Θοδωρής Βοριάς, “μια σελίδα μεταμεσονύχτιων ονείρων” -ποίηση [2014]

Αρχείο 26.9.14

Όπως με ήξερες

Όπως με ήξερες,
ακούστηκε κι αυτή τη νύχτα
η ιστορία της ζωής μου
σε ωριαίες συνέχειες.

Ίσως να κατάλαβες
πως τα φανάρια των δρόμων
δε σταμάτησαν ν’ αναβοσβήνουν
γιατί δεν άφησα τη Σαλονίκη
για κάποια πόλη στην επαρχία.

Ίσως να φοράω μαύρα ρούχα
σ’ ένδειξη αντίδρασης·
οι έμποροι δεν ονειρεύονται απόψε
που έμαθες πως γράφω ποιήματα,
που έμαθες πως μ’ ένα στίχο
χαράζονται οι διαχωριστικές γραμμές.

Είδες πώς μ’ ένα μολύβι
σε χάραξα στα δυό;
Θ’ αναρωτιούνται το πρωί
τα δυο μισά κομμάτια σου
γι αυτή τη νύχτα.

Όπως με ήξερες,
μια σελίδα μεταμεσονύχτιων ονείρων
εκτυπωμένη σε χαρτί τσαλακωμένο.

fav-3

Μεταθέσεις

Στοιχειώνουν γύρω μου οι ρίζες
ό,τι ήταν νά ρουφήξουν εξαντλήθηκε·
ζητάω κάθε τόσο μια μετάθεση,
σαν άσκηση ετοιμότητας γι’ απόδραση
-να μένουν πίσω φάκελοι
με χιλιάδες «καλημέρα» ξεχασμένοι
με ένδειξη «προς αξιολόγηση».

Οι κομμένες ρίζες μου πετρώσανε
θα δυσκολέψουν τα έργα του μετρό,
Ντεπό, Βαρδάρη, “Ευκλείδη”…

Κάποτε σαν θα γίνει το μετρό,
απ’ το συρμό θα νιώθεις φευγαλέα
ενθύμια ληγμένα να γυαλίζουν,
στις σκοτεινές του σήραγγες
κι αποτυπώματά μου ξέθωρα
και σκόρπιες αιτήσεις μεταθέσεων.

fav-3

Κόκκινος κύκλος

Σαν να σε βλέπω,
βάφεις στον τοίχο κόκκινο κύκλο.
Ξεκολλάει η ώχρα,
χύνονται τα χρώματα
που ’χανε βάψει με τα χρόνια οι νοικάρηδες.
Ρέει απ’ τον κύκλο
η γλουτολίνη της παλιάς αφισοκόλλησης
κι όλο το σπέρμα που γεννούσε τις ιδέες…

Ψάχνεις να καταλάβεις
τι του ’κανες του τοίχου·
η ιστορία χύνεται συνέχεια
στο πεζοδρόμιο, στην άσφαλτο.

fav-3

Πίσω απ’ το Ποσειδώνιο

Τις νύχτες οδηγούνται, ιδρωμένοι,
οι αιχμάλωτοι του έρωτα
πίσω απ’ το Ποσειδώνιο.

Μισόγυμνοι παραδίνονται
σε στεναγμούς κι αγκαλιάσματα,
στα σκοτεινά αποδυτήρια.

Τις στιγμές εκείνες ξεκολλάνε
απ’ τις σκιές άλλες σκιές που τρέφονται
απ’ τα περισσέματα των πόθων.

Μεθούν τη μοναξιά τους με ψίθυρους,
με κάποιο πνιχτό φιλί, με μια πνοή βαριά
ή ένα τίναγμα της έξαψης.

fav-3

Νιώθεις τους τοίχους

Νιώθεις τους τοίχους στο δωμάτιο
να σε κοιτάζουν με τα μάτια μου.

Ακούς τις γάτες απ’ έξω
να κλαίνε τους έρημους δρόμους,
τα δέντρα να βγάζουν βλαστάριa.

Νικάς τη μοναξιά με το μολύβι σου,
η ανάσα μου γιατρεύει τις πληγές σου.
Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια
να σ’ απλώσω σ’ άλλο ποίημα.

*
Copyright©Θοδωρής Βοριάς -πρώτη δημοσίευση στις παλιές Στάχτες Φεβρουάριος 2007
φωτο: Στράτος Φουντούλης, Αθήνα -Πλάκα 2011