Αρχείο 2.9.14
ΔΥΟ ΑΦΟΡΜΕΣ
Εκείνο το ποίημα για το Μπουένος Άιρες πολύ το αγάπησαν. Επειδή ποτέ δεν φαντάστηκαν πως σ΄εκείνη την πόλη υπάρχει μια πλατεία που ανήκει στον Μάιο. Επειδή ακόμη, πάντα θα θυμούνται τον οργανοπαίχτη ή το δημοτικό ανθοκαλλιεργητή που χάθηκε αναπάντεχα αφήνοντας πικραμένα τ΄άνθη των περιστυλίων και τα παιδικά τραγούδια. Ο καθένας μπορεί να προφέρει λίγους απ΄εκείνους τους στίχους. Μπορεί να θυμηθεί τ΄αρχαία άστρα, την ώρα πριν την καταιγίδα, τα μαχαίρια που ανάβουν πίσω απ΄τις λάμπες των δρόμων. Το Μπουένος Άιρες όλοι το αγαπούν. Και μπορούν να ορκιστούν πως μια μέρα απ΄εκεί θα ξεκινήσει τ΄ομορφότερο μυθιστόρημα του ανθρώπου, γραμμένο πρώτα με τα μάτια. Αυτό το ποίημα για το Μπουένος Άιρες πολλές φορές το θυμάμαι. Εκείνον που βρήκαν νεκρό μες στο δωμάτιό του, ονόματα βιβλιοπωλείων, τους θαμώνες των ιπποδρόμων, τις μικρές οδούς, τους εξαφανισμένους φίλους, τις καιόμενες φωτογραφίες, κάποιον που γελάστηκε με θάνατο, πιστεύοντας στην ελευθερία του ουρανού και άλλες υποσχέσεις.
Αυτό το ποίημα για το Μπουένος Άιρες πολύ το αγάπησαν. Και πάντα θυμούνται τον ακίνητο ηνίοχο, έτοιμο να χιμήξει στ΄άγρια χρόνια της οδού Πατησίων, κρατώντας σφιχτά τον ακέφαλο ίππο, με δίχως σώμα, καθιστώντας ολόκληρη την πόλη μια ιδέα ή ένα όραμα. Αυτό το Μπουένος Άιρες είναι κάθε πολιτεία του κόσμου. Όλο καθρέφτες και χαμένες φυσιογνωμίες παλαιών μας φίλων ή άλλων, αγνώστων ναυαγίων που μας συγκλόνισαν στην οδό του Αντιόχου ή τους δρόμους της κοριτσίστικης επανάστασης. Αυτό το ποίημα είναι ακόμη κάθε κλειδωμένη πόρτα, το συγκρατημένο πρόσωπο ενός κοριτσιού που φορούσε τη νύχτα εμπρός απ΄τη βιβλιοθήκη και οι άλλοι που φωτογραφίζονται κάτω από διαφορετικές σκηνοθεσίες, ανάμεσα στα πουλιά που παλεύουν με τη μέρα. Είναι ακόμη εκείνη η στοά με τους φανταστικούς ανθρώπους, τον ακίνητο άνδρα, τους ανέμους να παρασύρουν τους επισκέπτες, τις ζωγραφιές της ακαδημίας με το κιαροσκούρο και τ΄άλλα βυζαντινά χρώματα. Είναι η μυρωδιά του σιδήρου που πνίγει το αίμα σου όταν αργά, καλά κρυμμένος περιποιείσαι τ΄άνθη που αναδύονται απ΄τον ουρανό. Είναι κάτι περισσότερο αυτό το ποίημα απ΄το Μπουένος Άιρες, την Αθήνα, την ανελέητη Λισσαβόνα με τα χιλιάδες πρόσωπα. Είναι τα διανυκτερεύοντα καταστήματα, οι παράφρονες που κατακλύζουν τους δρόμους, με τις διαλυμένες καρδιές τους, κάποιος καθισμένος στα τελευταία σκαλιά του σταθμού εμπρός απ΄τις ψηφιακές επιγραφές και την πολύ λάμψη του αλουμινίου που διαλύεται απόψε.Είναι πόλεις καλλιτεχνικές, πράγματα που νιώθονται πάντα περισσότερο, τα μικρά, ανομολόγητα μυστικά, η όψη της πάνω στο βλέμμα του, την τελευταία, αυγουστιάτικη νύχτα όταν η μοναξιά έχει γδάρει κάθε πρόσοψη, κάθε ύφος και κάθε αντίσταση.
Το ποίημα για το Μπουένος Άιρες κατάγεται απ΄τις σελίδες, ίσως ενός ημερολογίου. Είναι η ίδια η πόλη και ό,τι μπορεί κάποτε ν΄αναδυθεί, σαν ιστορία, απ΄το τίποτα, απ΄ένα σχέδιο αδικημένο. Γι΄αυτό το αγαπούν τόσο πολύ ετούτο το ποίημα για το Μπουένος Άιρες. Και θυμούνται μ΄όλες τις σπαραχτικές λεπτομέρειες τα ονόματα των στοών και των μικρών προσόψεων τιμώντας τη μέρα της Αφροδίτης, τα χαμένα χρώματα χαρταετούς, που ανεμίζουν σαν σημαίες στις κορφές των πιο ασύλληπτων οικοδομών.Αυτοί οι ίδιοι που αγάπησαν έτσι παράφορα το Μπουένος Άιρες, την Ρώμη, αυτοί που δεν λησμόνησαν την αρχαιότερη απ΄τις εφτά, κορινθιακές κόρες, αυτοί θα εκφέρουν ακέραιο τ΄ωραιότατο εκείνο ποιήμα για το Μπουένος Άιρες.
©Απόστολος Θηβαίος

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.