Ελένη Νανοπούλου, Λεμόνια

Αρχείο 22/05/2014

Έμενε απέναντι. Χέρια γραμμωμένα φλέβες ίδιος λαιμός. Η Φιλύρα στη κάμαρη στο στασίδι στη στάση. Σπάνια περνά συγκοινωνία.

Εισαγωγικά – Αυτοσαρκασμός – κλειστά εισαγωγικά, κλειστή επικοινωνία .

Κατεβαίνει που και που στην πόλη περπατώντας, σιγοτραγουδά σε κλειστά παράθυρα, έχει στη χούφτα λεμόνια κι αφήνει ένα σε κάθε πρεβάζι. Δεν ήξερε από νάζια και χαμόγελα, τις μιλούσες την ρωτούσες και την απάντηση την ήξερες μόνο αν κοιτούσες τα μάτια της. Φορούσε ένα λευκό μαντίλι στα μαλλιά, το έβγαζε μόνο στο σπίτι και σε κερνούσε πάντα δροσερή λεμονάδα που έφτιαχνε μόνη της από τις λεμονιές της. Αν είχες την τύχη να είσαι δικός τα μάτια της ήταν ζεστά κάρβουνα, αλλά και ξένος να περνούσε πάντα θα έπινε μια λεμονάδα.

Μιλούσε μόνη αγαπούσε μόνη πέθαινε μόνη επιλεκτικά.

Είμαι ότι δεν γράφτηκε ποτέ. Καλύτερα έτσι. Θα πεθάνω σαν την μάνα μου και τον πατέρα μου με σιωπή μόνο.

Θυμάσαι μάνα; Άνοιξε τα μάτια σου μάνα, μόνο μια στιγμή σε παρακαλώ μια μοναχά στιγμή, πονάς μάνα; Όχι δεν θα πεθάνεις, θα σου τραγουδώ όλη την ημέρα και όλη την νύχτα, δεν θα σε αφήσω μονάχη μ’ αυτά τα παλιοέπιλπα και το χαμηλωμένο φως. Αυτά σε φάγανε, όλη ‘μέρα να τα σκουπίζεις και να τα ξεσκονίζεις. Μ’ αυτά ρουφούσαν πιο βαθιά τις σκέψεις τις σιωπές τα σώματα. Όσο εσύ τα γυάλιζες εκείνα σε κατάπιναν κι ούτε που προλάβαινες να τα χαρείς. Άσε με να πάω στα περβόλια με τις λεμονιές, σου έλεγα, να σκαρφαλώσω στις κορφές… δεν θέλω να κεντήσω, ούτε να πλέξω, ούτε να γίνω νοικοκυρά. Μόνο να μεγαλώνω λεμονιές θέλω… και… να τραγουδώ… θα με μάθεις να τραγουδώ μάνα;

Σκούπισε τα πόδια σου χριστιανέ μου! Πατέρα; Αχ πατέρα!!! ακόμη κι όταν πέθανες νόμιζα πως κάνεις αστεία. Πως θα σηκωθείς λέει κι όλοι θα τρομάξουν. Έφυγες έτσι στα καλά του καθουμένου. Την μια μέρα ορθός την άλλη άφατο πουλί . Να την προσέχεις την μάνα πατέρα, από τότε που έφυγες ούτε μια μέρα δεν έζησε σωστή. Γέμισαν τα σωθικά της βροχή και αίμα λαβωμένο το συκώτι. Να ξέρεις πατέρα ακόμη φοβάμαι τις μεγάλες αστραπές κι ας ζάρωσαν τα χέρια, ακόμη ψάχνω τις παλάμες σου να κρυφτώ. Μ’ αυτά τα ζαρωμένα χέρια σου στέλνω τους λεμονανθούς που μεγαλώναμε μαζί. Να δες!! Μεγάλωσαν βγάζουν καρπούς, να δώσεις και στη μάνα. Έρωτας κι αυτός να τρέχει μες στης παναγιάς το κάστρο, κι εκείνη να χαμηλώνει τη ματιά. Κοκκίνισε δες η παναγιά μάνα! Μ’ αυτή ξέρει να κρατά τα μυστικά και συγχωρά.

Μεθαύριο μάνα θα ‘ρθουν τα πουλιά της άνοιξης με τα πολλά τραγούδια στην διαπασών. Θυμάσαι μάνα; Εσύ φταις που πήρες όλα τα τραγούδια και τα λεμόνια μαζί σου.’’

Μιλούσε μόνη επιλεκτικά, μελίρρυτη φωνή κι ας μην το πίστευε.

Ήξερε τα καλύτερα τραγούδια του κόσμου, είχε όλες τις έμμονες ιδέες που μπορούσες να σκεφτείς.

vintage_under2

©Ελένη Νανοπούλου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Δύο λεμόνια, 2009