Άρης Αλεξάνδρου, Φρύνιχος

Τα στρατεύματα περάσανε τα σύνορα
υποχωρώντας μ’ όση τάξη επιτρέπανε το δάσος κι οι σκιές των
———-δέντρων μες στη νύχτα.
Με σεβασμό κι αγάπη γι’ αυτούς που μείναν εδώ πίσω
θαμμένοι μες στο χώμα ή ριγμένοι στα σκυλιά
έγραψες κι εσύ μια Μιλήτου Άλωση.
Την έγραψες γνωρίζοντας πως τα στάσιμά σου θ’ ακουστούν
από κενές σειρές μαρμάρων
γνωρίζοντας —μέχρι τελευταίου οβολού—
το πρόστιμο που θα ’χες να πληρώσεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Άρης Αλεξάνδρου, Φρύνιχος»

Έφη Αιλιανού, Η Ευρυδίκη από τον Άδη

Ήταν ακόμα βουτηγμένο στη σκιά
το πρόσωπό μου —
μισό στο φως, μισό στο σκοτάδι—
σαν μου ’δωκες το χέρι σου.
«Πρόσεξε μη τον Κέρβερο ξυπνήσεις
στην πύλη εκεί του Άδη»,
σου είπα, μα δεν άκουσες·
σφίξε μόνο το χέρι μου
και προχώρα ψηλαφητά·
δεν πρέπει να κοιτάξεις πίσω·
θα με χάσεις
πριν ακόμα αντικρίσουμε το φως.» Συνεχίστε την ανάγνωση του «Έφη Αιλιανού, Η Ευρυδίκη από τον Άδη»

Ασημίνα Λαμπράκου, παρλαπίπα πόεμ

πουλάκι σ’ έβλεπα νεόκοπο να ορθοφτερουγίζεις
στους κύκλους σου επάνω να πετάς να τους τροφιζεις
πως τα φτεράκια σου εκούναες ώσπου να ξεμυτίσεις
πετάριζες την όμορφή σου την κυρά να πας να συναντήσεις
αχ πουλάκι έκραξα που πας να με αφήσεις;

αμίλητο και άστεγο τη θέα μου γεμίζεις
της καρδιάς μου τον ισκιό τού νου τ’ ανεμοζάλη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, παρλαπίπα πόεμ»

Νίκος Ι. Τζώρτζης, Ανάφλεξη

(Τρίστιχα, τρίανδρα)

Στην άνοιξη· αραβική ή ευρωπαϊκή

Οι σκέψεις είναι στάχτες, κρύβουν σπίθες·
ποια θέλεις, ποια θα βρεις σαν να ’ν’ η μόνη;
Σ’ αυτήν θα προσφερθείς, για αυτό δεν ήρθες;

Μια θέλεις και τη βρήκες, και πυρώνει
τώρα, Μωχάμετ, που τραβάς το πώμα,
Μοχάμεντ Μπουαζίζι, απ’ το μπιτόνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Ι. Τζώρτζης, Ανάφλεξη»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικροφυσική του μέσα χώρου

Fractal

Εγώ μέσα από εμένα κι από εμένα
στου εαυτού μου την ιδιοσυστασία
κι από κει πάλι μέσα από μένα
σ’ εμένα και στην ευρύτερη
αίσθηση της ύπαρξής μου

κι όλα από μένα
προβαλλόμενα και προσλαμβανόμενα Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικροφυσική του μέσα χώρου»

Χριστίνα Λιναρδάκη, ΣΚΠ ―από την Κατερίνα I. Παπαδημητρίου

Χριστίνα Λιναρδάκη, ΣΚΠ, εκδόσεις Ενάντια

Ένας πυρήνας συμπιεσμένος γεμάτος (ποιητικό) μάγμα

Mε αφορμή τον τίτλο της συγκεκριμένης συλλογής της Χριστίνας Λιναρδάκη θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για την ιδιορρυθμία του, την πρωτοτυπία του ίσως. Προχωρώντας όμως στο εσώφυλλο συναντά τη σκληρή πραγματικότητα ενός αυτοάνοσου νοσήματος όπως η Σκλήρυνση Κατά Πλάκας η οποία δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, ενώ αποδεικνύει την ευέλικτη λειτουργία της δημιουργικής αφορμής στην τέχνη. Εδώ, η δημιουργός καταθέτει έναν ρεαλισμό που συμπίπτει με τον βιωματικό χαρακτήρα του ποιητικά αφηγηματικού της σύμπαντος, ο οποίος αποτελεί και τη θεματική της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χριστίνα Λιναρδάκη, ΣΚΠ ―από την Κατερίνα I. Παπαδημητρίου»

Ζώης Μπενάρδος, Απόδειπνο ―από τον Νίκο Μακρή

Ζώης Μπενάρδος, Απόδειπνο ―εκδόσεις Δρόμων, 2023

Μνήμη κεκοιμημένων και έμπνευση

Του ©Νίκου Μακρή, δρ Φιλοσοφίας

Η έβδομη ποιητική συλλογή του εκδότη, λόγιου και ποιητή Ζώη Μπενάρδου καλεί και ανακαλεί κάθε ευαίσθητη συνείδηση σε κόσμους χαρμολύπης και ποιητικής συγκίνησης. Παρόλο που οι σελίδες αυτής της συλλογής, που είναι εύστοχα συγκροτημένες (Ι. Φυγή, σελ. 13-30 – ΙΙ. Απουσία, σελ. 33-47,- ΙΙΙ. Ενύπνια, σελ. 51-63, ΙV. – Ερημία, σελ. 67-78, V. – Σιγή, σελ. 81-88) με αναβατική φορά και πλήθουσες εμπειρίες, η κυκλικότητα του όλου έργου με ανάλογους ποιητικούς αναβαθμούς, προσφέρουν στον αναγνώστη στιγμές συγκίνησης, εγγύτητας και εισβολής τού θνήσκειν στον έγχρονο βίο μας κομίζοντας μυστικό θάμβος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζώης Μπενάρδος, Απόδειπνο ―από τον Νίκο Μακρή»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Στου Θωμά το μαγαζί

Χαιρετισμός στον Θωμά Γκόρπα

Έπεφτε μια ησυχία στο Μεσολόγγι, σκέτος θάνατος. Απρίλης ήταν, μέρες εξόδου, λίγα πράγματα θυμάμαι. Τα καφενεία ήταν άδεια και μόνον ένας δυο ξόδευαν τον καιρό τους στα τραπεζάκια του δρόμου. Πάνε διακόσια χρόνια τώρα που έφυγε και ο τελευταίος από τούτη εδώ την πόλη. Μέρες εξόδου, θυμάσαι, να λαλεί το πουλί, να παίρνει σπυρί και η μάνα να το ζηλεύει.

 Και είναι τα μεσημέρια, πένθιμα, ηρωικά και ασύδοτα έτσι όπως μαίνονται ώρες ολόκληρες υπό τη διαπασών του ήλιου. Ήθελα να ρωτήσω, να μάθω πού πήγαν όλοι μα έπνιγε τη φωνή μου εκείνη η ερημιά. Δεν είχα στη διάθεσή μου χάρτες και κατευθύνσεις, μόνο τον εαυτό μου, λυρικό αφάνταστα και αβαθή. Και εκείνη την ώρα ήταν που ανέβηκε στο στόμα μου μια πίκρα και είδα κάτι ξένους να με κοιτάζουν με τα κατακόκκινα μάτια των ζωντανών και των απεγνωσμένων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Στου Θωμά το μαγαζί»