Αρχείο 29.1.15
Ήρθε και κάθισε σ’ ένα κοτρώνι ο ποιητής.
Δεξιά η Θεσσαλία αριστερά η Ήπειρος. Και κάτω χαμηλά η Παργινόσκαλα, με τα παιδιά τα’ αμούστακα που τα παράχωσε το τάγμα του Γαλάνη. Δίπλα στο κύμα του Ιονίου να τα νανουρίζει μισοζώντανα. Κι είναι ριγμένη πίσω του η Θεσσαλία κι η Τσαριτσάνη. εκεί η Μορφία και τα’ αδέρφια της – κλαρίτες. Ψηλά η Πλατανούσα με τα σκάγια ξώδερμα και μέσα η δόλια μάνα του να περιμένει. Ορθή μπρος στη διαγουμισμένη πόρτα. Μ’ ένα τσεμπέρι σαν τα κράνα, να το κατεβάζει και να βασιλεύει ο κόσμος.
—Που να τραβήξει ο μαύρος ποιητής;
Πίσω το Βίτσι άγρια τσεκουριά, μπροστά η Αθήνα άλλος ποταμός με βίραγγες. Η πιο μεγάλη ρουφήχτρα η Ομόνοια. Από παλιά κι αυτή μια μυρμηγκότρυπα στη μνήμη του. Δυο βήματα πιο πάνω η πλατεία Βάθης, όπου ξέμενε τη νύχτα να κοιμάται αχτινωτά μ’ άλλους μαζί, κεφάλι με κεφάλι σ’ ένα μαξιλάρι. Και γύρω οι κουλουριασμένοι δρόμοι της μεγάλης πολιτείας σαν τα τσακισμένα νεύρα της, ανηφορίζοντας για πού; Για την Πεντέλη, εκεί που ξέπεφτε χειμώνα-καλοκαίρι ένοικος των άστρων σαν ξεστρατισμένος ήρωας του Χάμψουν. Την κάθε ώρα και στιγμή, γύριζε στην πλατεία κι έβλεπε την προτομή, τι μοίρα κι η δική μας, γκούχου γκούχου, τι ζωήγ κι αυτή συνάδελφε. Έτσι κυνηγημένος βρέθηκε κι αυτός σ’ ένα κοντρί, πριν πάρει κατρακύλα τη στροφή. Κάτω τα Γιάννενα με τα μπουντρούμια του πασά και με την ξένη προπαγάνδα.
Έρριξε πέτρα πίσω του και διάβηκε τα σύνορα. Πως δέθηκε το χνάρι μας συνάδελφε, σκολνάς και πιάνω τη δουλειά σου στο μπουντρούμι του τυπογραφείου. Χειμώνα-καλοκαίρι, προπολεμικά-μεταπολεμικά. Κι ανάμεσα η άγρια τσεκουριά, η κατοχή κι ο πόλεμος.
—Τώρα είναι εδώ σ’ ένα κοτρώνι και κοιτά τ’ αμίλητα βουνά.
Μακριά πολύ η Φλώρινα η Κοζάνη η Καρδίτσα και τα Τρίκαλα των πέντε κρεμασμένων. Κι από πλατεία σε πλατεία να ψηλώνει σ’ όλες τους η οργισμένη θημωνιά των όπλων. Λάφυρα ιταλικά γερμανικά και μάλιγχερ εγγλέζικα, ακόμη και διμούτσουνες του ’12 και ’13. Κι ύστερα με σκυφτές τις πλάτες σαν κουλοί γλιστρώντας με τους άλλους ίσκιους γύρω τους, με ποδοβολητά και μ’ άλογα κουτσά και κακομοιριασμένα κι άλλοι με φτέρνες πληγιασμένες κι ο σπασμένος υποκόπανος ραβδί και το ποτάμι να τους κάνει πίσω, «για πού σύντριφε και φίλε;» «κατά που αδερφέ;», «σε ποια ερημιά; και ποια χωσιά;», «ποια Βάρκιζα;» κι ύστερα πάλι γελασμένοι στο κλαρί και τώρα τα βουνά προδοτικά κι ανόρεχτα κι αυτοί στους τέσσερες ανέμους σ’ όλα τα Βαλκάνια και μέσα παραμέσα ως τη διχασμένη την Τασκένδη οι μισοί – κι οι άλλοι μισοί χαμένοι σε νησιά σ’ αλατονήσια περιηγητών ή και κρυμμένοι σε χιλιάδες μυρμηγκότρυπες μαζί κι αυτός ερημοσπίτης προπολεμικά και τώρα με γυναίκα και παιδί να βόσκει κάτι παλαιακά αγριόγιδα ποιήματα γυρίζει το κεφάλι πίσω ξαναβλέπει τη βαριά σκιά του παρά ποταμόν εκεί ψηλά κι οι μάνες κι οι γυναίκες τους πετροβολώντας το ποτάμι ποτάμι για λιγόστεψε ποτάμι κάνε πίσω.
—Κι έγειρε ο άχαρος στη μαύρη πέτρα κι ονειρεύτηκε.
Είδε πως είναι – όχι τάχα ο Ηρακλής αδράχνοντας τα κέρατα του Αχελώου, πως είναι ο άλλος ταυρομάχος ο Μεχίας στη Σεβίλλια, αυτά είναι γι’ άλλους βάρδους και συνάδελφους και το’ ξερε. Είδε πως είχε καβαλήσει ο ταπεινός σαν το ποτάμι το κριάρι της αυλής του και ταξίδευε κι όπως περνούσε είδε τα τοπία γύρω και γνωστά κι αγνώριστα κι ό,τι πριν χώριζε η κακία ο θάνατος το αίμα και το ρήγμα του καιρού να γίνονται ένα, να γίνεται ένα η γρηά Κοτζιούλω κι η Μορφία, ο Κώστας ο καψαδερφός κι ο Κώστας το παιδί, ο χτεσινός ο φίλος κι σημερινός εχθρός, η ποίηση και τα βουνά η μια κι η άλλη όχθη της ζωής, και κρατημένος απ’ τη χαίτη είδε τη μορφή – να ‘ταν ο μαύρος καπετάνιος ή η Μούσα του; – που τον περίμενε απέναντι από το ποτάμι να του δώσει το φιλί που το ‘χει ναπολιόνι μια ζωή εκεί καταμεσίς στη μπάλα του κι αφέθηκε χορευτικά στο ρεύμα που τον πήγαινε για πού; – δεν ήξερε
——————————————αν ήταν ο Άραχθος
————————————————αν ήταν ο Αχέροντας…
*
©Γιάννης Δάλλας
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.