Κατερίνα Κατσίρη: Από τη συλλογή “Αόρατα Τοπία”

Αρχείο 21/11/2011 -εκδόσεις Πατάκη


Το σκάφος μου
Φορές φορές φαντάζομαι
πως κουμαντάρω ένα σκάφος
κι απάνω του αγάλματα πολλά
-σώματα
που υπήρξαμε σκιά τους-
κι ανέπαφος ο χρόνος
να τριγυρίζει ανάμεσά μας
να μας δένει
Βλέπω πως είμαι ζωντανή
εμπρός στην πλώρη
μα αν βαδίσω πιο πέρα
τούτο το σκαρί
συνεχίζει να πετάει
να ρίχνει σίγουρο στα πέλαγα
δρόμους
αλλά ο αγέρας
που πλένεται ανάμεσα σε μένα
και τ’ αγάλματα
μου φέρνει κάποια εικόνα
με το σκάφος σε παλαιοπωλείο
κρεμασμένο
κι εγώ
δίπλα σε άλλους δώδεκα
να το κοιτάζω τρέμοντας στη βιτρίνα
Αισθάνομαι τότε
χαμένη
ναι πιο χαμένη
απ’ τη φτερούγα
που παλεύω στα κάγκελα
των παραλογισμών
και κλαίγω στα μουλωχτά
με προσποιητή ανάπαυση
ανακαλύπτοντας
σκουριασμένα λουλούδια
να στεγνώνουν στ’ αμπάρια του
και πουθενά ίχνος
από τ’ αγάλματα
κι εμένα

ΕΦΤΑ ΣΙΓΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
α. 
Σαν αφή αγγίζω το μακρύ μου ρούχο
και ακυρώνω τη σταύρωση
που γεννήθηκε στη μια πλευρά της γυναικός
τα ξέρεις αυτά τα χέρια
πως τελειώνουν έναν ωκεανό
ξετυλίγοντας το αίμα των υδάτων
ολόκληρη σοδειά νερού
έχυσα στη σινδόνη
αδειάζοντας τον άγγελο της μαύρης λίθου
β.
Όπως και να ‘ναι
όταν κάνω κομμάτια το νερό
που κλειδώνει τα λευκά λουλούδια
ξαστερώνει το μακρύ μου ρούχο
Α…και τα δέντρα ολόγυρα
με την κραυγή στους σπόρους
πως κυλούν βάλσαμο στο χορτάρι
που έκανε τους πέντε φόνους
γ.
Έδωσε το χρυσάφι
και τους ύμνους
και το λιβάνι δωρεάν
κι ανέβηκε την αρχαίαν ακρόπολη
τα δίκια να πληρώσει στο θεό
η κόρη του γιασεμιού
που ζητούσε άλιωτη αγάπη
στο ξημέρωμα
και τη μαγεία βαλμένη στο σώμα
από εφτά σιγές του έρωτα
σαν αθώος θάνατος
ο ήλιος που την έχει ακόμη
έτσι χάθηκε
πίσω απ’ το θέρος
δ.
Μια μέρα θα ξανάρθω
είπε
στον κρεμασμένο κόσμο
μα όχι έτσι
μες απ’ τα δάχτυλα θεού
Εγώ που ήμουν άγγελος
των ίσιων λιμανιών
και αγωνιούσα για το βήμα
στων ποδιών την άκρη
θα ξανάρθω
σαν ένα βάτο που μετάλλαξε
απ’ τις γενέσεις των θεών
Θ’ ανέβω στο μεγάλο παιγνίδι
απ’ το πλατάγισμα ιστίων
και θα πνίξω αυτό τον ουρανό
που κωπηλατεί τόνους βαριάς ομίχλης
στων σύννεφων τα χείλη
Κι έπειτα θα λειώσω-
ναι θα λειώσω
και μια πανσέληνο στο χέρι
που συνεχίζει να μιμείται
της άγνοιας τον κρίνο
θα ξανάρθω
είπε
με χέρι
σαν αγρίμι
για να κερδίσω την απόσταση
ανάμεσα σε δυο πανσέληνες

Ο ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
I.
Τι με ρωτάς ω Κύριε
για τη ματωμένη πολιτεία του Μάλντερ
για το κάθε σταυροδρόμι που προβάλλει δισταχτικά
γεμάτο σκούρες κηλίδες
για τους κακούς ανέμους
που ήρπαγαν τ’ αγαθά της
Ομίχλη παγερή δοκιμασίας η νέα βλάστηση
ενώ εμείς πίνουμε και γευόμαστε
πικρούς καρπούς στα χείλη
και όστια απ’ του θάνατου το σώμα
Τι με ρωτάς για τα σύννεφα
που κυλούνε τα δάκρυά μας
και σέρνουν φθόνους πίσω απ’ τα νερά
και τις κλειστές γροθιές
παράτολμα στο φως
Ω Κύριε
οι πεθαμένοι δύσκολα ανασαίνουν εδώ
με τον άγγελο ατιμώρητο
που ‘κοψε με δρεπάνι σκουριασμένο
τα βλαστάρια,
σαν αμαρτίες τάχα για τη σωτηρία μας
Αν είχε τη μοίρα του ανθρώπινη
θα τον είχαμε συγχωρήσει
Κύριε
θα λησμονούσαμε τη χάλκινη καμπάνα
Αλλά μεταμορφωμένος παραμόνευε
να μη βλέπουμε
να μην ακούμε
και γύρισε του τάφου τη σειρά
Και σαν έπαιρνε τη μεγάλη στροφή
της αρνησιάς οι προφητείες
το δαίμονα ξαναγεννήσαν
II.
Ομίχλη παγερή.
Μ’ ακολουθούσε σ’ όλο το δρόμο
καθώς έφευγα έτσι
όπως ο θάνατος.
Έμοιαζε βουή πένθιμης ακολουθίας
μα δε στάθηκα
δε φοβόμουν
την άφηνα πίσω μου ανέπαφη
να μπαίνει στο σώμα της
να κρατάει την ανθρώπινη τελετή
και του ατιμώρητου Άγγελου το κλάμα.
Θα σπάζει τώρα στις τσέπες του
το τύμπανο, σκεφτόμουν
μπορεί να φορά κι ένα παιδί
να κρύψει το σταχτωμένο του αμπέλι
και θα καμώνεται
ένα πνιχτό κλάμα
απ’ των αγγέλων τη σιωπή.
Ε!!! Εσείς…θα τρομάζει τη συγκέντρωση
με το βλέμμα καρφωμένο στη φωτογραφία μου
αφήστε στα μάτια ρωγμές
αφήστε μια τεράστια ρωγμή
μέσα τους να πέσω.
Και θα ταλαντεύεται πέρα δώθε
μετρώντας τάχα την απουσία μου
μα θα μπήγει ως την άβυσσο καρφιά.
Ομίχλη παγερή.
Κι ο κόσμος αλαφιασμένος στους δρόμους.
Ανακατεμένος κι εσύ με τους πολλούς
κρύβοντας τη δαιμονική ουρά σου.

Και ποιος να θρηνήσει πια

Και πριν τελειώσει ο ήχος
της σποράς
κι οι στέγες ρουφήξουν τον ήλιο
στο μυριστικό τους ξύλο
σύννεφα κομματιάσανε την ανατολή
και τη γέφυρα στο χωριό Αλόντα
Ετούτο το φθινόπωρο
η πίκρα είναι δυνατή
στο μικρό χωριό με τα νερά του Μάλντερ
Οι πέντε γλάροι του
τρώνε ξερό χρώμα
και λουλούδια που έχουν σαπίσει
Τρώνε σκύβοντας το κεφάλι
και τα παιδιά
σωρός κρύβονται κάτω από τα σύννεφα
λησμονώντας τις κόκκινες ανταύγειες
και του γεφυριού το γυρισμό
Κι ο Μάλντερ
που δοκίμασε τα νερά του
σε χιλιάδες μίλια χλόης
γονατίζει κάτω απ’ το γεφύρι
κι επιστρέφει απότομα στα βουνά
δαγκώνοντας την πηγή που αναβλύζει
Και ποιος να θρηνήσει πια την ανατολή των νεκρών;
Κανείς δε θέλει να κοιτάξει προς τα έξω
έτσι που έβαψε ο καιρός
και θρέφει καταιγίδες

ΕΙΚΟΝΑ Β΄
I.
Ήτανε δειλινό χωρίς αγέρηδες
κι αντίκρυ το φεγγάρι ολόασπρο
αντί για μάτια έκαιε τα σωθικά
Να χαράζεις δρόσο στις φυλλωσιές
και στ’ αλήθεια φωτιά να πέφτει
στα βήματα
τα πόδια τους ν’ απονεκρώνει
Ήτανε νύχτα στην άκρη του ματιού
μα εγώ πήρα το κάστρο
κι έτρεχα
όλο έτρεχα σα βράχος
κομματιάζοντας τ’ αγρίμια π’ έφταναν
στα πλευρά
Είδες πως γκρεμίστηκαν
οι μύρμηγκες
που πλημμυρούσαν φωτιές αιχμαλωσίας
τα παιδιά
κάτω απ’ το Κάστρο;
Ήτανε φεγγαράδα πάνω στα βουνά
κι εσύ ολόιδιος
στην άκρη
να επιμένεις πως κι ο πόνος
γίνεται μοιρασιά στα χώματα
Στα χώματα
που μπήκαν στην κάμαρά σου
ολομόναχα
και θυμήθηκαν πως η θάλασσα
αλήθεια μοιάζει
στην αυλή σου

Copyright©Κατερίνα Κατσίρη