Εύη Γκάλαβου, ποιήματα

 
Άγριος κύκλος

Παρουσίες ξένες ζωντάνεψαν
μέσα στον κύκλο που λανθασμένα ζούσα.
Κουράστηκα να πατώ ίχνη που μοιάζουν δικά μου
καθώς περπατώ έξω απ’ τον κύκλο
με τους αδίστακτους λύκους μέσα
να νιαουρίζουν με τα λευκά τους δόντια.
Αρνούμαι να πιάσω το σχοινί που κρέμεται• Συνεχίστε την ανάγνωση του «Εύη Γκάλαβου, ποιήματα»

Δημήτρης Πετσετίδης, Κάθε διήγημα είναι μια μορφή παγίδας

Μερικές φορές έχω κατά νουν ένα θέμα. Και περνά ο καιρός, μπορεί να είναι αυτός μήνες ή χρόνια. Κάποια μέρα, φαίνεται ότι η ιστορία έχει ωριμάσει πλέον, κάθομαι και γράφω το διήγημα. Άλλες φορές μονοκοπανιά, άλλες γράφω κομματιαστά, σελίδα – σελίδα ή παράγραφο – παράγραφο. Μπορεί ύστερα από ευάριθμες επί μέρους διορθώσεις να θεωρήσω το αποτέλεσμα αυτής της γραφής οριστικό, άλλοτε πάλι, καταπιάνομαι με το ίδιο θέμα και βγαίνει ένα διαφορετικό ως προς τη μορφή του διήγημα.
   Υπάρχουν διηγήματα τα οποία έχω ξεκινήσει να γράφω εδώ και πολύν καιρό και τα έχω αφήσει στη μέση ή στην πρώτη παράγραφο. Το μέλλον τους είναι αβέβαιο, πιθανόν κάποια συγκυρία να με οδηγήσει να ασχοληθώ πάλι μαζί τους, πιθανόν να μην τα ξαναπιάσω ποτέ στα χέρια μου.
   Γράφω καθιστός, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Κάμποσες φορές, ένα διήγημα ή ένα κομμάτι από την αρχή του διηγήματος το γράφω σε λευκές κόλλες με το χέρι κι ύστερα το αντιγράφω στο κομπιούτερ. Όταν γράφω με το χέρι, προτιμώ έναν μαύρο μαρκαδόρο λεπτής γραφής, κάποτε έγραφα με μολύβι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Πετσετίδης, Κάθε διήγημα είναι μια μορφή παγίδας»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων

Εκδόσεις Άγρα

  • ΤΑ ΧΑΪΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ
  • ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ
  • ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ
  • ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALO BILL

Παρουσίαση

Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Άγρα ο τόμος ΤΑ ΧΑÏΜΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ του ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, όπου ανασυστήνεται μετά 50 χρόνια από την πρώτη ανακοίνωσή της και 67 χρόνια μετά τη συγγραφή της, η σπουδαία ερωτική τριλογία του ποιητή:
1) ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ – α΄ έκδοση με περικοπές στο περιοδικό Πάλι, 1964-65, α΄ έκδοση σε βιβλίο 1980.
2) ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ – α΄ έκδοση 1998.
3) ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALO BILL – ανέκδοτο μέχρι σήμερα.
Η έκδοση συνοδεύεται από αναλυτική εισαγωγή του επιμελητή των κειμένων ΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ.
Η περίφημη Αργώ είναι γραμμένη στο ζοφερό κλίμα της εμφύλιας διαμάχης του Δεκεμβρίου 1944. Λίγο μετά επιφυλάσσεται στον συγγραφέα μια τραυματική εμπειρία: συλλαμβάνεται, χωρίς καμία συγκεκριμένη κατηγορία (αρκούσε προφανώς το επίθετό του), από την Πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ, την ΟΠΛΑ, και οδηγείται όμηρος, μαζί με πολλούς άλλους, στα Κρώρα της Βοιωτίας. Αντιμετωπίζει θανάσιμους κινδύνους και μεγάλες κακουχίες, έως ότου καταφέρνει να δραπετεύσει και επιστρέφει σε κακή κατάσταση στην Αθήνα.
Στο ΑΡΓΩ Ή ΠΛΟΥΣ ΑΕΡΟΣΤΑΤΟΥ πλέκονται δύο παράλληλες ιστορίες: αφενός η εορταστική ανύψωση, η απογείωση του αεροστάτου «Αργώ» στην πρωτεύουσα της Κολομβίας Σάντα Φε ντε Μπογκοτά το 1906, με τους τρεις φλογερούς αεροναύτες –τον Άγγλο Λόρδο Ώλμπερνον, τον Γάλλο εξερευνητή Ερνέστο Λαρύ Νανσύ και τον Ρώσο ναύαρχο Βλαδίμηρο Βιερχόυ (με τον οποίο ταυτίζεται ο ποιητής)–, και αφετέρου η δραματική ιστορία του ζηλότυπου καθηγητή ντον Πέντρο Ραμίρεθ, της κόρης του Καρλόττας και του ινδομιγή εραστή της.
Στο ΖΕΜΦΥΡΑ Ή ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ, που διαδραματίζεται στο Παρίσι το 1902, έχουμε τον έρωτα ενός λιονταριού (που ονομάζεται Ζαμβέζης) και της ομώνυμης θηριοδαμάστριας σ’ ένα τσίρκο. Το παιχνίδι του έρωτα ανθρώπου/ζώου διεξάγεται, όχι μόνο ενώπιον των θεατών του τσίρκου, αλλά με την απειλή του θανάτου. Ωστόσο η φυσική αντιπαλότητα θηρίου-ανθρώπου καταλύεται για να κατισχύσει και για να δοξολογηθεί ο νικητής έρωτας.
Η ανέκδοτη ΒΕΑΤΡΙΚΗ Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ BUFFALOBILL αποτελεί, ίσως, το πιο παράδοξο κείμενο του Εμπειρίκου όσον αφορά την κατασκευή του και κατά συνέπεια τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και περατώνεται η αφήγηση. Η Βεατρίκη συνίσταται από δύο ιστορίες, όμως εδώ τόσο ο τόπος όσο και ο χρόνος της μιας ιστορίας διαφέρει εντελώς από τον χρόνο και τον τόπο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται η άλλη. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια διπλή «δίπτυχη» ερωτική και «πολεμική» ιστορία, όπου η μία περιέχεται μέσα στην άλλη έτσι ώστε ο μυθικός χρόνος της Βεατρίκης να είναι διπλός. Η πρώτη, η «εξωτερική» ιστορία με την οποία ανοίγει το κείμενο, αναφέρεται σε μια από τις πολλές περιπέτειες του γνωστού ήρωα της αμερικανικής δύσης Buffalo Bill ή κατά κόσμον William Cody και τοποθετείται «ολίγα χρόνια» μετά τον αμερικανικό Εμφύλιο. Ο μυθικός χρόνος της «εσωτερικής» ενδιάθετης ιστορίας συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τον χρόνο της γραφής του ίδιου του κειμένου – Ιούλιος-Αύγουστος 1945. Η ένθετη ερωτική ιστορία του συγγραφέα με την μετέπειτα σύζυγό του Βιβίκα Ζήση έχει επιστολική μορφή καθώς περιέχει έξι επιστολές που ανταλλάσσουν η Βιβίκα/Βεατρίκη με τον Εμπειρίκο/ Buffalo Bill.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: «Έτσι εδιάβαινε ο BuffaloBill μια νύχτα του Ιούλη – ο BuffaloBillo μέγας ποιητής του Νέου Κόσμου, ο αετός του Κολοράντο, Δάντης μαζί και ανιχνευτής με την εξαίσια Βεατρίκη, το πιο απαλό, το πιο εύοσμον και το πιο ωραίον άνθος της πραιρίας».
Σ’ όλα τα κείμενα της τριλογίας του Εμπειρίκου υπόκεινται κοινές βασικές ιδέες που υποστηρίζουν τις ίδιες κατά βάσιν αρχές, την ίδια ιδεολογία: ο μοναδικός τρόπος για να αρθούν οι πολλές και ποικίλες αντινομίες του πολιτισμού, η μόνη οδός και η μόνη δύναμη που μπορεί να απελευθερώσει τον κόσμο (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά) είναι ο έρωτας, ο «άνευ ορίων και άνευ όρων» έρωτας. Υπό την έννοια αυτή και τα τρία κείμενα της τριλογίας αφηγούνται, το καθένα με τον τρόπο του, μια ερωτική ιστορία, όμως τελικά συστήνουν και μια ιστορία απελευθέρωσης ατομικής και δίνουν μια εικόνα μελλοντικής οικουμενικής ανάτασης και ελευθερίας. Και οι τρεις ιστορίες έχουν και πολιτικό χαρακτήρα. Και στις τρεις ιστορίες (ειδικά στην Αργώ και στην Βεατρίκη) ακούγονται (υπόκωφα και από μεγάλο βάθος, είναι αλήθεια) τα φρικτά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που βιώνει ο συγγραφέας την εποχή της συγγραφής τους. Η βία του ντον Πέντρο συνδέεται με την βία της γαλλικής επανάστασης που αναθυμάται ο Γάλλος αεροναύτης και, προφανώς, δεν είναι άσχετη από όσα συμβαίνουν στην αιματοκυλισμένη Αθήνα του 1944-1945. Το ίδιο παρακολουθούμε και στην ιστορία του Buffalo Bill. Ο σφαγιασμός των μεταναστών μέσα στο άγριο τοπίο του Grand Canyon παραπέμπει, δίχως αμφιβολία, στη φρικτή δοκιμασία του ομήρου Εμπειρίκου και άλλων αθώων μέσα στον άγριο Δεκέμβριο του 1944. Η βία στην Ζεμφύρα δεν είναι μόνο ερωτική, ή βία των άγριων ζώων – το κατηγορώ του πλανόδιου ποιητή δείχνει πως στην φαινομενικά απλή ερωτική ιστορία αναμοχλεύονται πολλές μορφές βίας του ανθρώπινου πολιτισμού.
Όλες αυτές οι, φαινομενικά εκτός τόπου και χρόνου, ερωτικές/ρομαντικές ιστορίες που αναπτύσσονται και εξελίσσονται μέσα σε ένα αρχικό περιβάλλον φόβου, βίας και θανάτου, για να κατισχύσει τελικά ακατανίκητος ο έρωτας και η ζωή, αφορούν, όπως έχουμε υπαινιχθεί, το πρόσωπο του ίδιου του αφηγητή, του συγγραφέα Εμπειρίκου.
Στη Ζεμφύρα ο πλανόδιος ποιητής του Παρισιού, που προβάλλει ως προσωπείο και αντανάκλαση του Ανδρέα Εμπειρίκου, απευθύνει κατηγορίες στους κυνικούς, πτωχοπροδρόμους, «παρακοιμωμένους κάθε ανθρώπινης ανεπάρκειας, τους υπερμάχους της κάθε ηττοπάθειας, τους ευνουχισμένους χριστιανούς […] τους κιβδηλοποιούς του έρωτα και των αρμάτων, τους πάσης φύσεως προαγωγούς της τέχνης […] τους ηθικολόγους και ανηθικολόγους, τους πάσης φύσεως βρωμερούς και σκατολόγους».
Βιογραφικά στοιχεία
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ γεννήθηκε το 1901 στην Μπραΐλα της Ρουμανίας και πέθανε στην Αθήνα το 1975. Το 1926-31 βρίσκεται στο Παρίσι όπου συνδέεται με τον André Breton και τούς Υπερρεαλιστές και αρχίζει την ψυχανάλυση με τον R. Laforgue.
Το 1935 δίδει στην Αθήνα την περίφημη διάλεξη «Περί σουρρεαλισμού» και εκδίδει την Υψικάμινο, το κατεξοχήν υπερρεαλιστικό κείμενο. Το 1945 κυκλοφορεί η Ενδοχώρα και ακλουθούν τα Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία το 1960 και η Αργώ ή Πλους αεροστάτου το 1964-65 στο περ. Πάλι, με περικοπές. Μετά το θάνατό του, το 1980 κυκλοφορεί πλήρης η Αργώ, η συλλογή Οκτάνα καθώς και το θεατρικό έργο του Πικάσσο Τα Τέσσερα κοριτσάκια σε μετάφραση του ποιητή. Το 1985 εκδίδεται το Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και το Άρμαλα ή Εισαγωγή σε μία πόλι (εισαγωγή σ’ ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε).
Το 1990-1991 εκδόθηκε το ερωτικό μυθιστόρημα-ποταμός Ο Μέγας Ανατολικός σε οκτώ τόμους. Το 2011 κυκλοφόρησε το επίτομο Ανθολόγιον του Μεγάλου Ανατολικού, με επιλογή και επιμέλεια του Γ. Γιατρομανωλάκη.
Το 1995 εκδόθηκε το ποίημα ΕΣ-ΕΣ-ΕΣ-ΕΡ Ρωσσία, το 1997 το πεζό Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, ενώ το 1997 κυκλοφόρησαν σε ανεξάρτητη έκδοση τα δύο εγκώμια για τον Ν. Εγγονόπουλο: Νικόλαος Εγγονόπουλος ή Το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου και Διάλεξη 1963.
Το 2001 κυκλοφόρησαν το ημερολόγιο και οι φωτογραφίες από το Ταξίδι στη Ρωσσία (τον Δεκέμβριο του 1962 με τον Ο. Ελύτη και τον Γ. Θεοτοκά), τα Ψυχαναλυτικά κείμενα καθώς και το μεγάλο λεύκωμα με φωτογραφίες του με τον τίτλο Φωτοφράκτης.
Επίσης το 2001 γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, με πρωτοβουλία του Ε.ΚΕ.ΒΙ.
Το 2009 κυκλοφόρησε ο τόμος Ανδρέας Εμπειρίκος, Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα [1921-1935] και το 2010 το βιβλίο Περί σουρρεαλισμού. Η διάλεξη του 1935.
Ο Α.Ε. είναι από τοΥς κύριους εισηγητές της επιστήμης της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα με τον Δ. Κουρέτα και τον Γ. Ζαβιτσιάνο, με τη συνεργασία και τη συνδρομή της Μαρίας Βοναπάρτη. Ο ίδιος άσκησε την ψυχαναλυτική πρακτική επί δεκαέξι έτη (1935-1951).

*

Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορεί σχεδόν το σύνολο του έργου του Ανδρέα Εμπειρίκου, με επιμελητή τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη.

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία

Εκδόσεις Πατάκη

Περιγραφή:

«Το αίμα μελάνι δεν γίνεται…» Έτσι επιγράφεται ένα από τα δοκίμια που αποτελούν αυτό το βιβλίο. Προτείνεται μια ερωτηματική ανάγνωση συγγραφέων και έργων που αναφέρονται στον εμφύλιο πόλεμο ή, ευρύτερα, στον μνημονικό και τον ανθρωπολογικό του ορίζοντα.
Ακήρυκτος, χωρίς καταστατικό και χωρίς συνθήκη ειρήνης, αυτός ο πόλεμος των συναυτουργών μας άφησε κληρονομιά αίματος, βίας, παντοειδών ερειπίων και αρνητικών κοινωνικών αυτοματισμών. Σε αντίθεση με την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες, που ασχολούνται με τις υπερατομικές όψεις των φαινομένων, σε μακροσκοπική θεώρηση ή γενίκευση, η λογοτεχνία επαναφέρει στον συγκεκριμένο άνθρωπο, στη μοναδικότητα μέσα στην ιστορικότητά του.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Εμφύλιος και λογοτεχνία»

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, ποιήματα

ΛΕΥΚΗ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ

Δεν ήταν η σάτιρα
του δωδεκάτου λεπτού
που βούτηξε
τη λογική μου
σε μειδίαμα
λευκής μαρμαρυγής,
μα η νηφαλιότητα
των αθώων
που με οδήγησε
σ’ ένοχα μυστικά,
διττά κελεύσματα σιωπής
επίορκων δωρητών ψυχής.

***
ΨΕΥΔΩΝΥΜΗ ΦΥΓΗ

Σάστισα σαν είδα
το δείπνο των ανέμων
στο δείλι της βροχής
κι αναστέναξα απορώντας
«τι θέλω εγώ απρόσκλητος
ανάμεσα σε ήχους
γέλιων και θρήνων,
σε αλήθειες και ψέματα,
γάμων και κηδειών».
Δείκτης σιωπής,
φως αντοχής
και δώδεκα χτύποι
της καρδιάς μου
σαν χάθηκα χαράματα
στα εντός μου,
ανήμπορος πειρατής
στα ίχνη
ψευδώνυμης φυγής.

***
ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ

Πρώιμη στάχτη
της υψικαμίνου
πεταμένη στο πέλαγος,
σαν άλλη ξενιτιά
της μοίρας μας,
το αβέβαιο
της θέλησής μας
και το άβατο
της ηθικής μας,
κάθε πρωί
που θρηνούμε όνειρα,
κάθε βράδυ
που κερνάμε υποσχέσεις.

***
ΑΛΛΗ ΓΟΗΤΕΙΑ

Πουλάω
ό,τι μου χάρισες,
ένα βλέμμα
κι ένα χαμόγελο
σε οδοντοστοιχία
απολύτως λευκή,
μα τόσο τηλεοπτική.
Γιατί να θυσιάσω
κι άλλες νύχτες
θερινού σινεμά
με πασατέμπο,
για παζάρια
ημιθανών προσκλήσεων
σε γεύμα υποκρισίας;
Μου αρκεί
η ξέφρενη προσμονή
μιας άλλης γοητείας,
που δεν ενοικιάζεται,
ούτε πουλιέται.

***
ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα
ένα μήλο,
γέρασα από αναμνήσεις,
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας «like»
σε τετράστιχα ημερολογίου.

***
ΓΥΜΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Έφυγε η γραφή
κι έμεινε η σιωπή
κολλημένη στην άμμο ρίμας,
που έπλασε
με στάχτες χαϊκού
ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
σε χαλεπούς καιρούς,
με ενδιάμεσους σταθμούς
γυμνά διηγήματα
που δεν άντεξαν
το καθωσπρέπει της ενδοχώρας
και ντυμένα ποιήματα
που τιμωρήθηκαν
σε ακτές γυμνιστών
με απαγόρευση εισόδου.

***
ΑΠΩΛΕΣΘΗΝ

Άφησες ένα post-it
με υποσημείωση
το πραγματικό σου πρόσωπο,
γεμάτο ρυτίδες,
χωρίς χαμόγελο,
με αμέτρητα «απωλέσθην»
να ναρκοθετούν μορφασμούς
κατ’ επίφαση ευτυχίας.
Είναι ακόμη
κολλημένο εκεί,
από τότε που πάγωσα
πριν προλάβω
ν’ ανοίξω το ψυγείο.

***

Copyright©Δημήτρης Π. Κρανιώτης

photo©Paul D’Amato, 1997

***
Σύντομο βιογραφικό: Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι ιατρός παθολόγος και ποιητής από τη Λάρισα. Έχει εκδώσει 7 ποιητικές συλλογές: «Ίχνη» (1985), «Πήλινα Πρόσωπα» (1992), «Νοητή Γραμμή» (2005), «Dunes (Θίνες)» (Ρουμανία 2007), «Ενδόγραμμα» (εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010), «Edda (Έδδα)» (Ρουμανία 2010), «Iluzione (Ψευδαισθήσεις)» (Ρουμανία 2010). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε 20 γλώσσες.

Δέσποινα Εμιρζά, Το κρυφό ημερολόγιο του Βίνσεντ

Τρίτη – Τίποτα σπουδαίο, μόνο πολυλογία στο κεφάλι μου:
Σκοτάδι… Σσσστ! ….. Άκου!.. Το τίποτα.. Να μην σκέφτεσαι τιπ…Μη μου μιλάς!.. Σταμάτα να μου μιλάς! ..Θεωρείς τον εαυτό σου έξυπνο? Όλα αυτά που σκέφτεσαι τα ξέρω.. σε βαρέθηκα…σκάσε! Θέλω να ηρεμήσω στο σκοτάδι, σαν τα ψάρια στο βυθό! Σιωπή!…Είδες μια ψαρούκλα που έπιασα σήμερα; Θα τη βράσω με λαχανικά, καροτάκι – δεν σου αρέσει βραστό που γίνεται τόσο γλυκό, αλλά πρέπει να έχει βιταμίνες, να το φας! Πατάτες να βάλω; Δεν μου πολυαρέσουν. .Θα βάλω. Λαχανάκια; Υπερβάλεις, μου φαίνεται.. Αμάν πια! Ολόκληρο θέμα μια σούπα! ΕΛΕΟΣ! Καλά, καλά, σηκώνομαι, αρκετά κάθισα! Με τσίτωσες πάλι! Άντε, και μόλις φάμε, θα με βοηθήσεις να σκαλίσω το δόντι μου. Λέω να φτιάξουμε κάτι απλό, σκέτο, μια οριζόντια γραμμή ίσως.. Το τσουκάλι θα πέσει.. Πρό-σε-χε! είναι λίγο στραβό.. εεντάξει ,…και νεράκι να βάλω… Όρε μια ψαρούκλα! Νάτο και το εργαλείο μου, προσοχή κόβει.. Θα σε ξεκοιλιάσω καλό μου ψαράκι..

Ένα χάδι θα με ευχαριστούσε, από τη μία πλευρά, από την άλλη με εμποδίζουν τα λέπια. Θα το χαϊδέψω κι άλλο, τι λεία επιφάνεια, σαν να χαϊδεύω το βραχάκι εκείνο δίπλα στο γκρεμό, πάνω από την πηγή του Μιμίρ, που ανάθεμα την ώρα που ξάπλωσα πάνω του, χαρούμενος για την δροσερή του γλίτσα στην πλάτη μου! Πού να φανταστώ ότι ήταν το πράσινό του σάλιο παγίδα; Μία που ξάπλωσα, μία που σακατεύτηκα γλιστρώντας και πέφτοντας στο παρακάτω βραχάκι κι από κει, στον πιο κάτω βράχο, ένα βήμα πριν το γκρεμό.. Τώρα θυμήθηκα από πού έχω τις μελανιές στον γοφό μου…
Θα του πάρω το κεφάλι! Καλύτερα έξω, ακόμα φως έχει..
Πρώτα τα λέπια.. πωπω χαα! κομφετί.. κοίτα παντού λέπια.. κοίτα μη σου μπει στο μάτι. Πιάστο από τα βράγχια με το αριστερό και με το δεξί βάλε στο στέρνο του τα δυό σου δάχτυλα, τράβα βάζοντας και τα νύχια σου στα εντοσθιάκια, κρατώντας κόντρα με τον αντίχειρά σου στην κοιλίτσα του. Χλάπ! Χα Βγήκε, στο έλεγα..
(Το κεφάλι θα το δώσω στον Σλοθ, δωράκι.)
Έτοιμο! Είμαι ο Ornie Mouth, είμαι Βίκινγκ και αυτό θα είναι το γεύμα μου!
Τετάρτη – Ο Βίκινγκ μέσα μου:
Ζω πολύ μακριά από οτιδήποτε, από την άκρη της γης σίγουρα! Το χωριό μου είναι βουνίσιο, αλλά φτάνεις και στη θάλασσα κατεβαίνοντας το μονοπάτι της Χούλντρας.
Ο μύθος της Χούλντρας λέει για ένα σαγηνευτικό γυμνό πλάσμα του δάσους, μια γυναίκα λευκή σαν βαμβάκι, με κόκκινα μαλλιά μακριά και ουρά αγελάδας, που αν την δεις από πίσω είναι κούφια, σαν την κουφάλα γέρικου δέντρου..
Για να ψαρέψεις δηλαδή, πρέπει να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου μη στην πέσει από πουθενά η Χούλντρα και σου ζητάει ανταλλάγματα… Κι έχω κι εσένα να σε σέρνω μαζί μου, με τη γκρίνια σου να μου τρυπάει το νου και την μουρμούρα σου να μου γρουσουζιάζει τη μέρα! Βρε, αει στο γκρεμό από ‘δω!
Στο χωριό δε με συμπαθεί κανείς. Με φωνάζουν τρελό! Τι εννοούν; Μου πετάνε λαχανικά, και σάπια κρέατα, μαζί με τις μύγες. Τα κρέατα τα πετάω, τα λαχανικά τα κρύβω στις τσέπες μου. Δεν είμαι και χαζός! Είμαι πιο έξυπνος κι από το μυαλό μου, με το οποίο βρίσκομαι σε πόλεμο και τσακώνομαι κάθε μέρα τα τελευταία κάμποσα χρόνια -από τη γέννησή μου δηλαδή. Δεν είναι ικανό για τίποτα. Φαντάζεται πράγματα που δεν υπάρχουν και αυτό δεν είναι σωστό. Φαντάζεται χρώματα και μουσική, χορό και γέλια πολλά… μήπως γελάνε μαζί μου; Τρυφερές αγκαλιές και αρώματα. Σκέφτεται μπερδεμένα φωτεινά πράγματα και σκοτεινά και νόημα και έκφραση..
Νάτο πάλι! Μα είναι πράγματα αυτά; Άχρηστο μυαλό, που αντί να πας να κυνηγήσεις Κανά δράκο, αντί να θαλασσοδαρθείς σαν πραγματικός Βίκινγκ, εσύ σκέφτεσαι άσπρα πανιά που ανεμίζοντας χρωματίζουν τον ουρανό και πώς να ανακτήσεις τη μυρωδιά του μύρτιλλου όποτε κι αν θελήσεις..και πώς φτιάχνεται το βαθύ μπλε, και πώς το κίτρινο των χρυσανθέμων; Που αντί να πας να φτιάξεις την αχυρένια σκεπή σου να μη σε πάρει και σε σηκώσει καμιά μέρα ο αέρας, μαζί με το σπίτι σου, εσύ φτιάχνεις καταθλιπτικούς ρυθμούς με τις σταγόνες της βροχής, που μπαίνουν από τα περάσματα της σκεπής και στάζουν πάνω στο κούτελό σου. Και κάθεσαι και βασανίζεσαι! Περίεργε! Άχρηστε!
Ε, εντάξει.. δεν είμαι σαν τους άλλους. Συνήθως κυκλοφορώ με ένα ψαθί στο κεφάλι, λες και ήρθα από άλλο κόσμο. Εξάλλου, νομίζω ότι είμαι αλλεργικός στο σίδερο.
Θα έλεγα ότι μοιάζω με ψαρά, μυρίζω κιόλας. Μα εμένα μου αρέσει. Καλύτερα ψαράς παρά γεωργός. Οι ψαράδες είναι μαχητές στα σίγουρα. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ δυνατό μαχητή, και είμαι αλήθεια, αλλά το μυαλό μου είναι ατίθασο.. εε.. στραβό.. και με βομβαρδίζει με σκέψεις που όμοιες δεν έχω ξανακούσει.. μου σπαταλάει το χρόνο μου με φαντασίες και με εμποδίζει να δείξω στο χωριό πόσο τολμηρός είμαι και πως στις μάχες κι εγώ μπορώ να αφήνω κραυγές με σαφές περιεχόμενο: ARGG..OURG…
Μοναδική μου συντροφιά έχω τον Σλοθ. Κι αυτός με παρατάει και φεύγει καμιά φορά, κυρίως όταν του πετάω ό,τι βρω μπροστά μου. Πάντα όμως έχω λόγο, όπως τότε που είχε ρίξει το πιάτο με τα φραγκοστάφυλα ή τότε που έφαγε ένα μικρό γεράκι. Είχα θυμώσει τόσο πολύ! Δεν τρώμε τα πουλιά Σλοθ! Και ειδικά τα γεράκια! Ο Σλοθ είναι χαδιάρης και μου τη βαράει. Δε ξέρω αν μου αρέσει ή όχι. Έρχεται το κωλόγατο όταν βαριέται ή όταν πεινάει. Κατά τα άλλα με έχει χεσμένο.
Πέμπτη – Με ευθυμεί η σκέψη ενός γάτου..
Νιώθω λίγο καλύτερα, μπορώ να κοιμηθώ..:
Το μυαλό μου φαντάζεται να χαϊδεύω ώρες τη λευκή του γούνα, τις ουλές που του έχω προξενήσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που του έχω πετάξει, το τραύμα στο τυφλό του μάτι που απέκτησε μετά από γατοκαβγά… Σκέφτομαι να τον χαϊδεύω και να προσέχω την περίεργη γεωμετρία του προσώπου του… τριγωνικά ζυγωματικά, μικροί λοφίσκοι τ’ αυτιά του και μια πεδιάδα ανάμεσά τους από βελούδο.. το κάνεις «έτσι» σκούρο βελούδο, το κάνεις «αλλιώς» ανοιχτό βελούδο.. Κι αυτή η μύτη!.. χάρακας σωστός, με ένα ροζ νεφράκι για ρουθούνια. Είδες τι μου κάνεις; Πάλι τα ίδια.. Πότε θα σκάσεις επιτέλους; Πότε θα γίνεις φυσιολογικός; Θα σταματήσεις; Πρέπει να σταματήσεις! Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Σε όνειρο; Ξύπνα! Τι να κάνω; Πώς θα βρω τον εαυτό μου; Ποιος θα με βοηθήσει;
Παρασκευή – Μήπως να πήγαινα στο γιατρό;
Μήπως να πήγαινα στο Δρυίδη; Δεν τον πολυσυμπαθώ.. Είναι οστεώδης και κουτσαίνει. Στο χέρι που συνήθως κρύβει πάντα, παίζει δύο σβώλους.. Αν τους πετάξει κάτω, έχω την εντύπωση πως κάτι θα συμβεί απίστευτο. Θα σταματήσει ο χρόνος; Θα πέσει ο ουρανός στη θάλασσα και θα τα κάνει όλα μούσκεμα; Θα λιώσουν οι βράχοι στα βουνά και θα κυλήσουν σαν λάβα και θα μας κάψουν;… αλλά μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να είναι το παιδικό του παιχνίδι που δεν μπορεί να αποχωριστεί.. Δε ξέρω, έχει κι ένα βλέμμα πολύ μυστήριο. Το ένα του μάτι έχει ξεφύγει και μπορεί και κοιτάει αλλού όταν το άλλο μάτι κοιτάει εσένα.. Το μάτι αυτό λειτουργεί από μόνο του. Σε κοιτάει ευθεία, μα αν υποψιαστεί πως κάτι κινείται πέρα από το οπτικό του πεδίο, κάνει μια στροφή 92 μοιρών και το καρφώνει χωρίς να το αφήνει. Δύο φορές έχει καρφώσει κι εμένα.
Τη μία ήταν τότε με τη Νέα Σελήνη. Είχα πάρει ένα γουδί και είχα βάλει μέσα 145 μαύρα μούρα, 257 μύρτιλλα, ωραία κυανά ( πιάστηκε η μέση μου να τα μαζεύω). Ήθελα να φτιάξω το χρώμα του ουρανού εκείνη τη βραδιά. Ήθελα να το φυλακίσω πάνω σ’ ένα τίποτα, πάνω σ’ ένα πανί, πάνω μου ίσως; Ήταν ουράνιο βαθύ χρώμα…
Με αστέρια; ναι, ναι με αστέρια στροβιλιστά σαν δίνες νερού.. .
Το φως είχε δύσει και το κρύο μόλις που σε ανατρίχιαζε. Το φεγγάρι έφεγγε σαν θαμπός ήλιος. Κι αυτό το χρώμα του ουρανού δεν ήταν ομοιόμορφο. Με αρρώσταινε.. Το μπλε κυανό, ήθελα να γίνει μωβ κυανό. Γιατί αν μείνει μπλε, μπορεί να γίνει μελανί και μετά μαύρο, όχι γυαλιστερό, μαύρο θαμπό, που σε θολώνει και χάνεσαι τυφλός στη μαυρίλα της ψυχής σου!
Όμως μέσα σου υπάρχει ένας πυρήνας ζεστής ολοζώντανης ενέργειας που θέλει να εκραγεί, να πετάξει ουρλιάζοντας κόντρα στον άνεμο και να δώσει κόκκινο στο μπλε!
Χρειάστηκα 1 παντζάρι, πολύ κόκκινο..
Τα έλιωσα όλα στο γουδί και τα άπλωσα με άγχος στο πρόσωπό μου! Και ιδού! Ευτυχία! Έκρηξη! Ηδονή! Σιντριβάνια αστρικών μωβ στο μεδούλι των οστών μου!
Έτρεξα στο χωριό από φόβο για τη χαρά που ένιωθα, σαν να είχε σημάνει συναγερμός πολέμου! Εκεί ήταν ο Δρυίδης και το περιβόητο μάτι του, που αφού με κάρφωσε, τον ανάγκασε να γυρίσει ολόκληρος προς το μέρος μου.
Σάββατο – Κανείς δε με καταλαβαίνει! Με κοιτάζουν χωρίς να ακούνε αυτά που λέω, με παρατηρούν, με επεξεργάζονται σαν τον τρελό Βικινγκ που κατοικεί στο μυαλό μου:
Την άλλη φορά που με κάρφωσε ο αλλήθωρος, ήταν πάνω στα βράχια. Με κοιτούσε από ψηλά, ενώ ήμουν στο δάσος. Είχα ανέβει σε ένα δέντρο για να ξεριζώσω κάτι σκούρα πράσινα φύλλα που όταν τα κοιτούσες από το έδαφος νόμιζες πως γαργαλούσαν τον ουρανό. Μα δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ψηλά, είχα σκεφτεί όταν τα είδα. Έπρεπε να το διαπιστώσω μόνος μου. Είχα ανέβει τόσο ψηλά που δεν το πίστευα ούτε εγώ ο ίδιος! Ξερίζωσα τα φύλλα και αμέσως η μυρωδιά τους γέμισε τα ρουθούνια μου! Αισθάνθηκα μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.. Αυτή η ευωδιά ήταν τόσο ζαλιστική που έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα πώς με κουνούσε η μάνα μου στην κούνια.. Χαλάρωσα και παραλίγο να πέσω ο ηλίθιος. Κράτησα στη χούφτα μου τα φύλλα και ενθουσιασμένος κατέβηκα από το δέντρο.
Τα φύλλα σήμαιναν τόσα πολλά μαζί, που δεν μπορούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.. Ήθελα απλά να μπορούσα κι εγώ να ήμουν τόσο ψηλά, σαν κι αυτά, πάνω σ’ ένα δέντρο θεόρατο, να νιώθω ασφάλεια, να αγγίζω και γη και ουρανό..
Τα φόρεσα. Σκέφτηκα πως ίσως τα φύλλα να με προστάτευαν από τη θλίψη, ίσως να με έκαναν να ξεχάσω την τεράστια μοναξιά, να γελάσω με τον εαυτό μου!
Πήρα τα φύλλα, τα έκανα χίλια κομμάτια, ύψωσα τα χέρια μου και άρχισα να τρέχω ανάποδα, δίπλα στο ποτάμι. Τα φύλλα έφευγαν με τον αέρα, ψηλά, στον κίτρινο ουρανό, δίπλα στον ήλιο, τη ζεστασιά, το φως! Ευτυχισμένος πάλι!
Όμως το μάτι του Δρυίδη με είχε καρφώσει σε τέτοιο βαθμό, που σταμάτησα να τρέχω και να γελάω . Το αισθάνθηκα πάνω μου, σαν ψυχρό σταλακτίτη που κάποιος μου τον κάρφωσε στην πλάτη!
Τι ντροπή!.. έχει δίκιο! Τώρα που το σκέφτομαι, έχει απόλυτο δίκιο! Ντρέπομαι τόσο για μένα.. Έχω τόσες τύψεις, μα πώς φέρομαι έτσι; Πόσες φορές δεν προσπάθησα να γίνω μαχητής; Πού είναι το τσεκουράτο αίμα των Βίκινγκ, αυτή η οργή που τεμαχίζει τους κορμούς των δέντρων στο πέρασμά της; ΑΑΑΧΓΚΟΝΓΚΓΚΓΚΑΓρρρρρ!!!
Ο πόνος δεν υπάρχει! Θα τους δείξω εγώ! Η γραμμή στο δόντι μου θα αποδείξει σε όλους και στον Δρυίδη τι θαρραλέος Βίκινγκ που είμαι! Και την τρίτη φορά γεροαλήθωρε δε θα χρειαστεί να με καρφώσεις! Θα σε αιφνιδιάσω! Θα κάνω τόσο βαθιά τη γραμμή στο δόντι μου, σαν άξιος άγριος πολεμιστής που ετοιμάζεται για την μάχη ! Θα τρομάξεις! Θα τρομάξει και το μάτι σου μαζί με σένα! Χα χα, θα πονέσω τόσο πολύ! Μπορεί και να το ευχαριστηθώ!
Είμαι ο Ornie Mouth, και έχω εξαγριωθεί!!
 
Πήρε το εργαλείο του, μύριζε ψάρι με σίδερο! Το σήκωσε ψηλά! Η λάμψη του είχε σκιές από τα εντόσθια και τα λέπια που καθάριζε! Το κοίταξε καλά και το πλησίασε στο στόμα του! Η αντανάκλαση του εαυτού μου τον αναστάτωσε!
Ποιος είναι αυτός που με κοιτάζει; Δεν είμαι εγώ! Τι θέλει από μένα; Κρατάει μαχαίρι και μου επιτίθεται! Προσπαθεί να με κόψει! Βοήθειααα!!
 
Για να με αποφύγει, πέφτει με την πλάτη πάνω στο τραπέζι, εκείνο σπάει και μαζί με τα ψαροαποφάγια σωριάζεται στο πάτωμα! Είμαι πιο δυνατός! Το χέρι μου πλησιάζει τρέμοντας στο μάγουλό του και με μια απότομη αστραπιαία κίνηση… του κόβω το αυτί!!!!……!
χχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ
……ξημέρωσε; Ο Σλοθ γουργουρίζει δίπλα στο αυτί μου.. μα τι στο καλό; Έχω γεμίσει αίματα, το ίδιο και ο Σλοθ (το κόκκινο του πάει…κόκκινε Σλοθ, ένας κόκκινος Σλοθ!) Το κόκκινο.. Το άσπρο.. Το ροζ…Το κεφάλι μου!.. Πονάει το κεφάλι μου και μέσα και έξω. Κάθε μου σκέψη με χρώμα με πονάει! Πρέπει να δω το Δρυίδη πάση θυσία!
– Καθαρίζω τα αίματα, τυλίγω το αυτί μου με ένα άσπρο πανί και φεύγω πατώντας κατά λάθος την ουρά του Σλοθ.
***
Copyright©Δέσποινα Εμιρζά
Αθήνα 2011-2012

Πέτρος Κυρίμης, Τα τσικό

Δεν ξέρω από που προέρχεται αυτή η λέξη κι ούτε έχω σκοπό να ψάξω στα λεξικά να βρω άκρη. Θα την κρατήσω στη μνήμη με τη σημασία που είχε όταν την αναφέραμε μεταξύ μας στην ηλικία των δώδεκα – δεκατριών χρόνων, στην δεκαετία του ΄60. Τίτλος αδιαφιλονίκητης αξίας ανάμεσα μας. Όποιος κάτεχε αυτόν τον τίτλο είχε μια υπεροχή που κανένα άλλο παιδί στη γειτονιά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει.
   Όταν ξεκινούσαν το δίτερμα σε αλάνα ή πάνω σε φαρδύ ασφάλτινο δρόμο, εκείνοι έφτιαχναν τις ομάδες κι από εκείνους ξεκίναγαν. Σε σχέση με τον Πειραιά που μεγάλωσα τα δυο μεγάλα ποδοσφαιρικά σωματεία ήταν ο Ολυμπιακός και ο Εθνικός.
Υπήρχαν και τα μικρότερα στις γύρω περιοχές, Προοδευτική, Ατρόμητος, Αργοναύτης και κάποια ακόμα σε μικρότερες κατηγορίες.
     Ο Πειραιάς!.. Όποιος δεν τον έζησε εκείνη την εποχή δεν θα μπορέσει να καταλάβει.
   Η μυρωδιά από τα λιπάσματα του Αι Γιώργη εκεί δίπλα στο λιμάνι μόνιμο πέπλο και σεντόνι καλοκαιρινό πάνω στα φτωχικά προάστια, από Κερατσίνι και Δραπετσώνα, μέχρι τα Καμίνια και το Ρέντη.
   Οι καπνοβιομηχανίες του Παπαστράτου και του Κεράνη, να διαχωρίζουν τον άλλο Πειραιά, της Καστέλας, του Πασαλιμανιού, της Φρεαττύδας, της Πειραϊκής.
   Οι δυο γραμμές των τραμ ξεκινούσαν από τον Άγιο Βασίλη πάνω από την Φρεαττύδα και η μια του Παλαμηδίου με τον αριθμό 21 κατέληγε στην Άγια Σοφία κάτω από τα Μανιάτικα και η άλλη με τον αριθμό 17 στο Νέο Φάληρο λίγο πιο δω από το γήπεδο Καραϊσκάκη. Και τα δυο ήταν συνδεμένα μέσα μου με τον Ολυμπιακό γιατί το ένα έβγαζε στο τέρμα του ακριβώς έξω από το γαλατάδικο που είχε ο πατέρας του Ηλία Υφαντή και το άλλο στην έδρα του Ολυμπιακού.
   Ο πατέρας μου προσπαθώντας εκείνα τα χρόνια να βρει κατάλληλο σπίτι που θα μας χώραγε όλους, αλλά και πιο φτηνό συνάμα, άλλαζε πολύ συχνά σπίτια και περιοχές.
   Καμίνια, Νέο Φάληρο, Πασαλιμάνι, Πειραϊκή, βάλτε και μερικές που δεν θυμάμαι τώρα μπορείτε να καταλάβετε ότι σχεδόν στα παιδικά μου χρόνια γύρισα όλες σχεδόν τις γειτονιές. Η πρώτη αλάνα που κλώτσησα μπάλα ήτανε στα Καμίνια πίσω από το μπακάλικο του Μπαταγιάνη, ένας από τους συμπαίκτες μου εκεί ήταν και ο Κώστας Μάνος. Κοντός στο ανάστημα αλλά ιδιοφυής με την μπάλα στα πόδια δεν παραξενευτήκαμε που κάποια μέρα μάθαμε ότι υπέγραψε δελτίο στον Ολυμπιακό.
Ξεκίνησε από τα τσικό και μαζί με Μπαρμπαλιά, Καπατσώρη, Καμπουρόπουλο, Πλέσσα, Χτενά και άλλους που αργότερα έπαιξαν και στην πρώτη ομάδα, έφτιαξαν με προπονητή τον Μπούκοβι την περίφημη ομάδα «των Μπέμπηδων.»
   Στο Νέο Φάληρο δεν είχαμε αλάνες, ήτανε πιο «sic» περιοχή, αλλά παίζαμε στο τσιμέντο επάνω, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και τα καλοκαίρια με τα μαγιό κάναμε τις φιγούρες μας πάνω στην φαρδιά αμμουδιά της παραλίας.
   Εκείνη την εποχή ήταν που υπέγραψα κι εγώ δελτίο στον Εθνικό.
  Ο «τίτλος» εκείνου που έπαιζε στα τσικό του Εθνικού με ακολούθησε και στις άλλες γειτονιές και στάθηκε η αιτία να μην έχω κανένα πρόβλημα προσαρμογής ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας μου.
Μα αυτό που στάθηκε κάτι σαν «Ιερό Τέμενος» στην μνήμη μου από εκείνα τα χρόνια ήταν η Λέσχη του Ολυμπιακού ακριβώς κάτω από το Ναυτικό Νοσοκομείο και σχεδόν κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των αμύητων γιατί ήταν κτισμένη πάνω στα βράχια με την σκεπή της σε ίσια γραμμή με τον δρόμο, έτσι που να σχηματίζει μια τεράστια ταράτσα, πρώτη θέση θεωρείο για μας τα παιδιά και τους περαστικούς κάθε φορά που στο ταπεινό γήπεδο με το φαγωμένο τσιμεντένιο δάπεδο, έδινε τους αγώνες μπάσκετ ή βάζοντας στη μέση ένα ρινγκ παρακολουθούσαμε με κομμένη ανάσα εκείνους τους ανεπανάληπτους αγώνες πάλης ή πυγμαχίας.
   Καρπόζηλος, Καμπαφλής, Παπαλαζάρου, Ναθαναήλ, Μαντούβαλος, ο φοβερός κι ανίκητος Γρυμπίρης και τόσοι άλλοι ακόμα ήρωες της παιδικής μας ηλικίας προτού μας «καπελώσουν» με τους διάφορους χρωματιστούς Σούπερμαν.
   Σήμερα τα «τσικό» λέγονται «Ακαδημίες ποδοσφαίρου» βαρύγδουπη ονομασία όμως οι γειτονιές δεν υπάρχουν πια για να το διαλαλούν τα παιδιά με καμάρι. Ίσως μόνο μέσα από το facebook…
*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης