Νανά Τσόγκα, Ένα και ένα ποιήματα για το καλοκαίρι [2014]

Αρχείο 4.7.2014

Καλοκαίρι Πραξιτέλης

Χαρά αισθητήρας θυμαριού με πελαγίσια θέα
θεά της εκκωφαντικής σιωπής κατάστηθα Ιουλίου
φέγγει το πένθος διάπυρο σαν ακτινογραφία ηλίου
στου Άδη τη γαλήνη γράφει παράταιρες ωδές
την ίδια ώρα που τσαμπιά σταφύλια η ορμή
αρχαίου πάλλευκου καιρού – οι μαρμαρένιοι
πόροι ρουφάνε ακατάπαυστα το μόνο
φως και ξετυλίγουν Παναθήναια
τα σγουρά του μαλλιά ένα με τα σύννεφα
όσο ψηλά και να κοιτάξεις, θαύμα.

Μόλις για λίγο, ξαφνικά
black out όλη η φύση
ο θησαυρός του πηγαδιού
πως είναι το σκοτάδι
όποιος κινήσει να το βρει
θα κοιμηθεί για πάντα
και για το φως που δάνεισε
θα πληρωθεί με χείλια.

Χαρακωμένη η νύχτα από τα άσπρα μας
χωρίς φεγγάρι καθώς σφύζει φως
ανάμεσα στα δυο μου χέρια όταν θυμάσαι
Μόνο η σελήνη είναι δικιά μου και μου φτάνεις, λες˙
σωπαίνω με φιλί την σκοτεινή πλευρά της.

Από το βιβλίο “σημειΟμματα”, εκδόσεις Δωδώνη
εδώ, διαβασμένο από την ίδια

fav-3

Εξ απαλών ονύχων

Σαν να θυμάται η φύση, χαίρεται
ηλίου Ιούλιος στους βωμούς του εφήμερου
ο Αντίνοος χτενίζει τα σύννεφα
αλαφραίνουν τα βάρη του ουρανού
οι ψυχές αιωρούνται ορατές
ανεμόπτερα λεξικά των λουλουδιών
καταδέχονται να μας τα εξηγήσουν
όλα
την ώρα που οι μυροφόρες ξεστρατίζοντας
το γέλιο στην κορφή του λόφου
– ο αέρας μόνο απαθανατίζει τα χαμόγελα –
αγναντεύουν διάλειμμα-στοπ καρέ
και στην πλαγιά κατηφορίζουν ομοθύμως
τα βαθυκύανα ποτίσματα ορθόστηθα
από τις ίριδες του Βίνσεντ.

Τα αγάλματα
να επιστρέφουν σιωπηλά
νοήμονα από τη θάλασσα
οι στίχοι βέλη ανίσχυρα
σκιάζουν τον ορίζοντα
του Ξέρξη – η ιστορία εδώ
ο χρόνος πουθενά
κι όμως αιωνόβιες οι επιθυμίες.

Αυτές, του νου γεννήματα
και χάρισμα της ύλης
εκβάλλουνε ορμητικά
και πνίγονται στο ίδιο τους το μέλι
αλλά ο έρωτας παρών
αθώο παιδί ξυπόλητο
ως τα κρινοδάχτυλα των αισθήσεων
μέχρις αίματος ανυπεράσπιστο
απέναντι
στη δολιότητα που του προσάπτουν.

Μακριά πολύ στο μέλλον δεν ακούγεται
ο βήχας της λεωφόρου
αγκομαχητό
ανυποψίαστο για τη χειροτεχνία
του ταπεινού – ηδονικά
που παραδίδεται ο άνθρωπος
στην κατάργησή του.

Φορές, φοβάται, λέει
κι ο θάνατος – εμείς
στον καθρέφτη της Ιφιγένειας
γδυνόμαστε
με παρωπίδες.

Αδημοσίευτο – από τη συλλογή “η απληστία του φωτός”

fav-3

©Νανά Τσόγκα
φωτο: Στράτος Φουντούλης, Λέρος -Αύγουστος 200