Δημήτρης Μανής, Στο ενδιάμεσο [2014]

Αρχείο 4.8.14

Τα φώτα έσβησαν. Άκουσε τις τελευταίες φυσαλίδες οξυγόνου να σκανε. Μούδιασε, κάτι μικρό χόρευε στο στέρνο του, χαμογέλασε. Στο βάθος χρώματα, χρώματα πολλά ερχόντουσαν. Χρώματα διάφορα, περίεργα και πρόσωπα γλυκά, αγαπημένα. Τα περίμενε χρόνια πολλά και τώρα ερχόντουσαν. Πλησίαζαν, άνοιξε τα μάτια του όσο περισσότερο μπορούσε για να τα δει καλύτερα. Ήταν παντού. Σηκώθηκε, πετούσε, στροβιλιζόταν μέσα στη δίνη τους και ξαφνικά… φως. Τα μάτια του υγρά και γαλάζια έμοιαζαν με δύο δοχεία νερό και ο κόσμος όλος μια υδάτινη σφαίρα που χυνόταν σιγά-σιγά μέσα τους.

Το δωμάτιο είχε καταληφθεί από αλπική ομίχλη, λευκή και πυκνή, ένα ξένο σώμα που το αισθανόσουν γύρω σου. Δεν έβλεπε παρά λίγα εκατοστά μπροστά του. Ο καναπές πρέπει να ήταν καλός. Καθόταν αρκετές ώρες και δεν τον είχε ενοχλήσει καθόλου, τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ήταν σίγουρος πως ήταν κάποιος δίπλα του αλλά δεν μπορούσε να τον διακρίνει. Προσπάθησε να τον εντοπίσει, για κάποιον ανεξήγητο λόγο αισθανόταν πως αυτός ο άνθρωπος ήταν αγχωμένος, σε αντίθεση με αυτόν που ήταν απόλυτα ψύχραιμος. Τα λίγα που έβλεπε γύρω του ήταν και αυτά θαμπά αλλά δεν τον ενοχλούσε καθόλου, οι εικόνες δεν είχαν καμία σημασία πια.

Τελικά το αποφάσισε, «είσαι πολύ ώρα εδώ;» ρώτησε διστακτικά. Δεν ήταν σίγουρος πως αυτό που άκουσε ήταν απάντηση αλλά μη έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει συνέχισε «εγώ πρέπει να είμαι αρκετή». Είχε την εντύπωση ότι δεν μιλούσε βγάζοντας ήχους αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν, παρόλα αυτά επέμεινε «από το νοσοκομείο είσαι και εσύ;» είπε όσο ποιο ήρεμα μπορούσε. «Όλοι εδώ από το νοσοκομείο ήμαστε». Αυτή την φορά η απάντηση ακούστηκε καθαρά. Επιτέλους βρέθηκε κάποιος να μιλήσουν, χάρηκε «θα πρέπει να βρισκόμαστε σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, από εδώ θα πρέπει να γίνετε η επιλογή» είπε γεμάτος ενθουσιασμό.

Η διαπίστωση του θα πρέπει να προβλημάτισε τον διπλανό του. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε. Αρνητική ενέργεια ερχόταν σε κύματα από την κατεύθυνση που βρισκόταν ο συνομιλητής του και προκαλούσε ρίγη σε όλο του το κορμί. Όχι βέβαια πως πτοήθηκε ο ίδιος αλλά ένιωθε ότι στο μυαλό του διπλανού του επικρατούσε πανικός, ήταν σίγουρος πως φλεγόταν. Το κεφάλι του θα πρέπει να ήταν έτοιμο να εκραγεί. Άκουγε τις σκέψεις του, μικρές πύρινες σφαίρες χτυπούσαν στα εσωτερικά τοιχώματα του κρανίου και εκσφεντονίζονταν με μεγάλη ταχύτητα προς καινούργια κατεύθυνση. Ήταν καθιστός και ακίνητος αλλά βρισκόταν σε τέτοια υπερένταση όπως μετά από έναν έντονο ερωτικό καυγά που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

«Ηρέμησε, θα πάθεις τίποτα» του είπε χαμογελώντας, προσπαθώντας να τον καθησυχάσει. «Τι εννοείς θα πάθω τίποτα, είμαι ήδη νεκρός τι χειρότερο μπορεί να μου συμβεί;» απάντησε φανερά εκνευρισμένος. «Μπορεί να σε στείλουν πίσω, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να ξαναρχίζεις από την αρχή κάτι που δεν θα μπορέσεις ποτέ να τελειώσεις». Οι λέξεις ταξίδευαν στο κενό προσπαθώντας να βρουν μια εσοχή να κουρνιάσουν για λίγο, μάταια όμως μιας και δεν υπήρχε τίποτα να τις κρατήσει.

Έκανε άλλη μία προσπάθεια. «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι για κάτι, φίλε μου. Ο θάνατος είναι η φυσιολογική εξέλιξη της ζωής. Άλλωστε όπως μπορείς να αντιληφθείς τίποτα δεν τελείωσε, απλά είσαι ξανά στην αρχή και επιπλέον αυτή τη φορά έχεις κρατήσει την προηγούμενη εμπειρία. Αντί λοιπόν να αγχώνεσαι, χαλάρωσε και απόλαυσε το, ίσως αυτή την κατάσταση να μην την βιώσεις ποτέ ξανά». Δεν πρόλαβε να συλλαβίσει τις τελευταίες αυτές λέξεις και η απάντηση ήρθε σα χείμαρρος από τον συνομιλητή του «είσαι τρελός; τι είναι αυτά που μου λες; πριν από λίγα λεπτά έχασα για πάντα την οικογένεια μου, τους φίλους και τους συγγενείς και εσύ μου λες φιλοσοφικές μαλακίες! άκουσε αγαπητέ μου αυτό που θα σου πω και βάλτο καλά στο μυαλό σου η φιλοσοφία και οι ωραίες ιδέες σταματάνε εκεί που αρχίζει ο ανθρώπινος πόνος κι όταν αυτό συμβεί το μόνο που μένει είναι η πίστη». Από το ύφος του καταλάβαινες πως η συζήτηση τελείωσε εκεί.

Ηλίθια πλάσματα σκέφτηκε καθώς γυρνούσε μπροστά του, θυσιάζουν την εμπειρία στο βωμό του συναισθήματος. Δεν αντέχουν την ελευθερία, γιατί η ελευθερία προϋποθέτει αποδέσμευση και αυτοί έχουνε ρίξει άγκυρες. Πως γίνετε να είσαι ευτυχισμένος όντας δεμένος, ακόμα και αν είσαι στον Παράδεισο; Έχει και η Κόλαση τις όμορφες στιγμές της. Ναι, αυτοί είναι οι τρελοί, μόλις τους βγάλει κάποιος από την ανύπαρκτη πορεία τους, μόλις συνειδητοποιήσουν ότι έχασαν την ψεύτικη αίσθηση ελέγχου των πραγμάτων που συμβαίνουν γύρω τους, παραλύουν. Πως γίνετε να αισθάνεσαι πληρότητα και ασφάλεια ¨ελέγχοντας¨ μία ανεξέλεγκτη κατάσταση. Είναι σαν να κολυμπάς στη μέση του ωκεανού κρατώντας ένα ποτήρι θαλασσινό νερό στα χέρια σου και να τρελαίνεσαι όταν ξαφνικά κάποιος σου το παίρνει, δεν έχει νόημα. Καθώς οι σκέψεις του προχωρούσαν, χωρίς να αλλάξει κουβέντα με τον διπλανό του, είχε αρχίσει να τον φαντάζεται σαν το ποιο μίζερο, το ποιο ελεεινό ανθρωπάκι που είχε γνωρίσει ποτέ στη ζωή του.

Μετά από λίγο ο εκνευρισμός του ήταν ολοφάνερος. Μη μπορώντας να κρατηθεί άλλο είπε δήθεν αδιάφορα «τι νομίζεις ότι θα γίνει μετά από εδώ; που νομίζεις ότι θα πάμε;» Η ερώτηση θα πρέπει να τον προβλημάτισε γιατί άργησε να απαντήσει. «Δεν ξέρω» είπε μετά από αρκετή ώρα «δεν μπορώ να φανταστώ κάτι, πιστεύω πάντως πως ο Κύριος έχει εκτιμήσει την προσφορά μου. Επειδή, λοιπόν, έχω δουλέψει σκληρά στη ζωή μου και έχω ταλαιπωρηθεί πολύ θα ήθελα να πάω κάπου που να είναι ήρεμα, ήσυχα και να μην χρειάζεται να κουράζομαι ούτε σωματικά ούτε πνευματικά» την τελευταία αυτή πρόταση αν και την είπε χαμηλόφωνα όπως και τις προηγούμενες την είπε αργά και καθαρά για να ακουστεί όσο καλύτερα γινόταν.

Η αντίδραση από την άλλη πλευρά ήταν άμεση «εγώ φίλε μου, σε αντίθεση με εσένα, δεν έχω δουλέψει ποτέ στην ζωή μου, όσο για την κούραση και την ταλαιπωρία θα έλεγα ότι είναι κάτι που δεν με απασχόλησε ποτέ μιας και ότι έκανα στην ζωή μου το έκανα επειδή ήθελα να το κάνω και γι αυτό ακόμα και αν ήταν επίπονο ήταν πάντα ευχάριστο. Για το λόγο αυτό λοιπόν, αλλά και επειδή είμαστε όπως λένε τα αγαπημένα ζώα του Κυρίου δεν πιστεύω πως θα θελήσει να μας χαλάσει το πρόγραμμα. Οπότε κατά την γνώμη μου εσύ θα πας να συνεχίσεις τις δουλειές σου αιωνίως και εγώ την ξάπλα μου». Μόλις τελείωσε την πρόταση του, ξαναγύρισε μπροστά του, χαμογέλασε και χαλάρωσε απολαμβάνοντας τα κύματα αρνητικής ενέργειας που ερχόντουσαν από την πλευρά του συνομιλητή του.

vintage_under2

©Δημήτρης Μανής
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Hoeilaart 2011