Νανά Τσόγκα, Φίλησέ μου τα παιδιά –παραΒΟΛΗ [2014]

Αρχείο 23.5.2014

Γύρω γύρω, είναι κάτι βουνά˙ και μακρινά και κοντινά, κατά τις περιστάσεις. Φορές μοιάζουν με αερόστατα, άλλες πάλι – τις περισσότερες – με σκοινί ακροβάτη. Από τους δρόμους, τις πλατείες και τα σύννεφα, φαίνονται σαν σπιρτόκουτα.
Ως εδώ, ήταν η πρότερη ζωή μας: μ’ ένα πράσινο φύλλο, αγώνες και έρωτες – όσο να ’ναι… ένα χάδι, μια αγκαλιά, ένας άνθρωπος.

Τα Τέρατα τα πήραμε μαζί μας. Κανείς δεν ξέρει πώς γίνεται – αυτό απ’ το οποίο θέλεις να ξεφύγεις, να σ’ ακολουθεί. Στη Συνέλευση της Μετοίκησης ήταν ομόφωνη η απόφαση να τους αφήσουμε να καούν μαζί με τα έργα τους. Όμως, κάπως γλίστρησαν και, αόρατα, τρύπωσαν στο Μεγάλο Καράβι – μάλλον τα είχαμε μέσα μας, από συνήθεια αιώνων.
Αρπαχτικά, ερπετά και τέρατα σε διαβαθμίσεις – όλα στο υπόγειο όμως.
Κι εδώ, μέρα-νύχτα, ανεβαίνουμε και, αναγκαστικά, ακροβατούμε. Από κάτω χάσκουν λακκούβες, που, με τον καιρό, γίνονται άπατοι βόθροι.
Το σκοινί το κρατάει ο Βλαδίμηρος με τα δόντια – κάθε φορά του πέφτει κι από ένα. Γι’ αυτό δουλεύουν σε βάρδιες με τον σοβαρό κύριο Ερνέστο και τον Μεγάλο Ιχθύ – οι δυο τους έχουν χέρια σαν πουλιά, ποτέ δεν κινδυνεύει η ακροβασία μας.
Στη χαμω-ζωή κυκλοφορούμε με τα (ξύλινα) πόδια – ξυπόλητοι. Πάνω στις στάχτες μας. Για τα πολύτιμα αισθήματα έχουμε μια τρύπια τσέπη κάτω απ’ το μέρος της καρδιάς. Γι’ αυτό, ο παρατηρητικός περιπατητής, μπορεί να διακρίνει διάσπαρτα μικροσκοπικά, ανθρωπόμορφα λουλούδια να φυτρώνουν στη λάσπη˙ μερικά, μάλιστα, αντί για φΙλο, έχουν στο μίσχο τους ένα γλυκύτατο, ξεχασμένο χαμόγελο. Αυτά, γεννιούνται από τη μνήμη των παιδιών.
Μαζεύουμε και τα παλιά, χαλασμένα αισθήματα – έχουν γίνει σκέτο χαρτί – ο Βλαδίμηρος λέει ότι θ’ αποδειχθούν χρήσιμα. Και πως, αν κάνουμε λάθος, δεν θα είναι η πρώτη φορά.
Όταν δεν έχει βάρδια στο σκοινί, μας προμηθεύει πέτρες: πάμε και τα στερεώνουμε, τα χάρτινα αισθήματα, στην αχανή τέως ακρογιαλιά. Με τον αέρα, βουΐζουνε φρικτά, σαν ξεραμένα φύλλα και φωνές εφιάλτη. Έχουμε ξεχάσει και τα χρώματα,
δεν σου είπα. Κι απ’ την πολλή τη λήθη, γίναμε κάτασπροι.
Σαν όρθια σεντόνια. Εξάλλου, όταν πεθαίνουμε, δεν μας σαβανώνουν πια – περπατάμε ακόμα και νεκροί. Σημασία έχει πως είμαστε όρθιοι.
Γι’ αυτό γελάμε και με τους ψίθυρους που ακούγονται αραιά και πού – όπως:
“Μην πας στο παράθυρο. Αν πας στο παράθυρο, θα πεθάνεις.”

Μια πρώην ντίβα – τουλάχιστον δεν έχουμε τηλεόραση – κάθε μέρα μετά τη δύση των συννέφων, σέρνει τη λερωμένη ποδιά της στα μολυσμένα πεζοδρόμια σαν κακοποιημένη υπηρέτρια του Βερμέερ – είναι κι αυτός στη Μεγάλη Αόρατη Βιβλιοθήκη μαζί με όλους τους αγαπημένους ολοζώντανους. Μες στο κεφάλι μας. Κάθε τόσο, όταν απλώνεται σαν επιδημία η φήμη ότι θα μας ρουφήξουν και το μυαλό, εκεί προστρέχουμε για να σωθούμε: η Ομορφιά του Φιοντόρ ανέγγιχτη – η δυνατή παρηγορία!
Πίσω απ’ τη ντίβα, η γάτα του Ματθαίου, αλανιάρα και απαθής – στην άλλη ζωή, την έλεγαν ‘σκουριά’. Είναι η πιο πολυταξιδεμένη γάτα όλων των πλανητών˙ είχε βρεθεί, κατά σειρά πισωγυρίσματος – όπως εμείς, π.χ., από τις πολυτέλειες, στην εποχή των σπηλαίων: μ’ ένα τσουβαλένιο υπνόσακο στη Σαμοθράκη, τον Αύγουστο του 2004˙ στην Οκτωβριανή, την Ελληνική και τη Γαλλική, κι από κει κατευθείαν στο Μεσαίωνα. Και, εφτάψυχη, εννοείται.
Σαν, κάπως, πιο σοφή από μας˙ αρμέξαμε σωρηδόν κούφιες κουβέντες, κι ακόμα να βγούμε απ’ το ανεγκέφαλο σκοτάδι.
Στις άδοξες μέρες μας, ακροβατεί κι αυτή – πάνω στα πέλματα όσων βρίσκονται με τα μούτρα μέσα στους σκουπιδοτενεκέδες – από συνήθεια μόνο: τώρα πια δεν τρώμε, κι έτσι δεν έχουμε σκουπίδια˙ χορταίνουμε με φύκια και ανάποδες πρωτεΐνες˙ δυο φορές το μήνα, τρώμε αλεσμένες πέτρες – φροντίζει ο Μεγάλος Ιχθύς να τις μετατρέπει σε ψωμοτύρι της παιδικής ηλικίας (με κασέρι).
Οι έρωτες, δε, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Λέω ‘σχεδόν’, γιατί πότε-πότε λαμβάνουμε ασύρματα μηνύματα από ανεπιβεβαίωτες φήμες για κάτι απεγνωσμένους ηρωισμούς και παρθένες λυσίκομες σε άλλο πλανήτη.
Το χώμα μου ’χει λείψει˙ να σκάβω μέσα μου.
Οι φήμες, γενικά, εξοντώνουν τα αισθήματα εν ριπή. Για να τρέμουν συνέχεια τα πρόβατα.
Οι έρωτες, λοιπόν, έχουν μεταλλαχθεί σε αγάπη.
Αλλά, κι αυτή, όλο λείπει.
Έτσι, κρατάμε ο καθένας, δίκην φυλακτού, ένα μισάνοιχτο παραθυράκι πάνω απ’ την αριστερή τσέπη, ανάμεσα στην καρδιά και τον πνεύμονα.
Λέξεις δεν υπάρχουν πια, μόνο – πού και πού κάποιος στεναγμός, κι αμέσως μετά – αγκάθια και αγγύλες. Έπαψε
η φωνή ν’ αγγίζει όπως το χάδι, να ξυπνάει όπως η κραυγή.
Έχουν αλλάξει μεταξύ τους ονόματα το ρόδο και το αγκάθι.
Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν θέλει να μιλήσει – ακόμα κι όταν έχουμε τη σφαίρα στο κούτελο. Τα βλέμματα μιλάνε τώρα – κι αυτά είναι μονίμως χωρίς προσανατολισμό, σαν χαμένα.
Πολύ σπάνια, νιώθω ένα αεράκι να φυσάει το μέτωπό μου
σαν χάδι μεταμέλειας – από ποιον;
Μμμ… ναι, δεν σου είπα ποιος κρατάει την άλλη άκρη του σκοινιού. Είναι ο άγγελός μας, η Φίλη. Για χάρη της, αυτή η άκρη έχει τροποποιηθεί σε μικροσκοπική καταπράσινη πεδιάδα, όπου κάθεται ακίνητη και ακοίμητη και μας θυμίζει την ευγνωμοσύνη. Μ’ ένα της νεύμα χτίζει Άνοιξη και Επανάσταση – κοσμοσυρροή οι διψασμένοι. Τον προηγούμενο μήνα, απλώς ψιθύρισε: “Σκέφτεσαι ποτέ τις αγριόχηνες το καλοκαίρι; Μόνο αν έχεις νοσταλγήσει τη δροσιά.”
Μας πήρε τρία μερόνυχτα – χρόνια ολόκληρα, δηλαδή – για να αποκρυπτογραφήσουμε την αίσθηση. Σαγήνη και ευλογία, ανάταση – όπως ένα νησί: επΑνάσταση. Ούτε λεπτό δεν μας φάνηκε πως πέρασε. Σαν να ξαναβρήκε την ευωδιά του το τριαντάφυλλο. Σαν να θρόισε μετάξι περαστικό.
Σαν να πέθανε η λύπη για πάντα.
Πού και πού, βγαίνουν και οι άγγελοι από τα χαρακώματα –
να ξαποστάσουν απ’ τις αόρατες σ’ εμάς μάχες.
Εδώ δεν έχει Θερμοπύλες, έχει ψυχές.

Ώρες-ώρες, όταν δεν φυσάει καθόλου, σαν τρίλιες σε νεροτσουλήθρα, ο νεαρός Λιστ βγαίνει απ’ τη Μεγάλη Αόρατη Βιβλιοθήκη, γλιστράει φρέσκος και όμορφος για χάρη τής Αιωνιότητας που ζούμε – ερωμένης που του στάθηκε πιστή.
Εδώ, είμαστε όλοι υπΆλληλοι αλλήλων – ο ένας στον άλλο, μεταφέρει, μεταγγίζει, θυμίζει.
Στο ρετιρέ, ο Βέρθερος σαλπάρει αλλιώς – δύο αιώνες αργότερα, την ίδια μέρα, ο άλλος Οδυσσέας, ο Ιρλανδός… πολυκοσμία στις αμμουδιές του ΟΝείρου, σε αναζήτηση τού πρωτότυπου. Ως τότε, ζήτω οι απομιμήσεις. Του Αισχύλου.
Πέρα ως πέρα, κατά μήκος των πρώην ακτών, από τον Όμηρο ως την Βιρτζίνια και τον Μπέκετ, όλοι παρόντες, σαν μικρούλια χρυσά γραμματόσημα, εξαϋλωμένα – σήμα καπνού αναθρώσκοντος – κρατάνε όρθιους τους συννεφένιους τοίχους του κόσμου (μας).
Αυτό είναι το καλό εδώ, γιατί χρόνια τώρα είχαμε ξεχάσει να διαβάζουμε. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος αναπτύχθηκε ως αντίβαρο η απεριόριστη αγάπη για την Τέχνη από μνήμης.
Έρχονται και στιγμές, λες και μας λυπάται ο Θεός, που ακούει κάποιος – ψευδαίσθηση/παραίσθηση – ήχους νερού να κελαηδούν πίσω απ’ τα μάτια, και τρέχουμε όλοι αλαφιασμένοι στο Μεταφραστήριο της Αθάνατης Μουσικής – προέκταση της Βιβλιοθήκης – να βρούμε άκρη στο ανεξήγητο. Παντού μας ξεναγεί η Φίλη: κι εδώ, κι αλλού, και προπαντός μέσα στην ψυχή μας, την έχουμε οδηγό.
Δεν είναι ανάγκη να έρχεται μαζί μας – αφού κρατάει το σκοινί.

Με το νερό άφαντο, όμως, τα ψάρια έχουν αναπτύξει ένα μυστήριο μηχανισμό, που τους επιτρέπει να πετούν χωρίς φτερά: τα έχουμε σιωπηλή παρέα, στο ύψος του κεφαλιού
με τις αέναες σκέψεις – πριν το χάσουμε κι αυτό.

Πουλιά εδώ δεν υπάρχουν – για να υποψιαστούμε όνειρα.
Κι είναι το μόνο θέαμα που μας μένει: αυτός ο τόσο κοντινός ουρανός – όλο και πιο ανύπαρκτος – στις αλυκές˙ εκεί που η άλλοτε παραλία μάς έδινε ζωή. Αλάτι έχει μείνει πολύ, σε αφθονία – μάθαμε να αποφεύγουμε τις πληγές, αλλά νοστιμίζουμε τις απώλειες και τις πανωλεθρίες.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να στερεοποιήσουμε τα (σπάνια) δάκρυα.
Στις απέραντες αλυκές του ουρανού, ανάμεσα στις θριαμβικές συνεδρίες των νεφών, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που πιστεύουν ότι – από κει που βυσσοδομούσαν στο πτώμα μας, όπου δεν έχει μείνει ούτε μία πινακίδα ‘δεν ξεχνώ’ – κάποτε στα ξαφνικά θα φανεί ουράνιο τόξο.
Όμως, αν αφεθείς αφύλακτος στην ερημιά, η νοσταλγία δαγκώνει, δεν αστειεύεται. Γεμάτοι κατάλευκα αίματα επιστρέφουμε, με αειθαλή τραύματα.
Τώρα θέλουν να φτιάξουν μια απέραντη υπόγεια πόλη με όλα τα κομφόρ και την τελευταία λέξη της τεχνολογίας – γυρίζουν ταινία ανάμεσα στα λύματα και τα χρυσά κουτάλια των υπεύθυνων αρχόντων-τεράτων – υπερπαραγωγή θα είναι.
Εμείς κρατάμε το σχοινί, εμείς και ακροβατούμε πάνω απ’ τα τεράστια βάθη του βάλτου. Και παίζουμε σε μικρού μήκους, όπως αυτή: Give me the word.

Χαζεύω απ’ τη μπαλκονόπορτα – περιμένω ώρες τη βροχή και δεν έρχεται.
Ήσυχα που κάθεται ο κήπος πριν απ’ την καταιγίδα!… Σαν να μην ξέρει.

Ούτε φυλλάκι δεν κουνιέται…

fav-3

tsoga-bkΑπόσπασμα από “το ΟΝειρο του Κόσμου”, σελ. 163 – 168

©Νανά Τσόγκα 
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Αστικό τοπίο, Αθήνα 2011