Ζωή Κατσιαμπούρα,  Ανακομιδές

Πέθαναν οι γονείς, υπερήλικες και οι δυο, χορτασμένοι από ζωή, καλά στερνά, καλός θάνατος. Έκλαψε πρώτα τη μάνα, βαρύς ο  παντοτινός χωρισμός, κι ούτε έναν χρόνο μετά έκλεισε τα μάτια του κι ο πατέρας του, εκατοχρονίτης πια. Έκανε τα δέοντα και για τους δυο. Μια συγκινητική συγκέντρωση των συγγενών στο γεύμα της μακαριάς για τη μάνα, στο σπίτι στην Αθήνα, μια πιο συγκινητική ακόμα στο χωριό του καλοκαιριού για τον πατέρα που θάφτηκε στον τόπο της γέννησής του, 40 μέτρα από το σπίτι όπου έζησε τη νεανική του ζωή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα,  Ανακομιδές»

Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός

Νουβέλα

Την έκδοση κοσμούν έργα της ζωγράφου Φωτεινής Χαμιδιελή ΑΩ Εκδόσεις

Ο ήρωας της νουβέλας, νιώθοντας μετέωρος, σ’ ένα κόσμο που όλο και περισσότερο μοιάζει ξένος και άγνωστος, αναζητά τον τραγικό ήρωα.

Οιδίποδα και συνταιριάζει τα βήματά του με τα δικά του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διώνη Δημητριάδου, Θηρίο ή Θεός»

Γιώργος Σαράτσης, Πρόσφορο χώμα ―από τον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

Γιώργος Σαράτσης, Πρόσφορο χώμα, εκδόσεις στίξις

Quinta Essentia

Γράφει κάπου ο Pessoa: «Η όραση είναι η αφή του πνεύματος»[1]. Τα λόγια αυτά ήρθαν στο νου μου καθώς διάβαζα την τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Σαράτση, «Πρόσφορο Χώμα», από τις εκδόσεις Στίξις.

Στο βιβλίο αυτό, η εικονοποιία μοιάζει με αφορμή [ή και άλλοθι] για μια εσωτερική (αρχικά) αναζήτηση του ποιητικού υποκειμένου κι εν συνεχεία την αποτύπωση των ψυχικών διακυμάνσεών του στο φυσικό τοπίο· σαν μια προσπάθεια εξωτερίκευσης των σπαραγμάτων μιας πάλλουσας εαυτότητας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Σαράτσης, Πρόσφορο χώμα ―από τον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η καρφίτσα και το μπαλόνι 

―Δεν έχω ξεδιαλύνει ακόμα μέσα μου γιατί είχα πάντα την ανάγκη από μικρός να φτιάχνω με τα χέρια όλη μου τη ζωή
-Αυτό είναι ευγενικός πνευματικός αγώνας
-Όχι ακριβώς· homo faber, με τα χέρια: Ό,τι έπαιζα, ό,τι φορούσα· σφεντόνες, αποφόρια, ξύλινα σπαθιά, παλιά στρωσίδια, σκαμνάκια, τάβλες για ύπνο· ράφια μετά, καθίσματα, γραφείο, βιβλιοθήκες· τα πάντα ει δυνατόν
-Και ο Απόστολος Παύλος δούλευε με τα χέρια του για να ζήσει
-Δεν το έκανα για να πληρωθώ, ούτε έστελνα επιστολές εδώ κι εκεί για να ιδρύσω νέα θρησκεία· απλώς ερχόταν φυσικό δίχως να ξέρω το γιατί και πώς.
-Και για εκείνον έτσι ήταν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Η καρφίτσα και το μπαλόνι «

Pierre Hadot: Πλωτίνος ή η απλότητα του βλέμματος

Pierre Hadot: Πλωτίνος ή η απλότητα του βλέμματος (μτφρ.: Ε. Δελλή). Αθήνα: Αρμός 2007

Κρίνει ο Ιωάννης Παπαχρήστου (Υπ. Δρ Φιλοσοφίας, Παν. Αθηνών.

Η ελληνική έκδοση αυτού του έργου του Αντό περιέχει ένα προοίμιο από τον Μιχάλη Κακούρο (σ. 9-63), όπου σκιαγραφείται η ακαδημαϊκή πλευρά του Αντό και η μέθοδος την οποία εφάρμοσε στις φιλολογικές, ιστορικές και φιλοσοφικές του μελέτες με αναφορές σε συγκεκριμένα έργα του. Οι δύο ενότητες στις οποίες χωρίζεται το προοίμιο («Η ιστορία, η φιλολογία και ο Pierre Hadot», «Η αρχαία φιλοσοφία ως τρόπος ζωής και ο Pierre Hadot») το καθιστούν ένα είδος, όπως εύστοχα το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας του προοιμίου, εισαγωγής στην ανάγνωση του έργου του Αντό (σ. 9). Ως προτέρημα αυτής της εισαγωγής αναμφίβολα πρέπει να σημειωθεί ότι παρατίθεται και το γαλλικό πρωτότυπο σε όλα τα παραθέματα που χρησιμοποιούνται από την εργογραφία του Αντό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Pierre Hadot: Πλωτίνος ή η απλότητα του βλέμματος»

Λεωνίδας Καζάσης, Βροχή

Η βροχή σταμάτησε,
μα η μυρωδιά της συνεύρεσής της με το χώμα,
τους κορμούς, τα φύλλα,
την παρουσία της νοσταλγικά παρατείνει.
Η ικμάδα των λαγγεμένων βλεμμάτων,
των ιδρωμένων σωμάτων,
τον λόγο εμπνέοντας,
τους ουρανούς θωπεύει, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Βροχή»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Εφημερίες

Τις νύχτες ο κίνδυνος εφημερεύει. Κάπου μπορεί να γίνεται πόλεμος, αλλιώς δεν θα φθάνανε εδώ πέρα, τόσοι πληγωμένοι. Ίσως είναι από έρωτα, όμως μονάχα τα εργαστήρια θα το επαληθεύσουν μέρες μετά, όταν θα ΄χουν πέσει σωρός οι νύχτες. 

Και εγώ που προχωρώ, να ξέρεις,  μες στους κήπους σου, ανοιχτός στο θαύμα, μέχρι εκείνη την πόρτα που ανοίγει ουδέτερα και αδιάφορα. Και έπειτα οι τρομερές επιγραφές, τμήματα πανεπιστημιακά και ατέλειωτοι διάδρομοι. Και εσύ να ψάχνεις κάποιον για να ρωτήσεις, Ελένη, Ελένη να τους λες και εκείνοι να σε κοιτάζουν έκπληκτοι. Περνούν αποφασισμένοι γύρω σου, άλλοι για θάνατο και άλλοι για μια δουλειά λιγότερο ένδοξη, για κάτι πράγματα μικρά που κρατούν όρθιο τον κόσμο Ελένη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Εφημερίες»