Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Στα προπύλαια του καιρού [2014]

Αρχείο 29.4.2014

 Αλέξης Τραϊανός

«…να πει την προσευχή και
Να την αρνηθεί»
Λεύκη Μολφέση

Βαφόπουλος, Καρέλη, Θασίτης, Αναγνωστάκης, Πεντζίκης, Ιωάννου. Μια τυχαία σειρά εκείνων των φωνών που καθιερώνουν την Θεσσαλονίκη λογοτεχνικά. Η πρωτοπορία της Θεσσαλονίκης θα ενταθεί στις επόμενες δεκαετίες. Ποιητές όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου και ο Αλέξης Τραϊανός θα εντείνουν το ρεύμα, φανερώνοντας μια αισθητική προσωπική. Αισθητική του έρωτα, του κλειστού χώρου, της εξάντλησης του χρόνου πάνω στα πρόσωπα και τα έργα. Οι ποιητές αυτοί αναπτύσσουν έναν νέο κώδικα, απόλυτα συνυφασμένο με βιώματα προσωπικά. Έναν κώδικα, ο οποίος στις κορυφαίες στιγμές του κατορθώνει να ξεπερνά τα θεωρήματα της πραγματικότητας, εκπληρώνοντας άλλες αναγκαιότητες, περισσότερο μεταφυσικές. Τα τραγούδια της αμαρτίας του Χριστιανόπουλου μελοποιημένα από τον Μάνο Χατζιδάκι, ο στραμμένος στον εαυτό καθρέφτης του Ασλάνογλου, ο αυτόχειρας Τραϊανός ανάμεσα στα ερρείπια συνιστούν τις τελευταίες, τις οριστικές φωνές ενός σχεδίου προσηλωμένου στο ζωντανό και αιώνιο πάθος. Εκείνο που στιγματίζει την καλλιτεχνική δημιουργία διαμορφώνοντας νέες οδούς, νέα συμπεράσματα, τομές μες στο διαρκώς μεταβαλλόμενο, αστικό περιβάλλον. Η Θεσσαλονίκη διαθέτει το σπάνιο εκείνο προνόμιο ν΄αναγνωρίζει στους ποιητές της ένα βάθος εσωτερικό, μια ρεαλιστικοποίηση όλων των ανθρώπινων αγωνιών που μαίνονται στους ενδότερους χώρους. Αυτή η τέχνη δεν ανταποκρίνεται στο λογικό και τη φύση, μα σ΄έναν σφυγμό προσωπικό. Η συνύπαρξη αυτών των έργων διακόπτει την αναπαραστατική λειτουργία της ποίησης και επιτέλους της αποδίδει αυτήν την διακεκριμένη και διακριτική αθωότητα. Εκείνη που κρύβεται στα πάθη, τις απελπισίες και τα θρυλικότερα των οραμάτων, όπως ρευστοποιούνται μες σε βίους κατακερματισμένους και ανένταχτους ως τις μέρες μας σε σχέδια και κριτικές. Μόνον κατά το θάνατό του, αποτέλεσμα μιας ιδιότυπης και μακράς διαδικασίας αυτοχειρίας ο λογοτεχνικός κόσμος της χώρας σκύβει με τρυφερότητα στο έργο του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Αναγνωρίζει στον αιρετικό λόγο του Γιώργου Χειμωνά τις τρομερές, ανθρώπινες ψυχολογίες και εννοεί αυτήν τη φοβερή σκιά που λάμπει και χαρακτηρίζει βαθμιαία τα ποιητικά σχέδια του Αλέξη Τραϊανού. Δεν πρόκειται για μια ποίηση λαϊκή. Το κατόρθωμα των ποιητών της Θεσσαλονίκης δεν αφορά τη θέσπιση μιας poesia volgare στα πολιτικά και κοινωνικά πρότυπα του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Αυτά τα ποιήματα είναι ποσότητες ζωντανές, είναι η αιτία και η αφορμή για τις μυθικές, καθημερινές ζωές των προσώπων. Αυτά τα ποίηματα είναι κορυφώσεις, κυρίως επειδή μες στα όριά τους κυριαρχεί και αναγνωρίζεται η μοναδική ιερότητα του ειδώλου που είναι συνάμα δημιουργός και ιερουργός. Τελώντας πάντα κάτω απ΄το σκληρό φως της προσωπικότητας και της μυστικής θρησκείας που πληρεί μεταφυσικά, αυτοί οι άνθρωποι δοκιμάζουν τη σκληρότητα της ποίησης, θηρεύουν εκείνο το αιώνιο αίσθημα που διαφεύγει του λόγου και έτσι πυκνό αποκωδικοποιείται μ΄αισθητικά κριτήρια και σιωπές.

Η ποίηση της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης, η οποία θα μας απασχολήσει σε τούτο τον συλλογισμό γεννιέται απ΄τα συντρίμια της εποχής, τις ηχηρές καταρρεύσεις των αξιών του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Κυριότερα, κυοφορείται μες στα ερρείπια των ζωών, στ΄ανεκπλήρωτα πάθη και στον υποκειμενισμό, ο οποίος χαρακτηρίζει όλες τις εποχές διάλυσης και τη σκηνογραφία τους. Δηλαδή τα πρόσωπα και τους σφυγμούς, αυτά τα σπαραγμένα εκμαγεία που φθάνουν ως τις μέρες μας πιο λαμπερά από ποτέ. Με τις τύψεις, τη μοναξιά και τη μαρτυρική τους άβυσσο. Οι ποιητές αυτές συνιστούν πρωτίστως ταυτότητες μοναχικές.

Η περίπτωση του Αλέξη Τραϊανού, η οποία θα μας απασχολήσει περισσότερο σ΄αυτή τη δοκιμή αποτελεί ένα πρότυπο ειδικό. Κυρίως λόγω του γεγονότος πως ο ίδιος εκπροσωπεί την Θεσσαλονίκη, τόσο από την άποψη της καταγωγής όσο και απ΄εκείνη της κατάταξής του στην τελευταία απ΄τις ποιητικές γενιές. Οι δημιουργοί, οι οποίοι διαμορφώνουν την γενιά του 1970, ενταγμένοι σύμφωνα με τα ειδικά χαρακτηριστικά της ποιητικής τους αλλά και τη χρονική συγκυρία κατά την οποία εμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα στρέφονται μ΄όλη τη δύναμή τους σε τοπία εσωτερικότερα. Μιλούμε για καταβυθίσεις στο προσωπικό στοιχείο, την ανθρώπινη μαρτυρία μες στο νέο,βιομηχανοποιημένο, αστικό περιβάλλον, καθώς το τελευταίο διακόπτει ολοκληρωτικά τους δεσμούς του με μια Ελλάδα επαρχιακή και ρηχά ηθογραφική, όπως πολύ ορθά σχολιάζει ο Γιώργος Αριστηνός στην εκτίμηση της εντόπιας, λογοτεχνικής εξέλιξης. Ο Αντώνης Φωστιέρης, η Τασούλα Καραγεωργίου, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο Χρονάς και άλλοι αποκαλύπτουν στην ποίησή τους ένα πρόσωπο πιο ανθρώπινο και σαφώς πιο σπαραχτικό. Το τοπίο της πόλεως τους μαγνητίζει. Μες σε αυτά τα πλαίσια διαμορφώνουν τ΄αλφάβητο της οδύνης. Δίχως καμιά αναφορά στις προγονικές μνήμες και το σφυγμό μιας περασμένης, φιλόδοξης εθνικά εποχής, η γενιά του ’70 διακόπτει οριστικά τους δεσμούς της με την ελληνική ποίηση, όπως η τελευταία αποτυπώθηκε την πρώτη, μεταπολεμική περίοδο. Ο κλειστός χώρος και η έντασή του, η αναμέτρηση με το προσωπικό βίωμα ελκύουν περισσότερο απ΄οτιδήποτε τους ποιητές αυτής της περιόδου. Δίχως επίκτητες εξάρσεις και συναισθηματισμούς, συμπυκνώνοντας τις παλαιές τάσεις και την αναλογία της συμμετοχής τους σε μια νέα,δημιουργική εποχή περιγράφουν ζητήματα ψυχικά, επιβεβαιώνοντας τις θεωρητικές μελέτες για την τέχνη, οι οποίες αναγνωρίζουν στο κυμαινόμενο, ψυχικό μοντέλο όλη εκείνη τη δυναμική που απαιτείται στον τομέα της έκφρασης. Δεν μιλούμε για μια ορισμένη τεχνική, για ένα υπόβαθρο τέτοιο. Μιλούμε ακριβέστερα για ξεκληρισμένες ζωές που αναγνωρίζουν στο λόγο την ένδειά του και συχνά πραγματοποιούν τομές αφήνοντας για τους κατοπινούς μελετητές την ξεκληρισμένη όψη των πραγμάτων. Η γενιά του 1970 συνιστά την τελευταία, κοινή, θεωρητική προσήλωση της ελληνικής ποίησης. Η απλούστευση του λόγου, το υπόδειγμά του το οποίο πια αφορά τον παλαμικό ορισμό για την ποίηση που γίνεται τραγούδι, οι ασύλληπτες θεματικές μέσω των οποίων αναγνωρίζεται και κάμπτεται ο χρόνος σύμβολο, η παραδοχή της παουντικής τοποθέτησης, οι πρόστυχες και οι ετοιμόρροπες λέξεις τείνουν να ικανοποιήσουν στ΄ακέραιο τις προθέσεις των ποιητών του 1970. Οι ποιητές αυτοί δεν θεωρητικολογούν. Ως εκτιμητές και κληρονόμοι του παρελθόντος, έρμαιοι πια μες στις ακαθόριστες τάσεις και τα ρεύματα δεν υψώνονται πάνω απ΄την εποχή τους μα εξαντλούνται μαζί της. Δεν συζητούν για διεξόδους και καταφύγια. Η γενιά του ΄70 συνιστά το μεσημέρι της ελληνικής ποίησης, με τις καρκινικές θερμοκρασίες και τις κηλιδωμένες για πάντα ζωές, τα βάρη των ημερών, το κίτρινο χρώμα, την υδραργυρική όψη. Οι ποιητές αυτής της γενιάς δοκιμάζονται σε μάχες από στίχο σε στίχο. Είναι η γενιά του σκισμένου χάρτη, η γενιά που δεν ζει με τις αυταπάτες και δεν γυρεύει πια καμιά ανάκαμψη, κανένα σχέδιο. Είναι χώρος που γίνεται αίσθηση. Η γενιά του ΄70 φέρνει στο φως τους δαιμονιώδεις ποιητές των περασμένων καιρών. Τους φέρνει με τον ίδιο εκείνο τρόπο που αφήνει κανείς τα γέρικα γυαλικά σε μια έκταση για να πεθάνουν ή για να λάμψουν. Τελειώνοντας με την εξαιρετικά, αυτή σύντομη θεώρηση των βασικών γνωρισμάτων της ποιητικής γενιά του ΄70, παραθέτουμε την πυκνότατη και εύστοχη εκτίμηση της Τιτίκας Δημητρούλια στο περιοδικό «Ποιητικά.» Η ίδια, απολογιστικά σημειώνει πως [η γενιά του ‘70] εκφράζεται μέσα από διαστρωματώσεις υποκειμενικοτήτων που συναντιώνται και συμπορεύονται για να ξαναχωριστούν και πάλι σε μια ροή που υπερβαίνει το βιολογικό χρόνο των ποιητών της γενιάς αφού ενέχει όλους όσους τους επηρέασαν και όλους όσους θα επηρεάσουν στο μέλλον.

Ο Αλέξης Ζαβατάρης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1947, στις 20 Οκτωβρίου. Το 1963 εισάγεται στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήδη από το 1967 εμφανίζεται στην ελληνική, ποιητική σκηνή με τις πρώτες μεταφράσεις στην ελληνική της νέγρικης ποίησης. Δυο χρόνια αργότερα θα πραγματοποιήσει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας, ένδειξη της εύθραστης φύσης του, η οποία αποτυπώνεται τόσο διάφανα στις δημιουργίες του.  Ένας ανεπιτυχής γάμος, ο οποίος λύεται το 1969 θα αποτελέσει έναν απ΄τους σταθμούς της ζωής του. Το 1972, απόφοιτος πια του Οικονομικού προσλαμβάνεται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Το 1979 μεταθέτεται στην Αθήνα. Ένα χρόνο αργότερα, στις 7 Μαίου αυτοκτονεί, αυτή τη φορά επιτυχώς, κατατάσσοντας τον εαυτό του στην τάξη των αυτόχειρων, Ελλήνων ποιητών. Η δημιουργική του πορεία υπήρξε πλούσια, τόσο σε επίπεδο πρωτότυπης, ποιητικής εργασίας, όσο και σε επίπεδο μεταφραστικό. Η παρουσίαση στην ελληνική του Ιταλού δημιουργού Τσέζαρε Παβέζε αποτέλεσε έναν απ΄τους σταθμούς της εργασίας του και μια απόδειξη του ιδιαίτερου αισθητηρίου με το οποίο αναγνώριζε τις κορυφαίες, ποιητικές αξίες. Κατά τη διάρκεια του βίου του συνδέθηκε φιλικά με σημαντικούς δημιουργούς, όπως η Νανά Ησαία και άλλοι ποιητές. Σημαντική συμβολή στην ανάδειξη του έργου του αποτέλεσε η παρουσίασή του από τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου. Δυστυχώς, δεν είναι εύκολη η εξακρίβωση λεπτομερειών για τη ζωή του, στοιχείων δηλαδή τα οποία θα μπορούσαν να φωτίσουν περισσότερο την ευαίσθητη ψυχή του. Το βέβαιο είναι πως ο Αλέξης Τραϊανός με την ποιητική του εργασία εξέφρασε μ΄όλη τη δύναμη το πνεύμα και το σθένος μιας μεταβατικής περιόδου. Εκείνης που επηρέασε βαθύτατα ολόκληρη την ποιητική γενιά του 1970.

Η επαφή με την ποιητική εργασία του Αλέξη Τραϊανού δεν μπορεί παρά να ειδωθεί με υποκειμενισμό. Πάει να πει πως πέρα απ΄τα σημαινόμενα, τα σύμβολα και τις αρχές οι οποίες ανιχνεύονται στο ποιητικό του έργο, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει μ΄ανοιχτή και καθαρή ψυχή τη στιχουργική του. Και τούτο διότι το έργο του Τραϊανού στηρίζεται στην ευαισθησία και τη συγκίνηση που γεννά η πρώτη εντύπωση. Με γνώμονα αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση μπορεί κανείς να καταννοήσει το χαρακτήρα αυτής της σύντομης μονογραφίας, η οποία δεν επιδιώκει παρά μόνο να διαθέσει τις ερμηνείες εκείνες, οι οποίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν την προσπάθεια του αμύητου αναγνώστη να εννοήσει σ΄όλες τις διαστάσεις τις αφετηρίες, τους παράγοντες εκείνους, οι οποίοι ώθησαν τον ποιητή να καταγράψει με τρόπο ελλειπτικό όλα όσα μαίνονταν στ΄αβαθή. Η ποίηση του Αλέξη Τραϊανού θα πρέπει να ειδωθεί με ψυχή καθαρή, με το θάρρος της παραδοχής για την τραυματισμένη μνήμη, τ΄ανέφικτα ήθη, την προίστορία των αισθημάτων και των αισθήσεων. Σαν τους φωβιστές ο Τραϊανός απελευθερώνεται από τους κανόνες, οδηγείται απ΄το ταπεραμέντο και το πληγωμένο ένστικτο. Μ΄αυτό το δικαίωμα και αυτήν την υπέρβαση αναγνωρισμένη οφείλει κανείς να σκύψει στο έργο του ιερουργού. Η τέχνη άλλωστε, σ΄όλες τις δυναμικές και τις όψεις της υπήρξε ατομιστική. Ανάλογη θα στέκει πάντοτε η ερμηνεία της και έτσι λυτρωμένος ο Αλέξης Τραϊανός θα μπορεί να κινείται με πρόσωπο τρυφερό μες σε μια Θεσσαλονίκη μεταφυσική. Όπως την περιέγραψε ο Γιώργος Ιωάννου, όπως στ΄αλήθεια πορεύεται αυτή η πόλη μες στις εποχές.

Η μέθοδος της ερμηνείας στάθηκε πάντα διαφορετική από την ίδια την ποιητική. Όμως η ψυχολογία της παράμεινε ίδια και απαράλλαχτη, σταθερή. Μ΄αυτό το αξίωμα προσεγγίζουμε το έργο του Αλέξη Τραϊανού. Η πρώτη εντύπωση που προκύπτει απ΄το ποιητικό έργο του Αλέξη Τραϊανού βασίζεται σε μια αίσθηση κυρίως σωματική. Η οδύνη, η αναμονή, τ΄όραμα και η αντίληψη του πραγματικού αναγνωρίζεται πρωτίστως με το σώμα. Δεν πρόκειται για μια αντιπνευματικότητα, αλλά για μια γνήσια και ειλικρινή θεώρηση της πίστης που υφίσταται πάντα και πριν απ΄οτιδήποτε με όρους επιφανειακούς.Πεδίο είναι το σώμα, η κίνηση, η ανθρώπινη γεωμετρία που σημαίνει.Η ποίησή του αποτυπώνεται σε μια κατάσταση παθητική. Σώμα ανθρώπινο κάτω απ΄το φως μιας αφαίρεσης, ενός λόγου που κινείται στα πιο αυστηρά όρια της οικονομίας, ώστε να φανεί λαμπερό εκείνο το αίσθημα που πάντα καταδιώξε ο ποιητής. Μιλούμε για την εξάντληση του λόγου, την ανθρώπινη εξάντληση που διαπιστώνεται σε ποιητές όπως ο Γιαννιώτης Νίκος Χουλιάρας. Ο κόσμος του Αλέξη Τραϊανού δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο μέσα από μια πράξη ανθρώπινη, την κινησιολογία της πυροδότησης, της οριστικής και αμείωτης εσωτερικής ανάλωσης. Το σώμα- μνήμη συγκρατεί μες στο αίμα και την επιφάνεια τους σφυγμούς, τις μνήμες ως αρνητικά. Τα φωτεινά εκείνα σημεία που κάποτε υπήρξαν αναγνωρίζονται ως αρνητικά, καμένα φιλμ μιας εποχής περασμένης και σχεδόν ανιστορικής. Ακόμη και αν προσδιορίζεται μ΄ακρίβεια εκείνο το ελληνικό καλοκαίρι του 1967, τούτο είναι μονάχα μια αφορμή, ένα οριστικό σημείο για την κατάργηση του χρονικού ορίζοντα και άλλων μεγεθών.

Τα σύμβολα της ποίησης του Αλέξη Τραϊανού, πέρα από το σώμα μνήμη και τη γεωμετρία του είναι το αίμα το ίδιο και ό,τι σαρκικό μπορεί να επιστρατευθεί ως μέσο από τον ίδιο τον ποιητή. Σύμβολα και τα τοπία, διάφανες καταστάσεις έξω και πέρα πια απ΄τις χρονικές διαστάσεις. Τα δεδομένα του παρελθόντος επιστρέφουν πάντα σαν καρέ αποσπασματικά. Μια μοναδική στιγμή του παρελθόντος ανιχνεύεται με τα αισθητικά μέσα και έτσι κατοχυρώνεται ο ίδιος ο θάνατος, όχι μόνο ως μια κατάσταση μηδενική, αλλά ως η αρχιτεκτονική της οριστικής και συντελεσμένης πια ζωής. Τα βασικά στοιχεία της θ΄αποτυπωθούν μες στα όρια ενός μύθου κλειστού, αυτούσιου πια μες στο χρόνο. Αυτές οι στιγμές που υπερβαίνουν τον καιρό και τ΄ανθρώπινα , αυτές ακριβώς οι στιγμές περικλείουν μέσα τους τις συνθήκες του παρόντος αλλά και τις πράξεις της αυτοχειρίας. Εκείνες που αφορούν το μέλλον, έτσι όπως πραγματώθηκε μες στο βιωματικό έργο του Τραϊανού. Όταν θα σημάνει η παραμόρφωση ή ακόμη και η εξάλειψη του ίδιου του σώματος, τότε θα μπορούν να ερμηνευθούν ξεκάθαρα τα γραφήματα του ποιητή, τα σκληρά και αναπόδραστα, οι φοβερές μελέτες της στάσης και του ύφους όταν πια αφήνεται κυρίαρχο το αίσθημα της φθοράς. Αυτή η φθορά απελευθερώνει το ηθικό και επιφανειακό βάθος του παρελθόντος, απελευθερώνει οριστικά τις διαστάσεις του τις ίδιες. Τ΄ανθρώπινο υλικό, βέβαιο για το τέλος του συνιστά τη βασική και σαθρή αρχή, τ΄όριο της συντριβής και την αιτία της. Οι πληθυντικοί νεκροί που μας κυκλώνουν, οι αγωνίες και οι ανταγωνισμοί συνιστούν τα μέσα για την απογραφή του ατομικού μύθου του ίδιου του Αλέξη Τραϊανού.

Δεν πρόκειται για θάνατο. Η ποίηση του Τραϊανού αποστρέφεται πράγματα όπως τα νεκρά πουλιά, τους αδύναμους ήχους, τις συντριμμένες καρέκλες, ότι δεν σήμανε ποτέ ζωή. Σ΄αυτήν την αντίφαση μπορεί ν΄αποδοθεί η αυτιστική τάση της ποίησης του Αλέξη Τραϊανού, ο οποίος ολοένα καθίσταται πιο κρυπτικός, αδύναμος μέσω του λόγου να αποκωδικοποιήσει τις αισθήσεις και τα όριά του. Διότι δεν πρόκειται ποτέ για θάνατο. Είναι τ΄ανοιχτό στήθος, μια στιγμή ποιητική, μια ζωντανή στιγμή που βαστά ολόκληρο τον κόσμο. Σ΄αυτό το αμάρτημα που πληρώνεται μ΄αίμα ανθρώπινο,σ τη διάψευσή του την ίδια μπορεί κανείς να συμπεράνει πως αποτίει φόρο τιμής ο ίδιος ο ποιητής. Σ΄ένα είδος μνήμης, ως τούτη να ήταν μια αγία επέτειος που εορτάζεται στον απομονωμένο βωμό του μοναστηριού, στη ρωγμή του που είναι πάντα άνοιξη στην ποίηση του Τραϊανού. Αυτά τα πρόσωπα και αυτές οι μνήμες αποκρυσταλλώνονται στους καθρέφτες, τις αιωρήσεις και τις συντριβές.  Ολόκληρη η ποίηση του Αλέξη Τραϊανού  έχει ως βάση και στόχευση τ΄ανθρώπινο υλικό. Η ανταλλαγή της μνήμης, η μοιρασμένη λύπη, τ΄αξεπέραστο εμπόδιο του θανάτου είναι η κρυφή γλώσσα, το φτωχό αλφάβητο ανάμεσα στα σώματα και τις νύχτες, μια διάλλεκτος πέρα από συρμούς και ιδεολογίες. Οι ρωγμές κάποτε μας κατακλύζουν.

Ο ερωτισμός του Αλέξη Τραϊανού είναι παρών μες στο έργο του. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά, όταν κανείς μιλά με ποίηση για ζωή και θάνατο, δίχως τις μεταφυσικές, μα μ΄οδηγό τη γνήσια, την ανθρώπινη, πρώτη εκτίμηση ενός οριστικού και μεγαλειώδους γεγονότος.  Ο ερωτισμός του παθητικός, ταπεινωμένος και εκείνος, μάρτυρας γυμνών, μυστικών συνευρέσεων. Ένα χαρακτηριστικό που εντείνεται και καθίσταται κυριολεκτικά ανθρώπινο, ένας έρωτας δίχως φύλλο, ένας έρωτας στα ποιητικά πρότυπα του Χριστιανόπουλου και πιο πριν του Αλεξανδρινού ποιητή. Ο έρωτας του Τραϊανού είναι ένα αίσθημα λαϊκό, βιωμένο. Ένα αίσθημα που διασώζεται μέσα απ΄τις εναπομείνασες ανάσες, τα δάκρυα, τα βήματα. Αυτός ο έρωτας είναι που εκτυλίσσεται σ΄έναν χώρο πολύ προσωπικό, αυστηρά καθορισμένο, έναν χώρο που κατοικείται από σώματα, μνήμες, αισθήσεις πράγματα φευγαλέα πολύ προσωπικών καταστάσεων. Η μνήμη και η μορφή συνιστούν πάντα την κιβωτό του Αλέξη Τραϊανού, τα σημάδια ενός μισού σώματος, μια άλλη, περισσότερο λυρική, τραχιά και ανθρώπινη αποκαθήλωση όταν ο θάνατος ολοκληρώνει το αίσθημα και τις πηγές του. Η κομμένη ανάσα, ο κόσμος που καθορίζει το τέλος μας, τα κοινωνικά στερεότυπα μες στο αστικό περιβάλλον, ο πολύ αιμάτινος τόνος, το ερυθρό χρώμα, οι σφυγμοί ενός βίου που υπάρχει μόνο στα ποιήματα. Η ονειρική μελαγχολία και οι ηλεκτρικοί σφυγμοί. Αυτά είναι πάντα τα όρια και οι αρχές μιας ποίησης που θυμάται έρωτες και πονά για τη ζωή και την εξάντλησή της.

Σ΄αυτό το σύγχρονο, αστικό περιβάλλον, στις φλέβες της πόλης διαπιστώνεται ο πικρός ρυθμός του ποιητή και όσων θα χαθούν μες στην εξαλοσύνη και το χαμό του πλήθους. Το δράμα του Αλέξη Τραϊανού συμβαίνει σ΄όλο το μήκος της ζωής του, σε μια πορεία με χρώματα δανεικά,μ΄οπτασίες. Η ποίηση του Τραϊανού είναι η στιχουργική του πραγματικού, μια αντίθετη πορεία από το κυνήγι του φανταστικού και του ποθητού. Η ποίησή του αποτυπώνει τις καταγωγές, τα επίκαιρα. Η ποίησή του συνιστά το χρονογράφημα ενός βίου, μια υπόθεση δίχως ιδεολογία μα με περίσσια ανθρωπιά. Ο Αλέξης Τραϊανός ακόμη και αν παραμένει μυστηριώδης, απλησίαστος από μια μακρινή γενιά, ακόμα και αν συνθλίβεται διαρκώς μες σε μια ποίηση παρωχημένη, μ΄αρχές που δεν εναρμονίζονται με τον εξωφρενικό ρυθμό της πραγματικότητας, εντούτοις παραμένει ιλιγγιώδης, οι λέξεις του είναι βήματα που δεν οδηγούν πουθενά. Και όμως καταστρώνουν τη λύπη ενός ανθρώπου καθώς τελειώνει μες στη σοφία και την παραπλάνηση ενστίκτων, όπως ο έρωτας, τ΄όνειρο, η ατμόσφαιρα ενός καλοκαιριού ή το νόημα μιας φράσης ενός πρόωρα χαμένου φίλου, ενός προφήτη.

Ο Αλέξης Τραϊανός παρέμεινε ζωντανός χάρη σ΄αυτήν την εξουσία των χρωμάτων, αυτήν τη δυνατότητα που εξελίσσεται πέρα και πάνω από τη σιγουριά του θανάτου. Μιλά με μια ελευθερία που και αν κοπιάζει να σταθεί, δεν χάνει τίποτε απ΄το θερινό της χαρακτήρα, τις καρκινικές θερμοκρασίες, τη σκληρότητα ενός μεσημεριού.Αυτά τα ποιήματα είναι αιχμηρά, έχουν γωνίες και μπορούν να προκαλέσουν εκδορές. Έτσι συμβαίνει πάντα με τ΄ακραία σήματα, μ΄ότι συλλαμβάνεται από σταθμούς ακραίους, όταν με τα μάτια ανιχνεύεις τις εποχές , όταν μόνο μέσο δεν στάθηκε παρά το χρώμα. Μια απόχρωση πρόστυχη και αδάμαστη, ένα πρότυπο που δεν μπορεί να υπάρξει ποιητικά. Ο Αλέξης Τραϊανός θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι από χρώμα κίτρινο. Ένα πρόδρομος της κίτρινης εποχής, εκείνης της κρίσιμης περιόδου για την ελληνική, ποιητική σκηνή. Μια εποχή που θα γεννήσει τους στίχους της αθάνατης, ελληνικής ροκ, εκείνης που γαλουχείται με τα αισθητικά πρότυπα των πιο περιθωριακών από τους δημιουργούς του αιώνα. Η ποίηση του Τραϊανού είναι από χρώμα κίτρινο, μια παλιά αίσθηση που θ΄αναγεννηθεί, πότε περισσότερο πολιτική και άλλοτε πάλι προσωπική, στα ποιητικά έργα των Γώγου, Σιδηρόπουλου.

Είναι η απουσία του σώματος που θα στοιχίσει τόσο στον Αλέξη Τραϊανό. Αυτή η βεβαιότητα είναι που θα γεννήσει τη σκοτεινή ψυχολογία, το μεγάλο, σοφό πόνο. Τέτοια αισθήματα γράφουν πάντα τα ποιήματα, τέτοια παστέλ χρώματα ζωγραφίζουν το πρόσωπό του. Στα ταπεινά, σκοτεινά τραπέζια του αιώνα, στο βάθος τους μπορεί να δει κανείς ανθρώπους άχρονους, όπως ο Αλέξης Τραϊανός, ανθρώπους που αψηφούν τους καιρούς. Μια τέτοια ένταση κυριαρχεί στα ποιήματα, τέτοιο το φορτίο του εαρινού αυτόχειρα.

Τα σβησμένα ρούχα του ποιητή είναι το μόνο χειρόγραφο που διασώζεται από τους ποιητικούς καιρούς. Οι μνήμες είναι ο κακός πυρετός που δεν μας επιστρέφει τίποτε, τα φλογισμένα κορμιά των θαμώνων του πάρκου, τα χυμένα πιάνα, τα κατακίτρινα φεγγάρια. Τόσοι τρόποι για να περιγραφούν οι εντυπώσεις και ν΄αναγνωριστεί η ουσία που πάντα μας εξαντλεί. Τούτη η τέχνη του Αλέξη Τραϊανού δεν είναι παρηγοριά. Μια τέτοια εκτίμηση ήταν λάθος μας. Ποίηση όπως αυτή είναι εξώστης για βραδινές απελπισίες, είναι ένα βήμα κοντύτερα στο τέλος. Τέτοιο θάρρος γυρεύει αλύτρωτη, καθόλου ηρωική, τόσο μοναχική και ανερμήνευτη. Μ΄ότι μέσο μας δίνεται εμείς θα τραγουδούμε όπως ο Αλέξης. Θα τραγουδούμε για ότι χάθηκε και για ότι περισώθηκε απ΄την κατεστραμμένη μας φαντασία, ό,τι κρατήθηκε ζωντανό σε χείλη και μνημεία. Τ΄άλμπουμ του Τραϊανού συγκροτούν φωτογραφίες  μ΄αναγνωριστικά σύμβολα. Πολύ προσωπικά τοπία μες στη μόνη μνήμη που υπήρξε ποτέ. Οι μεγάλες ώρες του Αλέξη Τραϊανού είναι από βροχή, χρώμα και καθημερινή θρησκεία στον αγώνα του έρωτα, όπως τον περιέγραψαν τόσοι ποιητές. Ο Αλέξης Τραϊανός είναι ένας σκληρά τρυφερός ποιητής. Άνθρωπος αιχμή.

Πάντα τα μάτια η αιτία της πληγής του ποιητή. Αυτά που θα καταδιώξει στην ποίησή του, αυτά που θα καταστρέψει ολοκληρωτικά. Με τα χρώματά τους θα συνδράμει στη μεγάλη ζωγραφιά της ελληνικής ποίησης, συντροφεύοντας αιώνιους ποιητές που δεν ονομάζονται και δεν χωρούν σ΄ανθολογίες. Μια ανάγκη για άνθρωπο θα τον καταδιώκει πάντα. Ποίημα και πρόσωπο, στίχος και χαμένο γέλιο συνθέτουν τον αιώνιο ρόγχο γύρω απ΄την καρδιά. Για το μηδέν πώς να μιλήσεις.

Ο Τραϊανός είναι ένας ποιητής μοιραίος, αναγνωρίζοντας στη μεταφυσική την κατάργηση όλων των ελπίδων και όλων των αντοχών. Χρόνος, χρώμα γαλάζιο όπως εκείνο του Τρεκλ και άλλων ποιητών, τ΄ανθρωποποιημένο μάτι που είναι παράθυρο στην πραγματικότητα και τις βαθμίδες της. Το μάτι μάρτυρας του σκληρού χρόνου που έτσι οριστικά καταργείται την πιο σκοτεινή ώρα. Τα μάτια οι τάφοι και τ΄οριστικό που κάποτε θα διεκδικήσεις. Η ποίηση του Αλέξη Τραϊανού είναι για το μέλλον και για μια κατάσταση που θ΄αντιμετωπίσουμε. Η ποίησή του είναι προσευχή για το τελευταίο μυστήριο της ζωής. Μες στα κενά της αναγνωρίζεται η μουσική και ο ρυθμός, η αιρετική τοποθέτηση των λέξεων για να υπάρχει γνήσιο το ποιητικό αποτέλεσμα, σύμφωνο με τους όρους, τους κανόνες που κάποτε διαρρηγνύονται. Η ποίηση του Τραϊανού προσωποποιεί ολόκληρο τον κόσμο. Κάθε στοιχείο συμμετέχει στο δρώμενο, το θάνατο και το βίωμα που είναι πάντα κομμάτι ζωής. Η ποίηση είναι το φως που αποκαλύπτει παντού το σκοτάδι, η ποίηση που μας αφορά όλους καθώς τα πρόσωπα εκτείνονται από το πολύ προσωπικό στο δεύτερο ενικό και ο χρόνος καθίσταται ενεστωτικός, παρατατικός και ακόμη πιο ρευστός. Είναι το μέσο για να μετρηθεί κανείς με το σκληρό ρεαλισμό του καιρού.

Το χρώμα του Αλέξη Τραϊανού είναι το πορφυρό. Και άλλο τίποτε δεν απομένει από τούτο το ποίημα που χάθηκε νωρίς. Άλλο τίποτε δεν μένει. Κανένας ορισμός που θα σήμαινε πάντα περιορισμός. Ο Νίκος Καρούζος κάποτε μίλησε για όλων των εσωτερικών αναζητήσεων τ΄ανυπολόγιστο ζήσιμο. Ο Αλέξης Τραϊανός έτσι ανυπολόγιστα έζησε και χάθηκε.

vintage_under2

©Απόστολος Θηβαίος
Η φωτογραφία είναι παρμένη από την αμοντάριστη ταινία μικρού μήκους “Η μικρή βόλτα του ποιητή

favicon