Αλέξανδρος Νεχαμάς,Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή, μτφρ. Ελένη Φιλιππάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2010, σελ. 168
Αν ήταν μόνο η ομορφιά που δίνει υποσχέσεις ευτυχίας, θα μπορούσαμε εύκολα να υπομείνουμε τις κάθε είδους διαψεύσεις ή απογοητεύσεις. Δυστυχώς, το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήσεις. Και οι διαψεύσεις, εκεί, δεν σηκώνουν μοιρολατρική αποδοχή ή κάποια συνετή μετάθεση προσδοκιών. Ιδίως από εκείνους που δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ τους τις υποσχέσεις της ομορφιάς.
Η ιστορία του «προβλήματος της Δήλου» είναι γνωστή στους μαθηματικούς από ένα επεισόδιο που μεταφέρει ο Πλούταρχος. Καταπονημένοι από αρρώστιες και έριδες οι κάτοικοι του νησιού αποτάθηκαν στο μαντείο των Δελφών κι εκείνο τους παρήγγειλε να διπλασιάσουν τον κυβικό ναό του Απόλλωνα. Κάτι ακατόρθωτο για μια γεωμετρία του διαβήτη και του χάρακα (αφού η ακμή του νέου κύβου έπρεπε να είναι η τρίτη ρίζα του δύο, δηλ. το 1,25992… της αρχικής). Ωστόσο, το ουσιώδες μήνυμα του χρησμού ήταν να αφήσουν οι κάτοικοι της Δήλου τις μεμψιμοιρίες και τις έριδες και να καταπιαστούν με τα μαθηματικά, ώστε η σωτηρία να έρθει από την πνευματική τους καλλιέργεια.
Δεν ξέρω κατά πόσο μια ανάλογη συνταγή προσφέρεται για τις μέρες που περνάμε. Εάν, πάντως, οι αδικημένοι από τα μέτρα της άγριας λιτότητας, οι τόσο ευεπίφοροι να ξεσηκώνονται, να απεργούν και να διαδηλώνουν, διέθεταν κάτι από τους περικομμένους μισθούς τους για να αγοράσουν το βιβλίο του Νεχαμά και κάτι από τις μακρές τους συζητήσεις περί το μέλλον που μας επιφυλάσσεται, για να βρουν χρόνο να το διαβάσουν, ίσως η κατάσταση όλων γινόταν λιγότερο ανυπόφορη. Δεν ξέρω, επίσης, εάν μας περιμένουν καλύτερες μέρες κι αν θα βγούμε ποτέ από την περιβόητη οικονομική κρίση. Το να βγούμε όμως από την ακρισία, την απληστία και την προσήλωση στην τηλεοπτική χυδαιότητα, είναι στο χέρι μας. Η εποχή προσφέρεται απολύτως, όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν πρόκληση, τη στιγμή που «ο κόσμος καίγεται». Αλλά τα πιο καλοχτενισμένα εφηβαία εμφανίζονται, όπως δείχνει η ιστορία, κυρίως σε εποχές κατά τις οποίες ο κόσμος καίγεται.
Η ομορφιά πάντα μας γνέφει προς το μέρος της. Αν θέλουμε να επιμείνουμε στην τύφλα μας, είναι μάλλον βέβαιο πως δεν αξίζουμε καμιά άλλη υπόσχεση.
Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι καθηγητής φιλοσοφίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον και, πέρα από βιβλία για φιλοσόφους όπως ο Πλάτων ή ο Νίτσε, έχει επίσης ασχοληθεί με την αισθητική ορισμένων τηλεοπτικών σειρών. Η σύνδεση δεν είναι παράδοξη, αφού όλο και πιο συχνά, πλέον, οι φιλόσοφοι ασχολούνται με το τι είπαν οι συνάδελφοί τους, σύγχρονοι ή προγενέστεροι, όπως ακριβώς κάνουν και οι αστέρες της τηλεόρασης. Ως προς την ομορφιά, όμως, η στάση των φιλοσόφων, μετά τον Καντ, έγινε στάση απολύτως ασηπτική. Κρατώντας μιαν εύλογη επιφύλαξη απέναντι στη μεταφυσική του ρομαντικού πάθους και στον ανορθολογισμό των συγκινήσεων, έσβησαν τη φλόγα από την αναζήτηση του Ωραίου και κατέστησαν την ομορφιά θέμα διατριβών και πολύπλευρων ερμηνειών – όχι θέμα έλξης, απόλαυσης και αισθητικής ηδονής, η οποία ανοίγεται στην αυτογνωσία.
Σαν να τους άκουγαν, τα πλήθη της νεωτερικότητας συγκράτησαν την ψυχρότητα, δίχως να υιοθετήσουν την ερμηνευτική έφεση κι ακόμα λιγότερο την έφεση αυτογνωσίας. Έκαναν την ομορφιά κατανάλωση σε ευκαιριακούς περιπάτους, σε μουσεία ή σε αστικά πάρκα, για να αναζητήσουν αλλού τα ρίγη των ηδονικών ταραχών τους. (Σε ομαδικά γλέντια, τα πιο μεσογειακά πλήθη, ή σε περιοδικές αποχαλινώσεις αλκοόλ και σεξ, τα πιο βόρεια.). Έτσι, όμως, όσοι δεν μπορούν να βρουν την ηδονή στην ομορφιά της τέχνης, φοβάμαι ότι θα αδυνατούν και να δουν την ομορφιά στην ηδονή των αγαπημένων τους προσώπων – εκείνες τις στιγμές όπου η εγγύτητα του οργασμού μοιάζει να διαχέει ένα εσωτερικό φως, κάτω από μάγουλα ή κλειστά βλέφαρα.
Η επιλογή του τίτλου, από το Περί έρωτος του Σταντάλ –«Η ομορφιά δεν είναι άλλο από την υπόσχεση της ευτυχίας»[1]– δεν είναι διόλου τυχαία. Εκείνο που θέλει να επαναφέρει ο Νεχαμάς είναι η πιο άμεση, η πιο βιωματική και, κατά μία έννοια, η πιο ερωτική σχέση με το ωραίο και τα έργα τέχνης. Ό,τι, δηλαδή, εισηγούνταν και η Σούζαν Σόνταγκ στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μόνο που εκείνη το εισηγούνταν με την απόρριψη κάθε κριτικού στοχασμού και ερμηνευτικής συστηματικότητας. Ο Νεχαμάς, αντίθετα, εισηγείται την ανάμειξη διάνοιας και πάθους. Με την αισθητική απόλαυση να συγκροτεί, τελικά, ένα τρόπο ζωής.
Θέτοντας στο εισαγωγικό κεφάλαιο το δίλημμα μεταξύ μιας στάσης σαν του Πλάτωνος –με τον έρωτα για το ωραίο να ξεκινά από απολύτως σωματικές αισθήσεις– και μιας στάσης σαν του Σοπενχάουερ –με την αγάπη για το ωραίο να συνδέεται με μια κατάσταση ουράνιας γαλήνης– υπερβαίνει αυτό το δίλημμα στα επόμενα κεφάλαια, με τις πιο προσωπικές του προτιμήσεις και εμπειρίες ως κορυφαία παραδείγματα. Και ηχεί απολύτως πειστικός, καθώς παραβάλλει, με αλλεπάλληλες ευκαιρίες, στάσεις απέναντι σε συγκεκριμένα έργα τέχνης, εικαστικά ή λογοτεχνικά, και στάσεις απέναντι σε πρόσωπα, φίλους ή ερωτικούς συντρόφους. Όπου επίσης εκτίθεται κανείς σε προσδοκίες ευδαιμονίας, οι οποίες διαψεύδονται, σε αισθήματα απλής συμπάθειας, που εμπλουτίζονται απροσδόκητα, ή σε κεραυνοβόλους έρωτες που αργοσβήνουν στην αδιαφορία. Όπως ακριβώς με καλλιτεχνήματα για τα οποία ακούει κάποιος πολλά και, περιμένοντας πολλά, απογοητεύεται σύντομα. Ή με άλλα, προς τα οποία έτρεφε μια μέτρια εκτίμηση κι έρχεται σιγά-σιγά να αναγνωρίσει τον πλούτο και την αξία τους.
Στη ζωή όπως στην τέχνη, λοιπόν. Ή στην τέχνη όπως στη ζωή, κάνοντας πρωτίστως τη ζωή μια αγάπη για την τέχνη. Με μια ειλικρίνεια που δεν συναντάται συχνά, ο Νεχαμάς ομολογεί προσωπικές του αρέσκειες και απαρέσκειες, το πώς απαλλάχτηκε από καθηλώσεις, σε έργα τα οποία ένιωθε υποχρεωμένος να εκτιμά, ή το πώς επανήλθε σε έργα προς τα οποία η αρχική συμπάθεια έγινε σταδιακά έρως και πηγή νέων νοημάτων κι ακόμα πλουσιότερων αποκαλύψεων ομορφιάς, πέρα από όποιες νόμιζε πως ήδη εποπτεύει.
Κορυφαία παραδείγματα αυτού του είδους το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ και η Ολυμπία του Μανέ. Μέσα από τα όσα παραθέτει, σε εικόνες και παρατηρήσεις, για να εκθέσει προσωπικά αισθήματα, πέρα από σχολαστικές κριτικές, έχει κανείς την ευκαιρία να μάθει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις συνθήκες δημιουργίας αυτών των έργων (ιδίως της Ολυμπίας και του περίφημου βλέμματός της). Λεπτομέρειες τις οποίες ποτέ δεν αξιοποιούν οι σχολαστικές κριτικές. Ενώ μέσω ενός τόνου εκμυστήρευσης, ο Νεχαμάς όχι μόνο πληροφορεί, μα και εμπνέει τους αναγνώστες του.
«Όσο επιχειρώ να εμβαθύνω στην Ολυμπία τόσο καλούμαι να διευρύνω τη σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο», επισημαίνει στο μέσον του τελευταίου κεφαλαίου. «Για να κατανοήσουμε την ωραιότητα ενός πράγματος πρέπει να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητά του, πράγμα που απαιτεί να μάθουμε σε τι διαφέρει από άλλα πράγματα. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει να μπορούμε να αντιληφθούμε, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, τι είναι τα άλλα πράγματα και πώς το καθένα τους διαφέρει επίσης από καθετί άλλο στον κόσμο. Ο έρωτάς μου για κάτι είναι αδιαχώριστος από την επιθυμία μου να το γνωρίσω και να το καταλάβω καλύτερα, και η επιθυμία αυτή δεν με απομονώνει από τον κόσμο –όπως πολλοί πιστεύουν– αλλά, αντίθετα, με φέρνει πιο κοντά σ’ αυτόν».
Το γεγονός ότι αυτή η επισήμανση ενός φιλοσόφου συμπίπτει απολύτως με εκείνο το τραγούδι που λέει: «Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι ωραία / Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι εσύ / Κι αγαπώ όλο τον κόσμο / Γιατί ζεις κι εσύ μαζί», σίγουρα ανατιμά τους στίχους του τραγουδιού. Χωρίς καθόλου να μειώνει, κατά τη γνώμη μου, την ίδια τη φιλοσοφική επισήμανση.
Τελικά, εκείνο που παρουσιάζει ο Νεχαμάς στο βιβλίο του δεν είναι μια ιστορία των αισθητικών θεωριών, από τον Πλάτωνα ως τον Άρθουρ Ντάντο, ούτε ένα πανόραμα των πιο σημαντικών καλλιτεχνημάτων και των σχέσεών τους με την υποδοχή που τους έτυχε, μέσα στην κοινωνική εξέλιξη, κι ούτε καν έναν συνοπτικό κατάλογο έργων που ο ίδιος εκτιμά, μαζί με τους λόγους για τους οποίους τα εκτιμά. Όχι ότι λείπουν αυτές οι πλευρές. Κι ο υπότιτλος: «Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή» δεν υπόσχεται τίποτε λιγότερο από ό,τι ο συγγραφέας επιδίδει εν τέλει στον αναγνώστη του, με εξαιρετικά εύστοχες στη συντομία τους αναφορές. Εκείνο όμως που κυρίως κάνει ο Νεχαμάς είναι να δείχνει, εύγλωττα και εύληπτα, το πώς αλλάζει κανείς τον εαυτό του και τη ζωή του, μαθαίνοντας να αγαπά ή να ερωτεύεται την ομορφιά, στα έργα της τέχνης, ή να αγαπάει και να ερωτεύεται την ομορφιά, εν γένει.
Κατά τούτο πιστεύω πως το συγκεκριμένο βιβλίο ενδείκνυται για τις μέρες που ζούμε. Εάν ούτε σε τέτοιες περιόδους κρίσης δεν μάθουμε να εμπιστευόμαστε τις υποσχέσεις της ομορφιάς, δεν θα αξίζουμε καμιά υπόσχεση ανάκαμψης, ευμάρειας ή επαναστατικών αλλαγών, ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν, όλες τους, κατά ιδεώδη τρόπο.
*
Αλέξανδρος Νεχαμάς,
Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή,
Ο Τζέρυ έχει χέρια, κεφάλι και πόδια. Πάνω στο σώμα όλ’ αυτά βαλμένα. Ευτυχώς! Τα χέρια του είναι μακριά με λίγες τρίχες, τα πόδια του είναι μακριά με πολλές τρίχες, και έχει και μια ουλή στη γάμπα. Δυστυχώς! Ο Τζέρυ φοράει μία γραβάτα πράσινη, γιατί είναι οικολόγος, κι έχει κεφάλι, όπως είπα. Το κεφάλι του είναι γουλί, γιατί κάνει ζέστη στην πόλη, έχει και μία τρύπα, για να ζουλιούνται η αύρα και οι σκέψεις. Δόξα σοι ο Θεός! Η τρύπα είναι όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή. Αν βάλεις το χέρι σου, το νιώθεις. Πολλοί άνθρωποι βάζουν το χέρι τους στις μύτες, δεν είναι ευγενικό αυτό. Μέσα στο κεφάλι του Τζέρυ, που έχει μία τρύπα, όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή, όπως είπα, υπάρχει ένα καρπούζι. Το καρπούζι είναι μεγάλο, κατακόκκινο, ζαχαρωμένο και με μαύρα κουκούτσια σαν μυρμήγκια με γύψο κολλημένα. Το καρπούζι μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ μια μέρα που ο πατέρας έδερνε τη μητέρα. Ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, και βάζει γύψο στο κεφάλι του Τζέρυ, γιατί είναι οικοδόμος παιδικών οστών. Η μητέρα του Τζέρυ είναι καλή και φτιάχνει ωραία τα φασόλια και έχει και μία φίλη που κάνει τα στραβά μάτια και δε βλέπει το καρπούζι στο κεφάλι του Τζέρυ και δε σχολιάζει τίποτε, μόνον γεια του κάνει ταπ ταπ με γυρισμένη την πλάτη και πεταμένη την παλάμη προς τα πίσω, αλλά η μητέρα του Τζέρυ θα πεθάνει, δυστυχώς, από αρρώστια. Μέσα στο καρπούζι μεγαλώνει ένα μικρό σκουλήκι, που μπήκε από την τρύπα που χώνονται οι σκέψεις, ένα βράδυ που ο Τζέρυ ονειρευόταν κι εκσπερμάτωνε. Το σκουλήκι, αφού ανενόχλητο ρούφηξε όλο το σπέρμα του Τζέρυ, μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ πολύ προσεκτικά, χωρίς να τον γαργαλήσει ή να του προκαλέσει φαγουρίτσα, κάθισε και ξάπλωσε σε μία μεγάλη πολυθρόνα μέσα στο καρπούζι, που ο Τζέρυ την είχε βάλει να αναπαυτεί από τους πισινούς που έχουν στο σαλόνι. Το σκουλήκι, που έφαγε και με το παραπάνω σπέρμα, διότι το αποθήκευσε σε μία σέλα που έχει στην κοιλιά του, όλο παχαίνει στο κεφάλι του Τζέρυ, και τώρα είναι πάρα πάρα πολύ μεγάλο, και έχει γίνει όπως το καρπούζι. Αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί το σκουλήκι εκστασιάζεται στη ζάχαρη, κι έγινε καρπούζι.
Ο μικρός Ρα είναι φτωχός και πεινασμένος, βλέπει τον Τζέρυ, δος μου καρπούζι, λέει, αλλά ο Τζέρυ θέλει το καρπούζι στο κεφάλι του, γιατί το σκουλήκι που έφαγε σπέρμα, όταν ο Τζέρυ εκσπερμάτωνε, και μπήκε από την τρύπα που γύρω γύρω έχει γύψο επειδή, όπως είπα, ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, το σκουλήκι, λοιπόν, που είναι, όπως είπα, μεγάλο, όπως ακριβώς και το καρπούζι, αποχαυνώνεται στην έκσταση, κι επίσης ο Τζέρυ φοβάται και το γύψινο πατέρα, γιατί έχει και μια ουλή στη γάμπα, που σκέφτεται, επειδή είναι κόκκινη, πως κάποια μέρα θα εξελιχθεί και αυτή σε δεύτερο καρπούζι. Ο Τζέρυ δεν είναι πλεονέκτης, του αρκεί μόνον το καρπούζι που έχει στο κεφάλι, και δεν επιθυμεί να φάει το σπέρμα του κανένα άλλο σιχαμερό σκουλήκι, μια και η μητέρα θα πεθάνει. Εάν τα σκουλήκια τρώνε συνέχεια το σπέρμα του πώς ο Τζέρυ θα αντιμετωπίσει τον πατέρα με δύο τόσο μεγάλους όγκους στο δικό του σώμα, που θα τον κάνουνε δυσκίνητο και θα τον εμποδίζουν να τρέξει μακριά, όταν εκείνος θα θέλει να τον δείρει; Ήδη η οικολογική γραβάτα τον βαραίνει με όλα τα λαχανικά που έχει για διάκοσμο.
Ο Τζέρυ θα μπορούσε να είναι και γυναίκα, που θα τη λέγανε Η Τζέρυ και θα φορούσε τότε ένα πράσινο φόρεμα μακρύ με λαχανικά επίσης για διακόσμηση. Και το σκουλήκι θα είχε μεγαλώσει στο κεφάλι της Τζέρυ, επειδή ένα βράδυ, ενώ εκείνη, στον ύπνο της, θα είχε έναν οργασμό με τον κακό αλλά ωραίο πατέρα της, για να την τιμωρήσει το σκουλήκι, θα ορμούσε το σκουλήκι και θα ξεπάστρευε, για να τραφεί, ένα χαριτωμένο ωάριο που θα ροχάλιζε βαριά στις ωοθήκες της. Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ο πατέρας της Τζέρυ θα ήταν, στο καρπουζένιο της κεφάλι, μία κακός και μια καλός. Μπερδεμένος σαν να λέμε. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τη μητέρα της Τζέρυ, που είναι ετοιμοθάνατη. Μία θα ήταν καλή και δύστυχη, γιατί όπου νά ’ναι θα πεθάνει, διότι η Τζέρυ σκέφτεται πως ο πατέρας είναι αφενός υπεύθυνος τόσο για το καρπούζι που μεγαλώνει στο δικό της το κεφάλι, επειδή έτσι ξαφνικά, χωρίς καμία πρόσκληση, εμφανίστηκε στον ύπνο της, όσο και για την αρρώστια της μητέρας. Ο πατέρας υπήρξε πολύ βάναυσος με τη μητέρα. Αυτό να λέγεται! Από την άλλη όμως, επειδή η Τζέρυ είδε αυτό το πολύ τρομαχτικό όνειρο με τον πατέρα, μπορεί και έχει το δικαίωμα τη μια να λέει πως είναι άνθρωπος κακός, την άλλη όμως να ισχυρίζεται πως είναι άνθρωπος υπέροχος και να αλλάζει το σενάριο. Στο δεύτερο σενάριο, το σκουλήκι στο καρπούζι μεγαλώνει όλο και πιο πολύ και η μητέρα σηκώνεται λίγο από το νεκροκρέβατό της, και πρέπει να τιμωρηθεί και πρέπει να πεθάνει. Μαμά, είσαι πουτάνα! Ο λόγος είναι πως, σε αυτή την εκδοχή, δεν είναι ο πατέρας αλλά είναι η μητέρα που γεμίζει με γύψινα σπόρια ενοχών το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ. Η μητέρα ξέρει τι έγινε στον ύπνο της Τζέρυ και είναι πολύ επιθετική μαζί της. Πρέπει να πεθάνει! Αλλά σε ένα σπίτι, δεν μπορεί να είναι όλοι κακοί, και πρέπει να έχεις συμμαχίες. Επομένως, η κακή μητέρα να πάει στα τσακίδια, η Τζέρυ αγαπάει τώρα πολύ τον καλό πατέρα και δείχνει ζήλο υπερβάλλοντα και τον υπερασπίζεται ακόμη και όταν κάνει πράγματα κακά. Αυτό είναι ένα κόλπο, για να κρύβονται οι αλήθειες. Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ.
Αυτά τα ολίγα για όλα τα σενάρια. Θα γίνω λίγο πιο περιγραφικός τώρα, μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω : το Τζέρυ οφείλει να είναι προσεκτικό σε όλες τις κινήσεις του και επιφυλακτικό με τους ανθρώπους, διότι το γύψινο κεφάλι του είναι βαρύ και το σκουλήκι του πρέπει να μένει ξαπλωμένο μέρα νύχτα. Το Τζέρυ δεν έχει χρόνο ούτε για να ακούει τους ανθρώπους, ούτε κυρίως για να ακούει και να καταλαβαίνει τι λέει στους ανθρώπους. Το Τζέρυ είναι επιθετικό και επικριτικό με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο ακαταμάχητο καρπούζι που έχει και αυτό μες στο κεφάλι και ότι όλοι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ακόμη και όταν έχουνε μικρό κεφάλι. Το Τζέρυ λέει ψέματα συχνά και θεωρεί ότι και οι άλλοι κάνουνε το ίδιο και, επομένως, είναι πολύ καχύποπτο ακόμη και με το ίδιο το καρπούζι στο κεφάλι του. Ο γύψος, επίσης, που έχει στο κεφάλι, στεριώνει το Τζέρυ μια χαρά και δεν διακινδυνεύει απότομες κινήσεις προς άλλες κατευθύνσεις. Του είναι αρκετός ο δρόμος προς την εργασία και το μικρό τραγούδι που τραγουδάει το σκουλήκι μέσα στο κεφάλι του και ξαπλωμένο στην ωραία πολυθρόνα: ντοντό μπουλό μετρό παραπαπά μπουλό μετρό ντοντό λαλά. Είμαι διακριτικός και δεν θα πω τι ακριβώς δουλειά κάνει το Τζέρυ, αλλά μπορεί να κάνει οποιαδήποτε που να περνιέται για σπουδαία. Δεν θα αναφέρω ούτε σε ποιο κρεβάτι μπορεί να ρίχνει το Τζέρυ ύπνους, μπορεί να κοιμάται σε οποιοδήποτε, ακόμη και σε στρώμα. Δε θα μαρτυρήσω ποιο είναι το μετρό που χρησιμοποιεί το Τζέρυ, μπορεί να παίρνει λεωφορείο, το δικό του αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιεί τα πόδια του για μέσο. Εκείνο που θέλω να υποστηρίξω με ακρίβεια και με όλες τις αρνήσεις είναι ότι το Τζέρυ μπορεί να είναι οτιδήποτε, γνωστό ή άγνωστο, που έχει ένα σπουδαίο καρπούζι στο κεφάλι. Ένα πολύ απλό πράγμα δηλαδή. Εγώ δεν είμαι φιλόσοφος καθόλου.
Ο μικρός Ρα, που λέει στο Τζέρυ δος μου καρπούζι, δεν ξέρει ακόμη ότι στο κεφάλι του έχει κι αυτός ένα ολόιδιο καρπούζι. Μπορεί ν’ απλώσει το χέρι του, να κόψει μία φέτα. Είναι θέμα χρόνου να νιώσεις πως όταν σου αρνούνται ένα γύψινο καρπούζι, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι είναι σκατάδες και αχάριστοι, είναι επειδή βλέπουν πως έχεις κι εσύ ένα ολόιδιο μέσα στο κεφάλι σου και, από μεγάλη αβροφροσύνη, δεν σου επιτρέπουν να βαρύνεις τη συνείδηση. Συμπέρασμα: όταν ζητάς, όπως ο μικρός Ρα, γύψινα καρπούζια και σου αρνούνται, έστω κι ένα κομματάκι, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Δύο μόνον: ή συνεχίζεις να αποζητάς στο Τζέρυ ένα μερίδιο που θεωρείς ότι αντικατοπτρίζει το έλλειμμα που έχεις στο κεφάλι σου, αλλά αυτό σημαίνει ότι είσαι και συ καρπουζομένος γύψος, για να επιθυμείς να το συμπληρώσεις με όμοιο υλικό και, μάλιστα, όταν έχεις δει μια φίλη, για παράδειγμα, όπως αυτή της μαμάς του Τζέρυ, να κάνει ταπ ταπ πάνω στο κεφάλι του. Ή τους αφήνεις να χαίρονται το βάρος που έχουν στο κεφάλι και σιωπάς. Το τελευταίο σημαίνει πως έχεις μεγαλώσει πια και πως γνωρίζεις ότι ένα γύψινο καρπούζι παράγει γύψινα κουκούτσια, που οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι τις ονομάζουν σκέψεις, και που αυτές οι σκέψεις τρώγονται αυτοστιγμεί απ’ το σκουλήκι, γιατί αυτές δεν είναι ευέλικτες για να προκόψουν και το σκουλήκι έχει ταινία και πεινάει.
Κουράστηκα, σας χαιρετώ, πάω να ψάξω για να τσιμπήσω κάτι τώρα. Φούλιξ (ένα σκυλί της γειτονιάς, που έχει μείνει νηστικό εδώ και πέντε μέρες).
As from this very day we accept English prose, poetry or essays that consist of anywhere from 50 to 2000 words (of course, word count does not imply to poetry), that will be published here, every Wednesday (to begin with) –pictures are not accepted. A submission guide may, or may not eventually appear in the near future as art carries no certainties -You are nevertheless free to submit your writing and get a prompt response.
Longing and Awating – Awaiting and Longing.
Stratos
5.62 […] The world is my world: this is manifest in the fact that the limits of language (of that language which alone I understand) mean the limits of my world. (*)
Have you not known? Emanaevahotdesui.Have you not heard? Emanaevahotdesui. Have you not been told? Emanaevahotdesui.Who makes the Bear, Orion and the Pleiades, who holds the foundations of the earth, who sits above the circle of the earth, who stretches out the heavens like a curtain, who opens the chambers of the Sun? Nobody. Not one missing. No one present. Souls on sale.
Fill the void with indescribability. Voidable void. Unavoidable void. Void. Hug me voidly. Hug me unavoidably. Hug. Me. Emanaevahotdesui. Me. I. Need a hugeous hug. Huge. I. Used. To. Have. A. Name.
Pull the plug on psyche, unscrew all screws: Emanaevahotdesui. Must go on, must persist, must change. Must. How? Somehow. Now. Emanaevahotdesui. Fragmented syllables carried by the Aegean winds, wisps of ‘s’agapao’, ‘psyche mou’, colourful laughter. Go on. Persist. Change. Always. All ways. All the way. A way. No way. Now way. Own way. Long way. Away. In a way: Emanaevahotdesui. Since I miss you so much, why don’t I dream of you? A mind full of ghosts. You. My beloveds. My lost. My loss. At a loss.
Family of psychidae. Psyche casta. Taleporia tubulosa. Taleporia means ordeal. Cast the die Emanaevahotdesui. A caterpillar caters for pillars? Emanaevahotdesui: Call my name. Call me names. Call in dreams. Call in any time. Any time. No time. On time. Timelessly. Call. In. Out. Names. Of. Missing. Missed. No name. No use. No more. No. On. Yes. On and on. New lease on life. Re-lease. Lifeless. Speechless. Emotionless. Regardless. Go on. And on. No. Yes.
1-This is not the end – Your words are not my words.
2-This is not the end – My words are not your words.
3-This is not the end – Your words are your world.
4-This is not the end – My words are my world.
5-This is not the end – Your world is not mine.
6-This is not the end – My world is not yours.
7-This is not the end – “I am a word in a foreign language.” Too.
This cannot be the end. Which end? Definitely not. No end. Of-No-Word-Of-No World-Of-No END …
Your life is being diverted. Please, don’t Give Up unless you hear the busy tone. Don’t. Up and upper and uppermost – Give. Up to no end now get a name to own to put on.
“All Its Little Sounds and Silences” by Barnaby Walsh
“Round Fat Moon and Jingling Stars” by Marie Murphy
“Dance Class” by SJ Bradley
“Bolt” by Thomas Morris
“Holidaying with the Megarrys” by Danielle McLaughlin
Contributors (2013)
SJ Bradley is a writer from Yorkshire. Her work has been published in various magazines and anthologies, and she was one of Untitled Books’ New Voices of 2011. She is one of the organising party behind Leeds-based DIY writers’ night Fictions of Every Kind, a venture which aims to give support and encouragement to anyone engaged in the lonely act of writing. Her work as a letterpress printer involves keeping the old skills of letterpress alive through practise and salvage. She lives with her partner and cat.
Alistair Daniel lives in Liverpool and teaches creative writing for the Open University. He was short-listed for the 2010 Bridport Prize and his short stories have been published in Narrative, Stand, Untitled Books, The Irish Times and The Stinging Fly. He is completing his first novel, supported by the Arts Council and a Charles Pick Fellowship from the University of East Anglia.
Merryn Glover is Australian, grew up in Nepal, India and Pakistan, and now lives in the Highlands of Scotland. She writes both stories and plays, with work broadcast on Radio 4 and published in a range of journals and newspapers including The Edinburgh Review, Wasafiri and The Guardian. She has recently completed her first novel, set in India.
Anna Lewis was born in 1984. In 2010 she won the Orange/Harper’s Bazaar short story competition, and in 2011 was selected by the Hay Festival to take part in the Scritture Giovani short story project. Her debut poetry collection, Other Harbours, was published by Parthian in 2012.
Danielle McLaughlin lives in County Cork, Ireland. Her stories have appeared or are forthcoming in The Long Story Short, The Burning Bush 2, The Stinging Fly, Inktears, Southword, Boyne Berries, Crannóg, Hollybough, on the RTE TEN website, on RTE Radio and in various anthologies. She has won a number of prizes for short fiction including The Writing Spirit Award for Fiction 2010, the From the Well Short Story Competition 2012 and the William Trevor/Elizabeth Bowen International Short Story Competition 2012.
Thomas Morris is from Caerphilly, South Wales. He has previously published short fiction in The Irish Times, The Moth, and ETO. In 2012, he received an Emerging Artist Bursary from the Arts Council of Ireland. Currently enrolled in the Creative Writing MA at the University of East Anglia, Thomas is working on a collection of short stories set in Caerphilly, and a novel, Second Best: The Diaries of a Substitute Goalkeeper.
Marie Murphy began to write full-time three years ago. In 2012, she was a finalist in the Novel Fair run by The Irish Writers’ Centre in Dublin. Also in 2012 she was long-listed for the Power’s Short Story Competition. Marie grew up on a farm in north Cork but has worked in England, France and Ireland (chambermaid, waitress, cook, cleaner, lady’s companion, nurse’s assistant.) On qualifying from University College, Cork, (B.A. H. Dip. Ed.) she taught in England and Ireland. Married with three children, she lives in the country in west Cork where she is currently working on a novel of connected short stories.
Angela Sherlock has worked in engineering and in education but now lives in Devon where she writes full time. She has published reviews and articles but now concentrates on fiction. Her first novel, The Apple Castle, (as yet unpublished) was long-listed for the Virginia Prize and short-listed for the Hookline Novel Writing Competition. She has published some short stories and is currently working on a novel that draws on the history of Plymouth. Hangman, her second story to be short-listed by Willesden Herald is from her collection, Exports, which explores the Irish Diaspora.
Nici West likes to write short stories and is tying her brain in knots trying to write a novel. She was born in Essex and is making her way up North, currently living in Manchester. She recently completed an MA in Creative Writing from The University of Manchester and spends her days writing, looking after two guinea pigs and producing literature projects.
Barnaby Walsh originally studied theoretical physics by mistake, but recently completed his master’s in creative writing at the University of Manchester. He lives up north, in Bolton.
A pre-publication of Sean Brijbasi’s book “ the dictionary of coincidences volume I (hi)s{e}an?”
***
An elephant is large but not compared to the universe. So when I say I have a collection of large nurses I mean large compared to a stick of dynamite. A small nurse is good but a nurse larger than a stick of dynamite is also good.
Harald, my first large nurse, specialized in nutrition. He tried to cure me of eating food with my hands. While this had societal benefits I didn’t feel that it benefited me in any way. I still continued to eat food with my hands when it suited me. Harald really wasn’t of any use to me but I found that I couldn’t part with him.
It wasn’t that I had become emotionally attached to him; it was just that the thought of letting him go overwhelmed me with the feeling that to let him go would trigger some existential crisis that presaged the start of my ontological unraveling. So I kept him.
The second nurse I collected (Philomena) was larger than Harald but she was very light on her feet. I could hardly hear her around the house, which pleased me. She prescribed dill weed to me for my bouts of breath-shortness. We also watched films together while Harald studied his music. Philomena’s favorite film was Invasion of the Body Snatchers, although we watched the occasional sports film from time to time. She didn’t mind crying and sometimes bawled effusively at the slightest perceived sadness. But she never laughed even when I used my greatest jokes on her.
I continued collecting large nurses—sometimes two at a time—whenever and wherever I could find them. I had a large nurse in my collection who was an expert gardener (fresher dill weed). I had another large nurse who could spackle like a born handyman (useful but ultimately uninspiring).
It wasn’t until I found Maria that my craving for large nurses ended. Maria was the 23rd large nurse I had collected—the large nurse that was the pinnacle of large nurses. The sui generis, the Ṣalāḥ al-Dīn Yūsuf ibn Ayyūb, the Queen Regent…
My collection of large nurses can walk single file between the spaces of parked cars.
Maria was a pediatric nurse—meaning she nursed small children. She wasn’t sure what to do about me as I wasn’t a small child so instead of nursing me she read to me before I fell asleep. After the second night of her reading to me I realized that what I had really been looking for while I was collecting large nurses was a dictionary. I asked Maria if she had a dictionary that she could read to me (she didn’t). Or if she knew someone who had a dictionary that she could read to me (again she didn’t). She listed the alphabet out for me randomly instead and advised me to doodle words that correlated to each letter. That was her prescription? I asked for a diagnosis (things had started to proceed quickly) and she diagnosed inertia.
Should I doodle inertia? Was that her way of dialectically medicating me? But I didn’t doodle inertia. Instead I doodled industrial-machinery. I asked her if this was her doing but she said that I alone was responsible for my response to inertia and for the first time in months I didn’t think about watching sports films and/or Philomena.
I went on a doodle frenzy. I doodled ableberry. Zebra-horse. Chromosome. Hide-you-place. I was ebullient (whatever that means). Burble. Jespertine. I was all powerful (I was overcome by a feeling of power). I foreheard the country foghorn before the deep muuuuuur came and emptied all thought from my brain.
When the foghorn waned my thoughts came back to me and I asked Maria to record my words exactly as I said them to her in some manner that she was good at. She was good at italics.
Discarded moments. Unfinished gestures. Lived [not lived] in London. Resident of Sweden [no more]. Lives in Washington DC [near]. In East Berlin before the wall fell. In Russia before glasnost. Jazz in Copenhagen. Switchblade in Paris. Lost in Helsinki. Bar fight in Auckland. Awake for 3 straight days in Reykjavik. Bored in Brussels. Green light in Amsterdam. Red light in Hamburg. And more…
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.