναχοι,
προδοθήκαμε
και μείναμε ολομόναχοι
ως αυτή την ακροθαλασσιά,
απέναντι
στο πέτρινο πρόσωπο

***
Τα οράματα των πεθαμένων
I

Μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη,
μετρημένη με το σταγονόμετρο,
μέρα που μεταφέρεις,
με το ρυθμικό σου βάδισμα,
το αναπότρεπτο,
χασομέρισε λίγο το αλμυρό νερό σου
σ’ αυτό τον ταπεινό και άνισο
βράχο,
πίσω από τις καλαμιές —
μονάχα φωτοσκιάσεις δυσανάγνωστες
έχει απ’ τη ζωή μας,
νυχτερινές παραχαράξεις,
λιγοστές και σκόρπιες λέξεις
απ’ τα τίμια και ιερά,
τα προαιώνια συνθήματα.
Κι αν μας επέβαλαν τη διφορούμενη γλώσσα,
εμείς πρόθυμοι δώσαμε σφουγγάρια
πνιγμένα στο αίμα μας,για να σβήσουν
κάθε διφορούμενη γλώσσα.

II

Κι αν έρθουν άλλοι αγώνες,
κι αν έρθουν άλλοι σκοτωμοί,
κι αν έρθει πείνα
και απόσπασμα
και φονικό,
μέρα στυγνή, μέρα αποτρόπαιη
που με το αλμυρό νερό σου
σκεπάζεις αδιάφορη τους αιώνες,
χασομέρησε στο μοναχικό βράχο
πίσω από τις καλαμιές.
Εδώ σταθήκαμε όρθιοι,
αγωνιστήκαμε όρθιοι,
γι’ αυτό κρατάμε όρθιοι
και τα οράματα
των δικών μας πεθαμένων.

(Επιλογή Σ.Π. από το βιβλίο του Δημήτρη Δούκαρη “το πέτρινο πρόσωπο’, Εκδόσεις Τομές, Αθήνα 1979)

***

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΟΥΚΑΡΗ
Χρόνια τώρα, προσπαθώ να τακτοποιήσω τη σχέση μου με την ποίηση του Δημήτρη Δούκαρη και, χρόνια τώρα, μπερδεύομαι και ξεστρατίζω. Παρεμβάλλονται η επιβλητική μορφή του και η προσωπική μου σχέση με τον ποιητή από το 1956 ως τον αδόκητο, το Μάϊο του 1982, θάνατο του, και μου ανακατεύουν τα χαρτιά. Δεν είναι εύκολο σ’ έναν ερασιτέχνη, δηλαδή σ’ έναν αφόρητα αισθηματία, να διαχωρίσει την προσωπικότητα του από το έργο του.

*
[Ποιείν]

Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο

ypocrite lecteur, mon semblable, mon frère…
(les fleurs du mal, Baudelaire)

Νύχτα. βραδάκι καλύτερα, δεν είναι ούτε έντεκα.. κι όμως μοιάζει μεσάνυχτα.. βραδινή μοναξιά.. νοσταλγική μοναχική ελευθερία… αυτό το απόβραδο αρχίζω και συνειδητοποιώ κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω ίσως το ότι είμαι εδώ..
το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ μου γνέφει πως χωρίς τραγούδι θα με νανουρίζει.
Εδώ, απαλλαγμένη από την ρουτίνα μου ζω χωρίς χρόνο.. χωρίς την αίσθηση του.. και κάθε που νυχτώνει νωρίς είναι δύσκολη και μακρά η καταβύθιση.. στο ξένο.. σε μένα που εδώ έγινα το ξένο..
καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν μου ανήκει, περνάω τη νύχτα μου σε ένα προσωρινό κατάλυμα. η βαλίτσα μου με κοιτάζει θλιμμένη.. =παραπονιέται που την σκουντάω συνέχεια όπως περπατάω.. ένα μήνα και δεκαπέντε μέρες δεν την πήρα από τη μέση…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο»

Larry Cool, τέσσερα ποιήματα

The coming insurrection

Στοὺς δρόμους μαινόμενες ἀνθρώπινες μορφὲς
Βαθιὰ στὸ χῶμα παλεύουν τῶν νεκρῶν τὰ σώματα
Κτύποι ἀκούγονται, στήνουν ἀγχόνες στὰ Ἐξάρχεια
Μιὰ γιγάντεια χελώνα,
Φράσσει μὲ τὸν ὄγκο της τὴν ὁδὸ Στουρνάρη.

Βρίσκω τὸ σῶμα μου σ’ ἕνα ἐρειπωμένο κτίριο
Μπροστά του μιὰ ἔνστολος γονατιστὴ
Τοῦ φιλεῖ τὴ βάλανο ψιθυρίζοντας:
-«Μορφές, εἶναι τὰ πέπλα τοῦ κενοῦ
Κι οἱ λέξεις κρύβουν καὶ φανερώνουν τὴ σιγὴ»
Τὸ σῶμα μου αἴφνης διαρρηγνύεται
Ἀπ’ τὶς ῥωγμὲς πυρακτωμένη λάβα ῥέει.

Ξημερώνει· πὰν’ ἀπ’ τὴν πόλη κρέμονται,
-ἀπὸ κανναβόσχοινα δεμένα στὰ σύννεφα-
τὰ πτώματα ἀπαγχονισμένων τραπεζιτῶν
Ἡ αὔρα τ’ ἀπομακρύνει πρὸς τὴ θάλασσα.

***

Τὶς νύκτες βγάζει τὸ δέρμα της

Ὑπάρχει κάποια γυναίκα,
Ποὺ βγάζει τὸ δέρμα της ὅπως βγάζομε τὸ pull-over
Μέσα εἶναι διαυγής· αἰθέρας.

Τὶς νύκτες εἰσδύει στὸ σῶμα μου ποὺ κοιμᾶται
Μαθαίνει τὰ μυστικά του, γίνεται ὄνειρο
Καθὼς τὸ ἄρωμά της διαχέεται στὰ μέλη,
Τὸ σῶμα ὑψώνεται ἁπαλά στὸν ἀέρα
Αἴφνης συσπᾶται ὁ φαλλὸς καὶ ἀναβρύζει σπέρμα.

Διασχίζει τὶς ἀλέες διαθλῶντας τὸ σεληνόφως
Εἰσχωρεῖ στὸ ὑπνοδωμάτιο ἑνὸς τραπεζίτου
Πάχνη καλύπτει τοὺς καθρέπτες
Τὰ βλέφαρα καὶ τοὺς κροτάφους του
Τὴν αὐγὴ οἱ φρουροί του τὸν βρίσκουν νεκρό.

Στὸ καφὲ “Φλοράλ”· τὴν ἀναγνωρίζω ἀπ’ τ’ ἄρωμά της
-«Ὑπάρχεις ἤ σὲ φαντάζομαι;» τὴν ῥωτῶ
-«Ποτὲ δὲν θὰ μάθῃς τί εἶναι ἔξω ἀπ’ τὸ δέρμα σου,
Ἄν δὲν βγῇς ἀπ’ αὐτὸ» ἀπαντᾶ.

***

Παράνοια

Καθένας σχίζει ἕνα κομμάτι ὁρίζοντα,
Καὶ ῥάβει μόνος του τὸ στενό του κοστούμι
Ὁ οὐρανὸς ἔχει κατέβει τόσο χαμηλά,
Ποὺ δὲν χωροῦμε πλέον ὄρθιοι, βαδίζομε σκυφτοὶ
Στόματα ἀνοίγουν ξαφνικὰ στὴν ἄσφαλτο,
Ἐλευθερώνοντας θαμμένες κραυγές,
Καὶ ξανακλείνουν.

Ὁ πρωθυπουργὸς κηρύσσει τὴ χώρα,
Σὲ κατάσταση ἀπόλυτης παράνοιας
-«Χαρίστε μου μιὰ σάρπα ἀπὸ ἄνεμο» ἐκλιπαρεῖ
Ἕνας τραπεζίτης τοῦ γλείφει τὸν βολβὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ
Ἕνας γδαρμένος λαγὸς περνᾶ μὲ ἅλματα.

Μέσ’ τὸ κρανίο μου, ἰκριώματα
Μικροσκοπικοὶ τεχνίτες,
Οἰκοδομοῦν ἕναν κόσμο χωρὶς ἐξουσίες
Ὁ παλιὸς χάνεται μ’ ἕναν βορβορυγμό,
Στὶς δῖνες τῶν ματιῶν μου.

***

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες

Σ’αὐτὴ τὴν πόλη ποτὲ δὲν βρέχει
Ἕνα ἄλογο ὠρθωμένο στὰ πίσω πόδια,
Τρώγει τὰ σύννεφα.

Μ’ἕναν παρατεταμένο πόρδο ὁ πρωθυπουργός,
Διαγράφει στοὺς αἰθέρες ἀνεξέλεγκτη πτήση
Τὸ συρρικνωμένο δέρμα πέφτει στὰ Ἐξάρχεια
Κόρακες βγαίνουν μέσα ἀπ’τοὺς ἀνθρώπους.

Χορεύω μὲ δυὸ φίλες μου σουὶγκ στὸ “Φλορὰλ”
Τ’ἄστρα βλέπουν τὴν ἴδια τους τὴν λάμψη ἀπ’τὰ μάτια μας
Καταλήγουμε σ’ἕνα παγερὸ ξενοδοχεῖο
Εἴμαστε καυλωμένοι· τὰ μουνιά τους ἀχνίζουν
Τὰ σώματα δὲν ἀντέχουν τὴν παγωνιὰ τῆς ὕπαρξης
Φτιάχνουν γύρω τους τὸ κουκούλι τοῦ κόσμου.
Τὰκ-τὰκ ἕνας τυφλὸς μὲ τὸ ῥαβδὶ ξυπνᾶ,
τοὺς θαμμένους κάτ’ἀπ’τὰ πεζοδρόμια ποιητὲς
Ἀνασηκώνουν τὶς πλάκες καὶ βγαίνουν.

***

Copyright©Larry Cool –ιστότοπος 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλικο τριαντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο,
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδεύοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τʼ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχασε.
Τʼ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θεοχάρης Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα»