Σταυρούλα Γάτσου, τέσσερα ποιήματα

 
Μάρτυρας υπεράσπισης

Πήρα κλήση για το δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης
Τεράστια η καταβολή του εφικτού μακρόχρονη η δίκη
Κάθε τόσο να φωνάζουν μια λέξη κι αυτή να δικάζεται

Κατέθεσα ως μάρτυρας υπεράσπισης των λέξεων, τι φρίκη
Φώναξα πολύ, μα δεν νοούν να βάλουν μέσα στο σώμα
τον αέρα του νοέμβρη και το μεγάλο φεγγάρι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σταυρούλα Γάτσου, τέσσερα ποιήματα»

Νίκος Κυριακίδης, Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη και άλλα τονωτικά…

ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ

Τη μέρα που ’χε γενέθλια το μωρό της απέναντι
ξενύχτησα -το δώρο μου- χωρίς να θέλω.
Πήγαμε βόλτα με τα παιδιά των παιδικών μου χρόνων
μέχρι το βαγόνι που σε πάει πολύ ψηλά.
Βρήκαμε όλα τ’ αρκουδάκια που δεν τα είχαμε παίξει
κοιτούσαμε από ’κει ψηλά τον κάτω κόσμο
στο μωβ του χρώμα
και τα κορίτσια ντυμένα κίτρινα
σαν τις πλεξούδες, της πιο όμορφης απ’ αυτές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη και άλλα τονωτικά…»

Νίκος Κυριακίδης, Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη και άλλα τονωτικά…

Αρχείο 06/06/2013

ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ

Τη μέρα που ’χε γενέθλια το μωρό της απέναντι
ξενύχτησα -το δώρο μου- χωρίς να θέλω.
Πήγαμε βόλτα με τα παιδιά των παιδικών μου χρόνων
μέχρι το βαγόνι που σε πάει πολύ ψηλά.
Βρήκαμε όλα τ’ αρκουδάκια που δεν τα είχαμε παίξει
κοιτούσαμε από ’κει ψηλά τον κάτω κόσμο
στο μωβ του χρώμα
και τα κορίτσια ντυμένα κίτρινα
σαν τις πλεξούδες, της πιο όμορφης απ’ αυτές. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη και άλλα τονωτικά…»

Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη

 

«ΚΙΧΛΗ»
Δαίμονος ἐπιπόνου κατὰ τύχης χαλεπῆς ἐφήμερον σπέρμα,
τί μὲ βιάζεσθε λέγειν, ἃ ὑμῖν ἄρειον μὴ γνῶναι.
(Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΜΙΔΑ)

 

Α´

Τὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα
Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη»

Θανάσης Πάνου, ‘Του χρόνου η Παλλακίδα’ και άλλα ποιήματα

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Η ΠΑΛΛΑΚΙΔΑ

Ήρθε και αυτό
Όταν
η γλώσσα καυτή σαν έρημος
επλανάτο επί του σώματος
σε συναθροίσεις γελώτων
και αντιποιητικών ιαχών.
Είναι η στιγμή που ηράσθη
θηλή παλλακίδας
και ο έρως λερός ανεδύθη
φορώντας ζαρτιέρες μαύρες
στα γερασμένα του χρόνου πόδια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Πάνου, ‘Του χρόνου η Παλλακίδα’ και άλλα ποιήματα»

Βασίλης Ζούμπος, Η ερημιά του αληθινού

Το Σάββατο 25 Μαΐου 2013 στις 8:30μμ στον Πολυχώρο Πολιτισμού ΕΚΣΤΑΝ, Καυτατζόγλου 5 και Πατησίων γωνία, στα Πατήσια, στην Αθήνα παρουσιάζεται η πρώτη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Η ερημιά του αληθινού» (Εκδόσεις Ηριδανός, 2012) με την υποστήριξη του Πολιτιστικού Τμήματος του Μετώπου Αλληλεγγύης-Ανατροπής.
Το βιβλίο θα προλογίσει η Αριάδνη Αλαβάνου.
Ποιήματα από τη συλλογή θα απαγγείλει η Παναγιώτα Αρματά.
Θα συνοδεύσει με την κιθάρα του και τη φωνή του ο Αντώνης Παρίνις.

*

Διαπίστωση

Ζούμε απάνθρωπες ζωές βουβής απελπισίας
αγάπη αγνώστους θλιβερούς αποκαλούμε αγάπη
και υποκρινόμαστε καλά πως δήθεν κοινωνούμε
λίγη από την φροντίδα τους και λίγο από το χάδι.
Το ‘πανε αμέτρητες φορές οι ποιητές καθάρια,
αυτοί που όλο ξεθάβουνε τρομακτικές αλήθειες,
αυτές που καταχώνιασαν οι άνθρωποι φοβισμένοι•
μόνος στους ξένους δυστυχώς, και μες στους φίλους μόνος
μόνος διαβαίνεις τις ξεριές, μόνος και τις θαλάσσες
σε Καλοκαίρια αβάσταχτα, σε υπέροχους Χειμώνες
μόνος σαπίζεις μες στη γη, μόνος και από πάνω
ίδια σαν να κοιμήθηκες στην άδεια σου την κλίνη
και σε φυγάδευσε μαθές απ’ τα όνειρά σου ο ξύπνιος
απ’ όλες τις παράλειψες, τις ερινύες, τις θλίψες
κι έχασες πια τον μετρημό, και μετρημό δεν έχεις
πόσες φορές ετοίμασες τα ναύλα του βαρκάρη
μα εκείνος σε εχλεύασε και μ’ ειρωνεία γεμάτος
«μόνος θα είσαι» απάντησε «και την στερνή την ώρα»
«μόνος θα δένεις το σκοινί γύρω από τον λαιμό σου»,
«μόνες αντίκρυ θα θωρούν οι σκιές την κάμαρά σου».

*

Μυρίζει ουτοπία

Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία

*
©Βασίλης Ζούμπος

François Villon, Επιτάφιος

 
 
François Villon (c. 1431–1464)
XVIII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ
ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΔΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑ ΑΥΤΟ.
ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΣΑΪΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ,
ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΤΑΡΟΥΔΙ ΤΡΥΦΕΡΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝ, ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΡΟΥΠΙ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΒΙΟΣ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙΑ, ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΨΩΜΙ ΦΡΥΜΕΝΟ.
ΠΕΣΤΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΚΗ:

ΕΥΚΗ

Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο, Συνεχίστε την ανάγνωση του «François Villon, Επιτάφιος»

Χρύσα Αλεξίου, από την ποιητική συλλογή «Δωμάτιο»

Εκδόσεις Ενδυμίων

***

πάρε απο πάνω μου αυτά
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον εδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζώ
μαχαίρι στον αέρα

***

μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά

***

ανοίγαν δρόμο οι ουρανοί
έτρεχε έτρεχε το αλωνάρι
των φιλιών
σκορπούσε θάλασσα
στο βήμα
μα πώς βρεθήκαμε εδώ
ρωτούσες κάθε μέρα
τα πουλιά
κι εκείνα έσταξαν
λίγο απο αίμα ανάμεσα μας
αυτό το κόκκινο
αγάπησα κι ας με πονάει

***

στην απομόνωση
στο πάτωμα
άνεμος με παραμιλητό
σκοτάδι στα σεντόνια
μπουνιά και έρωτας
άσε το φεγγάρι να μπεί
μου φώναξες
ξέρει απο θάλασσα
ξέρει απο λόγια
μη με κοιτάς
σκοτώνουμε το θάνατο απόψε

*

© Χρύσα Αλεξίου
Δωμάτιο
Εκδόσεις Ενδυμίων