Κώστας Θ. Ριζάκης, «Η τριμερής σοδειά» ―κυκλοφορεί

Των ΑΩ Εκδόσεων

Όταν η υψηλή αισθητική της έκδοσης συναντά τον ποιητικό λόγο. Κώστας Θ. Ριζάκης, «Η τριμερής σοδειά», 17 ανέκδοτα ποιήματα. Με το εξαιρετικό εισαγωγικό κείμενο της Δήμητρας Μήττα («Ο σκοτεινός της ποίησης παράδεισος») και την έξοχη εικαστική παρέμβαση της Φωτεινής Χαμιδιελή, στα βιβλιοπωλεία με την «φροντίδα» των ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΩΝ.

*

ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ

είπε ν’ αφήσει στίγμα του στο πρωινό η αγάπη
κι έτσι να που απίθωσε ζεστή μια καλημέρα
στο φραντζολάκι της στιγμής του ύπνου της καλής του
μέσα σε χείλη κόκκιν’ ανεξήγητα ανοιχτά
στο δέρμα επάνω ροδαλόν τριαντάφυλλου μετάξι

μη ξεραθεί ο άρτος τους πετρώσει ο έρωτάς τους
παγώσει το ασημί του φως πρόστυχο το φεγγάρι
χιόνι μαργώσει το κορμί βαρύνει τα φτερά τους

και χωριστά λιθοβολούν της μοίρας την απάτη!

Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως

Ο Λέανδρος και ο Λέων, δύο φίλοι που καιρό είχαν να ανταμώσουν, βρέθηκαν στο σπίτι του Λέοντος, ένα σπίτι με έπιπλα παλαιά,  χρώματος καφεδύ, με τοίχους βαμμένους,  έτσι , ώστε να συνάδουν με την παλαιότητα των επίπλων, και όλα μαζί να εκπέμπουν μία τελετουργική μυστηριακή αύρα. Οι δύο φίλοι είχαν πολλά να πουν, και πολλά να ιδούν ο ένας στον άλλον. Ο Λέανδρος, αν και γυναίκα, ήταν αγόρι, έφηβος,  άχνουδος με μάτια ξανθού μελιού, κοντά, καστανά  ανοικτά μαλλιά, με μία σχολαστική ευγένεια αισιόδοξη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Ιδιοτύπως»

Ασημίνα Λαμπράκου, στο κάδρο

μεταμόρφωση

αντιστάθηκα αντιστάθηκα για μακρύ χρονικό διάστημα
έπειτα άρχισα να υποκύπτω
να υποκύπτω στον θάνατο που μου επιβαλλόταν εξ αρχής
μικρές αργές κινήσεις ενός που πιεσμένος με το δάχτυλο στο λαιμό, εξορίζει την ανάσα του
μικρές αργές κινήσεις κάποιου που σπαρταρά εξαντλημένος από απόντα αέρα
έτσι άρχισα να υποκύπτω
ή ήή ήήήή ήσ ήσυ ήσυυυυ ήσυσυ υ υ  υ ήσυχ ήσυχχ ήσυχχ ήσυχΑ. ήσυχα.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Λαμπράκου, στο κάδρο»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μελαχρινή μου Ατροπίνη

Η καλύτερη κραυγή μου
Ήσουν εσύ

H Παραγγελιά μου
Ή
Μελαχρινή μου Ατροπίνη

Άνοιξαν και μπήκαν στο μαγαζί. Είχε σκοτεινιά και από παντού μύριζε βαθιά υγρασία. Είχαν στοιβάξει τα τραπέζια σε μια άκρη. Και η πίστα παρέμενε υπερυψωμένη, ένα belvedere στην καρδιά της Κυψέλης. Πάνω μια σειρά λαμπιόνια και ατέλειωτα χιλιόμετρα καλώδια. Στο κέντρο της πίστας είχαν αφήσει κάτι κούτες, πρόχειρα κλεισμένες. Ζήτησαν κάποιον να τις πάρει μα δεν ήξεραν ποια εποχή αφορούσαν και αν τάχα κάτι σήμαιναν βαθύτερο. Κάποιος από το πλήθος, είπε, θα μας τσακίσει τόση νοσταλγία όμως κανείς δεν άκουσε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μελαχρινή μου Ατροπίνη»

Δημήτρης Νικηφόρου, μια φούγκα από υλακές σκυλιών

Δεν είμαι – Είμαι

Δεν είμαι η αποτυχία
μιας παράστασης
που κατέβηκε άρον άρον
ούτε οι κατηφείς ηθοποιοί
που μείναν άνεργοι
ούτε το θέατρο που έβαλε λουκέτο.
Είμαι τ’ ανεστραμμένα γράμματα
του τίτλου στη μαρκίζα
είμαι ο άνεμος που τα χτυπά
το ένα πάνω στ’ άλλο
είμαι κι αυτός που τα βαστάει
να μην πέσουν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Νικηφόρου, μια φούγκα από υλακές σκυλιών»

Σπυρίδων Γ. Καπρίνης, ‘Ενα χθόνιο ον

Πάλι έκανε την εμφάνισή του αυτό το απόκοσμο χθόνιο ον, χθες το βράδυ, στην κάμαρά μου. Από παλιά με επισκεπτόταν, με αλλιώτικες και πάντα διαφορετικές μορφές. Άλλοτε ινώδες, και άλλοτε ψυχρά εκτελούμενο στον πυκνό αέρα του σκοτεινού μου δωματίου, και πάντοτε σιωπηλά αναρριχώμενο μέσα από τις χαραμάδες του ξύλινου πατώματός μου. Το θυμάμαι να το κρυφοκοιτάζω ανάμεσα από τα σκεπάσματά μου, καθώς χάραζε την πορεία του προς το μέρος μου.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σπυρίδων Γ. Καπρίνης, ‘Ενα χθόνιο ον»

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Η κούρσα της ευκαιρίας έχει φαρδιά δερμάτινα καθίσματα

Οι υπάλληλοι τις Παρασκευές

Οι υπάλληλοι τις Παρασκευές
φορτωμένοι άλλη μια πανομοιότυπη βδομάδα,
πορεύονται ιεροτελεστικά προς την έξοδο
του Σαββατοκύριακου.

Έτσι μετρούν ξαναμετρούν
τους μήνες και τα χρόνια
οι υπάλληλοι, που ουδέποτε μέτρησαν
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ντέμης Κωνσταντινίδης, Η κούρσα της ευκαιρίας έχει φαρδιά δερμάτινα καθίσματα»